Γέρασε, γέρασε καΙ τό καράβι του, τσακίστηκε μια νύχτα άπόξω άπό την Τραπεζούντα, κι ό καπετάν Φουρτούνας, καραβοτσακισμένος, μπουχτισμένος, γύρισε στό χωριό του να σουρώσει δσο μπορεί π
Trang 1ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ
ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ
Trang 2ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ
Trang 3ΚΑΘΕΤ ΑΙ Ο ΑΓ ΑΣ ΤΗΣ Λ ΥΚΟΒΡΥΣΗΣ ΣΤΟ ΜΠΑΛκόνι του άπάνω άπό τήν πλατεία τo� χωριo�, καπνίζει
τό τσιμπούκι του και πίνει ρακή Ψιχαλίζει ησυχα, τρυφερά, και στα γυρτα χοντρα μουστάκια του, τα φρεσκ:οβαμμένα με καραμπογιά, κρέμουνται λαμπυρίζοντας μερικες ψιχάλες κι ό
• Αγάς, ξαναμμένος άπό τή ρακή, τις άναγλείφει να δροσερέψει Δεξά του στέκεται δρθιος ό σείζης, fνας -θεόρατος άγριος άνατολ{της, άλλήθωρος και κακομούτσουνος, με τήν τρουμπέτα του' ζερβά του κάθεται διπλοπόδι, άπάνω σε βελουδένιο μαξιλάρι, fva δμορφο στρουμπουλό τουρκόπουλο, πού τοϋ άνάβει κάθε τόσο τό τσιμπούκι και τοϋ γεμίζει άκατάπαυτα τήν κούπα του ρακή
Μισοσφαλνάει τα μαχμουρλίδικα μάτια και χαίρεται ό • Αγας τόν άπάνω κόσμο' δλα τά 'καμε καλα ό Θεός, συλλογιέται, πετυχεμένο πράμα εΙναι ό κόσμος τo�τoς, τίποτα δεν τo� Λείπει: liv πεινάσεις, εχει ψωμ! και κρέας κοκκινιστό και πιλάφι με κανέλα' αν διψάσεις, fχει τό άθάνατο νερό, τή ρακή' αν νυστάξεις, εχει κάμει ό Θεος τον ύπνο, fva κι fva για τή νύστα' αν θυμώσεις, εχει κάμει τό βούρδουλα και τα πισινα τοϋ ραΥια:
αν σε πιάσουν τα μεράκια σου, fXEt κάμει τον άμανέ Κι αν θες να ξεχάσεις τα ντέρτια και τα βάσανα τo� κόσμου, fXEt κάμει
το Γιουσουφάκι
-ΜεΎάλος μάστορας εΙναι ό • Αλλάχ, μουρμούρισε συΎΚΙνημένος, μεγάλος μάστορας, μερακλής κόβει το μυαλό του' πό)ς τo� ήρθε τώρα κι εκαμε τή ρακή και το Γιουσουφάκι!
Βουρκώνουν τα μάτια τοϋ ΆΎα άπο τή θρησκευτική
Trang 4κα-τάνυξη κι από τό πολυ ρακοπότι Σκύβει από τό μπαλκόνι καί καμαρώνει τους ραγιάδες του να σουλατσέρνουν στην πλατεία φρεσκοξουρισμένοι, γιορτοντυμένοι, με τα κόκκινα φαρδια ζωνάρια, με τα νιοπλυμένα κοντοβράκια, με τα γαλάζια τουζλούκια ., Αλλοι φορουν φέσι, άλλοι σαρίκι, άλλοι σκο\}φο άπό άρνίσια προβιά ΟΙ πιό ασίκη δες εχουν καΙ στό αύτΙ τους fva κλωνί βασιλικό Τι ενα τσιγάρο
Τρίτη της Λαμπρης, τώρα τέλεψε ή λειτουργιά Γλυκιά, τρυφερη μέρα, ηλιος, ψιχαλίζει, μύρισαν οί λεμονανθοί, μπουμπουκιάζουν τα δέντρα, ανασταίνουνται τα χόρτα, ανεβαίνει δ
Χριστός από κάθε σβωλαράκι χώμα Σουλατσάρουν οΙ χριστιανοί στην πλατεία, σμίγουν οί φίλοι, ασπάζεται δ fνας τόν 4λλο, λεν «Χριστός ανέστη» κι ύστερα καθίζουν στόν Kαφεν� το\} Κωσταντη Τι κάτω από τό μεγάλο πλάτανο στη μέση τf'jς πλατείας, παραγγέλνουν ναργιλέδες και καφέδες κι άρχίζει, σαν την ψιλη βροχή, τό γλυκό κουβεντολόι
- Τέτοια θά 'ναι κι ή Παράδεισο, λέει δ Χαράλαμπος 6
καντηλανάφτης ηλιος άπαλός, σιγανη βροχούλα, λει ι' ψιές
άνθισμένες, ναργιλέδες και ψιλη κουβέντα στους αΙc7Iνι:� τc71ν αΙώνων
Στην άλλην ακρα της πολιτείας, πίσω από τόν πλάτανο, ()ψώ
νεται φρεσκοασβεστωμένη, με τό χαριτωμένο καμπαναριΩ της,
ή έκκλησία του χωριο\), ή Σταύρωση του Χριστο\} Ή πιΊρτα της εΤναι σήμερα στολισμένη με βάγια και δάφνες Γύρα τρογύρα, τα μαγαζάκια και τα έργαστήρια του χωριο\}: Τό c:nιμα
ράδικο το\) αγριάνθρωπου Παναγιώταρου, που τόν λι\ν αΙ
Γυψοφά· γιατί μια φορα εφεραν στό χωριό τό γύψινο ιΊ ι ι J λμα
τάκι το\) Μ Ναπολέοντα, καί τό 'φαε· κι ύστερα fφερuν Ινα άλλο, το\) Κεμάλ-πασα, καί τό 'φαε κι αύτ6· κι ύστερα Εφιραν το\) Βενιζέλου, καί τό 'φαε κι αύτ6 Δίπλα, τό μπαρμπέρικο το\} 'Αντώνη «Ό Έρωτόκριτος», κι απάνω στην πόρτα Kρεμασμtνη μια ταμπέλα, με μεγάλα κόκκινα γράμματα το\} αΙμάτου: «Έξι'rχονται καί όδόντες»! Πιό πέρα τό χασάπικο το\} κυρ Δημητι,οί) του κουτσο\}: «Κεφαλάκια φρέσκα, ή Ήρωδιάς»! Κάθε Σάllβατο σφάζει ενα μουσκάρι καΙ, πρΙν τό σφάξει, το\} Xρυαmνι;ι
τα κέρατα, το\} μπογιατίζει τό κούτελο, το\) περνάει K6KΙC\ νες κορδέλες στό λαιμό και τό γυρίζει στό χωριό κουτσαίνοντας καί τελαλίζει τις χάρες του Και τέλος δ περίφημος κα,ινές
το\} Κωσταντη, μακρόστενος, δροσερός, που μοσχομυρΙζει καφε και τουμπεκί και φασκόμηλο τό χειμώνα Και στόν τοΤχο του δεξα κρέμουνται, καμάρι το\} χωριο\), τρεΙς μεγάλες ΎΟΟ-
Trang 5λιστερες λιθογραφίες: ή Γενοβέφα άπά τη μιά μεριά, μισόγυμνη μέσα σ' gva δάσο τροπικό' άπό την άλλη μεριά, ή βασίλισσα Βικτώρια, παχιά, γαλανομάτα, με τεράστιο στηθος παραμάνας και στη μέση, άγριος, με γκρίζα θυμωμένα μάτια, μ' gvav άψηλό σκο()φο άστρακάν, δ Κεμάλ-πασάς
Ολοι άγαθοι άνθρli>ποι, δουλευταράδες, καλοι νοικοκυραίοι, πλούσιο το χωριό, κι δ 'Αγάς του καλός άνθρωπος κι αύτός,
μερακλής, που πoλi> άγαπάει τη ρακή, τις βαριες μυρωδιές, μόσκο και πατσουλί, και τό άφράτο τουρκόπουλο, που κάθεται ζερβά του, στο βελουδένιο μαξιλάρι Κοιτάζει τώρα τους χριστιανούς, δπως κοιτάζει δ βοσκος τά καλοθρεμμένα άρνοπρόβατά του καί χαίρεται
«Καλοί άνθρli>ποι, συλλογιέται, γέμισαν κι έφέτο τό κελάρι μου πεσκέσια της Λαμπρης - τυριά, κουλοUρες σουσαμωτές, τσουρέκια, κόκκινα αύγά 'Ένας, ας ε{ναι καλά, μο() 'φερε
κι gva λαγηνάκι χιώτικη μαστίχα γιά τό Γιουσουφάκι μου, νά μασάει και να μυρίζει το στοματάκι του »
ΕΙπε, κι fριξε μια τρυφερη ματια στο άγαδόπουλο που μασο()
σε μαστίχα, παχουλο κι άποχαυνωμένο
Κι �τσι που συλλογιόταν το κελάρι του γεμάτο άγαθά, καί σιγοψιχάλιζε, καί γυάλιζαν οί πέτρες, καί τα κοκόρια άρχισαν
να λαλο()ν, και δίπλα του, κουλουριαστο στα πόδια του, το Γιουσουφάκι μασο()σε μαστίχα και χτυπο()σε εύτυχισμένο τη γλώσσα του, δ 'Αγάς ενιωσε ξαφνικα την καρδιά του να ξεχειλίζει, σήκωσε το λαιμό, εκαμε ν' άρχ{σέι τον άμανέ, μα βαρέθηκε Γυρνάει στο σεΤζη του και το() γνέφει να βαρέσει την τρουμπέτα,
νά σωπάσει δ λαός κ\ δστερα γυρνάει ζερβά του:
- Τραγούδησέ μου, Γιουσουφάκι, νά 'χεις την εύκή μου, τραγούδησέ μου το «Ντουνιά ταμπ{ρ, ρουγιά ταμπίρ, άμάν, άμάν!», τραγούδησέ μου το, γιατι θα πλαντάξω!
ΤΟ παχουλό παιδόπουλο άποτραβάει χωρίς βιάση τη μαστίχα άπο το στόμα του, την κολνάει στο γυμνο γόνατό του, άκουμπάει
τη δεξά του παλάμη στο μάγουλο κι άρχίζει τόν άγαπημένο άμανε το() 'Αγά του: «Κόσμος κι όνειρο ε{ναι gva, άμάν, άμάν!» Παθητικιά, ναζλίδικη, ή φωνη άνέβαινε, κατέβαινε, γουργούριζε σάν περιστέρα Κι δ Άγάς εκλεισε τα μάτια, κι όλη την
ά'>ρα που βαστο()σε δ άμανες τόσο Ijταν βαλαντωμένος πού 'χε ξεχάσει να πιεΙ
- ΕΙναι στα κέφια του δ • Αγάς, μουρμούρισε ό Κωσταντης σερβίροντας τους καφέδες ας εΙναι καλά Τι ρακή
- "Ας εΙναι καλά το Γιουσουφάκι, εΙπε χαμογελώντας
Trang 6πι-κρά 6 rιαννακός, 6 πραματευτής και γραμματοφόρος το(j χωριο(j,
με τά κάτασπρα κοντοστρόγγυλα γένια καΙ τά πουλίσια, άρπαχτι
κά μάτια
- "Ας εΙναι καλά Τι μοίρα Τι στραβή που τόν εκαμε αύτόν 'Αγά κι έμliς ραγιάδες, μουρμούρισε ό άδερφός τoί'J παπli, ό
Χατζη-Νικολής, που εκανε τό δάσκαλο τoί'J χωριOί'J, ξερακιανός,
με γυαλάκια καΙ μ' ενα χοντρό μυτερό καρύδι τoί'J λαιμOί'J, που άνεβοκατέβαινε, δταν μιλOί'Jσε
llfjps φωτιά, θυμήθηκε τους προγόνους, άναστέναξε: -Μιά φορά, έξακολούθησε, KραΤOί'Jσαν τά χώματα το()τα οΙ δικοί μας, οΙ 'Έλληνες, γύρισε ό τροχός κι ή ρθαν οΙ Βυζαντινοί, 'Έλληνες κι αύτοΙ καΙ χριστιανοί, ξαναγύρισε ό τροχός κι ήρθαν
οί • Αγαρηνοί Μά άναστήθηκε ό Χριστός, παιδιά, θ' άναστηθεί
κι Τι πατρίδα! Κωσταντή, ελα κέρασε τά παλικάρια!
'Ωστόσο δ άμανες τέλεψε, τό τουρκόπουλο ξανάβαλε στό στόμα του ηΊ μαστίχα κι άρχισε πάλι ν' άναχαράζει, άποχαυνω
μένο Βάρεσε ξανά Τι τρουμπέτα, μπoρoί'Jσαν τώρα οΙ ραγιάδες
νά γελοον καΙ να φωνάζουν λεύτερα
Ό καπεταν Φουρτούνας, ενας άπό τους πέντε δημογέροντες το() χωριOί'J, πρόβαλε στην πόρτα ΤOί'J καφενέ • Αψηλός, κορμάτος, παλιός καραβοκύρης, που χρόνια άλώνιζε τή Μαύρη Θάλασσα κουβαλώντας ρούσικο σιτάρι καΙ κάνοντας κοντραμπάντο Τρίχα δεν εΙχε τό πρόσωπό του· σπανός καΙ μαυροκίτρινος, ταγαριασμένος, με βαθιες ζαρωματιές, καΙ τά μάτια του τα μικρά, τά κατάμαυρα, σπίθιζαν Γέρασε, γέρασε καΙ τό καράβι του, τσακίστηκε μια νύχτα άπόξω άπό την Τραπεζούντα,
κι ό καπετάν Φουρτούνας, καραβοτσακισμένος, μπουχτισμένος, γύρισε στό χωριό του να σουρώσει δσο μπορεί περισσότερη ρακη καί, σαν ερθει Τι ώρα Τι καλή, να γυρίσει τό πρόσωπό του κατά τόν τοίχο καΙ να πεθάνει Πολλά εΙχαν δεί τα μάτια του, βαρέθηκε· δε βαρέθηκε, κουράστηκε, μά ντρέπουνταν νά τό μολοήσει
ΦOΡOί'Jσε σήμερα τις άψη λες καπετανίστικες μπότες του, τόν κίτρινό του μουσαμα καί τό άρχοντικό καλπάκι άπό άληθινό άστρακάν Κρατο()σε και τό άψηλό ραβδί του τοσ δημογέροντα Δυό τρείς χωριανοί προσηκώθηκαν να τόν καλέσουν να πάρει μια ρακή
- Δεν εχω καιρό, παιδιά, μήτε για ρακή, εΙπε· Χριστός άνέστη! Πάω στό άρχοντικό τοσ παπli, δπου εχουμε σύναξη
οΙ προεστοΙ Σε μια ώρα να κοπιάσετε κι δσοι από σliς εΙστε καλεσμένοι· κάντε τό σταυρό σας κι έλliτε, καλά τό κατέχετε,
Trang 7fχουμε σήμερα δουλειά Κι fνας νά πάει νά φωνάξει τόν Παναγιώταρο τό σαμαρά, με το\) διαόλου τά γένια· αύτόν τόν έχουμε μεγάλη ανάγκη
Σώπασε μιά στιγμή, τά μάτια του έπαιξαν παμπόνηρα:
- "Αν δέν εΤναι σπίτι του, θά 'ναι στ-ης χήρας, εΤπε κι δλοι ξέσπασαν στά γέλια
Μα δ γερο-Χριστοφης δ αγωγιάτης, πού 'χε μάθει στα νιάτα του, κι liς τό πλέρωσε ακριβά, τί θα πεΙ σεβντάς, πετάχτηκε απάνω:
- Τί γελάτε, μωρε σερσέμηδες; φώναξε Καλα κάνει· φωτια στα τόπια, μωρέ Παναγιώταρε, και μην τους ακο\)ς! Λίγη εΤναι ή ζωή, πολυς δ θάνατος, βίρα!
·0 χοντρο-Δημητρός δ χασάπης κούνησε τό φρεσκοξουρισμένο κεφάλι:
Στράφηκε, είδε τό δάσκαλο:
- Χατζη-Νικολή μου, το\) κάνει, ακόμα είσαι έδ&; Προεστός είσαι και το\) λόγου σου, έχουμε σύναξη Σκολειό έκαμες και τόν καφενέ, σκόλασε κι έλα!
- Νά 'ρθω κι έγώ; ε{πε δ γερο-Χριστοφης κι έπαιξε τό μάτι στην παρέα· κάνω γιά Ίούδας
Μά δ καπετάν Φουρτούνας εΤχε πάρει την ανηφοριά, βαριακουμπώντας τό ραβδί του στό καλντιρίμι Δεν i'jταν στά καλά του σήμερα· τόν έσφαζαν πάλι οί ρεματισμοί, μάτι δεν είχε κλείσει όλη νύχτα ' Ήπιε πρωι πρωι δυό τρία νεροπότηρα ρακή, για γιατρικό, μά το\) κάκου· οί πόνοι δε σκολνο\)σαν Μήτε ή ρακη τους έβανε κάτω
-Μωρέ, liv δε ντρέπουμουν, μουρμούρισε, κι cfρχιζα τις φωνές, μπορεΙ ν' αλάφρωναν οί πόνοι· μα έλα που δε με αφήνει
τό παντέρμο τό φιλότιμο! Και πρέπει να περπατ& ντο\)ρος και
να κάνω πως γελ& Κι liv πέσει χάμω τό ραβδί μου, νά μην αφήσω κανέναν κερατά να με βοηθήσει, μα να σκύψω μοναχός μου να τό πιάσω Δάγκανε, μωρέ καπεταν Φουρτο6να, τα χείλια, όρτσα τά πανιά, κατακέφαλα στό κύμα, βάρδα μην ντροπιαστεΤς! Μπόρα εΙναι, μαθές, κι ή ζωή, θα περάσει!
Trang 8'Έγρουζε και σιγοβλαστημουσε σκαμπανεβαίνοντας Στάθηκε μιά στιγμή, κοίταξε γύρα, κανένας δεν τόν έβλεπε· άναστέναξε κι άλάφρωσε λίγο Κοίταξε κατά πάνω, εΙδε στην κορυφη το() χωριο() ν' άσπρογυαλίζει άνάμεσα άπο τά δέντρα
το σπίτι το() παπα με τά λουλακιά παραθυρόφυλλα
- πηγε κι έχτισε στην κορυφη το() χωριο() ό διαολόπαπας! μουρμούρισε· την κατάρα του νά 'χω!
Και πηρε πάλι τον άνήφορο
Στό σπίτι το() παπα εΙχαν κιόλα φτάσει δυο άπο τους προεστους και κάθουνταν σταυροπόδι στο μεντέρι, άμίλητοι, και περίμεναν τά τραταρίσματα ·0 παπάς εΙχε μπεί στην κουζίνα
νά δώσει διαταγές, κι ή μοναχοκόρη του ή Μαριορη έτοίμαζε
το δίσκο με τον καφέ, το δροσερο νερό και το γλυκο το() κουταλιου
Πλάι στο παραθύρι εΙχε θρονιαστεί ό πρc'OΤΟς δημογέροντας της Λυκόβρυσης, άπό μεγάλο τζάκι, άρχοντάνθρωπος, καλοθρεμμένος, με τσόχινο σαλβάρι, με χρυσοκέντητο μεϊντάνι και μ' ενα χοντρό χρυσό δαχτυλίδι στό δείχτη του χεριο() του -ή βούλα του με τά δυο κεφαλαία σφιχταγκαλιασμένα γράμματα:
Γ Π., Γεώργιος Πατριαρχέας Τά χέρια του 'fίταν παχιά καΙ μαλακά, σά Δεσπότη Δε δούλεψε ποτέ του, εΙχε �να τσο()ρμο φαμέγιους και κολίγους που δούλευαν και τον τάιζαν Και χόντρυνε τ' άντερό του, φάρδυναν τά καπούλια του, εΙχαν γίνει σάν της φοράδας, κρεμάστηκαν οΙ κοιλιές του, και τά προγούλια του κατέβαιναν τρείς πατωσιες κι άναπαύουνταν, το �να άπάνω στο άλλο, στο μαλλιαρο άφράτο άπανωστήθι Δυο τρία δόντια μπροστινά το() 'λειπαν, άλλο κουσούρι δεν εΙχε, κι δταν μιλο()σε, φαφλάτιζε και μπερδεύουνταΥ" μά και το κουσούρι αύτο πλήθαι
νε την άρχοντιά του, γιατι σε άνάγκαζε, δταν μιλο()σε, νά σκύβεις γιά νά καταλάβεις τί λέει
Δεξά του, στη γωνιά, άδύναμος, λιγδοτάμπαρος, φτενοκέφαλος, με τσιμπλιασμένα μάτια, με δυο χοντρες χερο()κλες γεμάτες ρόζους, κάθουνταν συμμαζεμένος και ταπεινός ό δεύτερος προεστός, ό πιο βαρβάτος νοικοκύρης το() χωριο(), ό γερο-Λαδας Έβδομήντα χρόνια σκύβει στη γης, τη σκάβει, τη σπέρνει, τη θερ.ίζει, της φυτεύει έλιες κι άμπέλια, τη στύβει και της πίνει
τό αΙμα Ποτέ του, άπο μικρό κουτσούβελο, δεν ξεκόλλησε άπό τη γης ' Αχόρταγος, λιμασμένος, επεφτε άπάνω της, της fδινε �να και της ζητο()σε χίλια, και ποτέ του δεν ελεγε: «Δόξα σοι ό Θεός», μά πάντα μουρμούριζε, άφχαρίστητος ΚαΙ στά 'γερατιά του δεν τον εφτανε πιά ή γης δσο ζύγωνε στο θάνατο
Trang 9κι ένιωθε πώς λίγα πιά tjtav τά καρβέλια του, βιάζουνταν νά προλάβει και νά φάει τόν κόσμο Κίνησε λοιπόν νά δανείζει
με βαρυ διάφορο τους χωριανούς του· εβαναν οΙ δύστυχοι αμα
"νάτι τ' αμπελοχώραφά τους και τά σπίτια, ερχουνταν δ καιρός
τi'jς πλερωμi'jς, δέν είχαν νά πλερώσουν, έβγαιναν τά πράματα στό σφυρί, και τά 'χαφτε δ γερο-Λαδας
Κι δλο κλαίγουνταν, κι δλο πεινουσε, κι ή γυναίκα του γύρι
ζε ξυπόλυτη, και μια θυγατέρα, πού 'χε καταφέρει να κάμει, την άφησε κι αύτη να πεθάνει, γιατι δέν κάλεσε, οταν έπεσε στό κρεβάτι, γιατρό νά τη δεΙ
«Πολλα εξοδα, εΙπε, οΙ μεγάλες πολιτείες είναι μακριά, που
νά φέρνεις γιατρό! Κι ύστερα, τί ξέρουν κι αύτοί; τόν κακό τους τόν καιρό! 'Έχουμε έδω τον παπά μας, αύτός κατέχει παλιά γιατροσόφια, θα τόν πλερώσω να κάμει κι εύκέλαιο, και θά γιάνει, και θά κοστίσει και πιό φτηνά.»
Μά τα μαντζούνια του παπα πi'jγαν χαμένα, τό ευκέλαιο δεν fπιασε, κι ή κοπέλα πέθανε, δεκαφτα χρονων, και γλίτωσε από τόν κύρη της γλίτωσε κι αυτός άπό τα πολλα τά έξοδα του γάμου Μιά μέρα, λίγους μi'jνες μετά τό θάνατό της, κάθισε και τα λογάριασε: Προίκα τόσο άπάνω κάτω, ρουχισμός, τραπέζια, καρέκλες, τόσα, θ' άναγκάζουνταν να καλέσει στο γάμο τους συγγενείς, κι αύτοι θένε να φάνε τον περίδρομο, βάλε κρέατα, ψωμιά, ιcρασιά, τόσα 'Έκαμε τη σούμα, πάρα πολλά έξοδα, θά τον ξετίναζε ή θυγατέρα του, δέν πειράζει τό λοιπόν, ολοι θα πεθάνουμε Γλίτωσε κι άπό τα βάσανα το\) κόσμου - άντρες, παιδιά, άρρώστιες, μπουγάδες Τυχερη στάθηκε, δ Θεός σχωρέσ' τη!
Μπi'jκε ή Μαριορη μέ τό δίσκο, χαιρέτησε χαμοβλεπούσα τους προεστούς, στάθηκε μπροστα άπό τόν άρχοντα Χλωμή, μεγαλομάτα, γαϊτανοφρύδα, μέ δυό χοντρές πλεξουδες καστανά μαλλιά, τυλιμένες στεφανωτά γύρα στό κεφάλι Γέμισε δ γεροάρχοντας τρουλωτα τό κουταλάκι του γλυκό βύσσινο, κοίταξε την κοπέλα, σήκωσε τό ποτήρι
- Στις χαρές σου, Μαριορή μου, εύκήθηκε· δ γιός μου βιάζεται
ΤΗταν άρραβωνιασμένη ή παπαδοπούλα μέ τόν μοναχογιό του τό Μιχελή, και δ παπάς καμάρωνε που θά 'κανε τέτοιο συμπεθεριό και θά 'πιανε γρήγορα άγγόνια
- Δέν μπορω νά καταλάβω γιατί βιάζεται τόσο δ βλογημένος δέν μπορεί, λέει, πιά πρόσθεσε γελώντας δ άρχοντας
κι έκλεισε το μάτι στην κοπέλα
Trang 10Κι α()τή κοκκίνισε δ)ς το λαιμό, πλαντοΟσε, δέν μπόρεσε
νά μιλήσει
- Χαρές νά 'χουμε! ε{πε δ παπα-Γρηγόρης, μπαίνοντας με μιά μπουκάλα μοσχάτο κρασί Μέ τήν ε()κή τοΟ ΧριστοΟ και τi'jς Παναγιας!
"Αγριος, κοτσονάτος, μέ διχαλωτtΊ γενειάδα κάτασπρη, καλοθρεμμένος, μύριζε λιβάνι και βούτυρο ΕΤδε τήν κόρη του
νά κοκκινίζει καί, γιά ν' άλλάξει κουβέντα:
- Πότε μέ το καλό θά παντρέψεις και τήν παρακόρη σου
το Λενιό; ρώτησε
ΤΟ Λενιο ήταν μιά άπο τις μπασταρδοποΟλες που δ άρχοντας ε{χε σκαρώσει με τις παραδουλεΟτρες του Τήν εΤχε άρραβωνιάσει με τον ημερο πιστό τσοπάνη του, τό Μανολιό, και τήν εΤχε άρχοντικά προικίσει μ' fva κοπάδι πρόβατα, που τά 'βοσκε
δ Μανολιος στο άντικρινο βουνό τi'jς Παναγιας
- "Αν θέλει δ Θεός, άποκρίθηκε, αύτές τις μέρες τό Λενιό, λέει, βιάζεται Βιάζεται τό καλορίζικο· σηκώθηκε, μαθές, τό βυζί του καί θέλει νά βυζάξει γιό «Μάης μπαίνει, μοΟ 'πε προχτές, Μάης μπαίνει, άφεντικό, και πρέπει νά βιαστοσμε.»
Γέλασε πάλι καλόκαρδα, τά προγούλια του σείστηκαν
- Τό Μάη ε{πε, παντρεύουνται τά γαϊδούρια, fχει δίκιο τό Λενιό· πρέπει νά βιαστοΟμε 'Aνθρc7>πoι εΙναι κι αύτοί, καΙ ας εΙναι και φαμέγοι
λα στό μοναστήρι - Τό Μανολιό μονάχα μη μοΟ ζητήσεις, εΙπε δ Μανασής - 'Ίσια ίσια, αυτόν θέλω, γέροντά μου· νά τόν πάρω στη δούλεψή μου.» Άναστέναξε δ γέροντας «Τόν fxro σάν παιδί μου, εΤπε, παράπονο δέν έχω μαζί του ΕΙμαι άνήμπορος κι έρημος, δεν έχω άλλη συντροφιά· κάθε βράδυ τοΟ κουβεντιάζω γιά τους άσκητές και τους άγιους μαθαίνει
κι αύτός, περνάει και μένα ή ώρα μου - " Ασ' τον, γέροντα,
νά μπεΙ στόν κόσμο, νά κάμει παιδιά, νά ζήσει· κι άμα σιχαθεΙ
Trang 11τη ζωή, καλογερεύει.» Με τά πολλά, τόν κατάφερα και τόν πηρα' και τώρα τοί\ δίνω τό Λενιό' ή ωρα ή καλή!
- Θά σοί\ κάμει κι αγγόνια εΙπε δ γερο-Λαδας χιχιρίζοντας
με κακία καΙ πηρε στή μύτη τοί\ κουταλιοΟ του fva βύσσινο,
τό μασούλισε, ήπιε μιά ρουφιά μοσχάτο, ευκήθηκε:
- Kαλd κέρδη τα στις δουλειές μας, ό Θεός νά βάλει τό χέρι του νά μην πεθάνουμε της πείνας Τ' αμπέλια και τά σπαρτά έφέτο δεν εΙναι καλά, θά χαθοί\με
- 'Έχει δ Θεός, αποκρίθηκε με την αγριοφωνάρα του ό παπάς, εχει ό Θεός, γερο-Λαδα μου, κουράγιο Σφίξε τη ζώνη σου, μην κάνεις κατάχρησες, τό πολυ φαί βλάφτει Κι άσε και τά χουβαρνταλίκια, μή σκορπας ετσι τό βιός σου στους φτωχούς
Ξέσπασε στά γέλια δ άρχοντας, τό σπίτι σείστηκε
- Κάμετε έλεημοσύνη, χριστιανοί, ό γερο-Λαδας πεθαίνει της πείνας! κλαψούρισε άπλώνοντας ζητιάνικα την παχιά του χερούκλα
'Ακούστηκε περπάτημα βαρύ, ή σκάλα ετριξε
- Κατάφτασε κι δ καπετάν Φουρτούνας, δ γερο-λύκος, εκα
με δ παπάς και σηκώθηκε νά τοί\ ανοίξει την πόρτα Στάσου, Μαριορή μου, μή φεύγεις, νά τόν κεράσουμε Πάω νά τοί\ φέρω fva νεροπότη ρο και τη ρακή' αυτός τό κρασί δεν τό καταδέχεται Κοντοστάθηκε ό καπετάνιος απόξω από την πόρτα, νά πάρει ανάσα' μπηκε γελαστός, μά ό Ιδρώτας ετρεχε από τό κούτελό του Πίσω του πρόβαλε λαχανιασμένος δ δάσκαλος, που εlχε τρέξει νά τόν προφτάσει' κρατοί\σε στό χέρι τό σκοί\φο του κι
�Kανε άέρα τη στιγμή έκείνη πρόβαλε κι ό παπάς με τη ρακή
- Χριστός ανέστη, παλικάρια! εlπε ό καπετάνιος στους τρείς γέρους
'Έσφιξε τά χείλια και κάθισε, δσο μποροί\σε πιό σβέλτα, στό μεντέρι Στράφηκε στην κοπέλα:
- Δε θέλω γλυκά καΙ καφέδες, Μαριορή μου, αυτά 'ναι γιά τις κοκόνες καΙ γιά τους γέρους τό ποτηράκι αυτό, που έσεΤς
τό λέτε νεροπότηρο, με φτάνει' στίς χαρές σου! εΙπε και τό κατέβασε μονορούφι
-Μεγάλη μέρα σήμερα, εΙπε δ δάσκαλος ρουφώντας τό καφεδάκι του' σε λίγο θά ' ρθει δ λαός, πρέπει νά βιαστοΟμε νά
πάρουμε απόφαση
Βγηκε εξω ή Μαριορη με τό δίσκο, μαντάλωσε ό παπας ηΊν πόρτα Τό φαρδύ του ήλιοψημένο πρόσωπο πηρε ξαφνικά προφητικό μεγαλείο' κάτω από τά πυκνά του φρύδια τα μάτια του
Trang 12dστραφταν 'Έτρωγε καλα δ παπας τουτος, έπινε, χοντρολογουσε Όταν ήταν στα κέφια του, έδερνε Όταν θύμωνε· ακόμα καί τώρα, στα γεράματά του, κοίταζε τίς γυναικες και τό αίμα του έβραζε· τό κεφάλι του, τό στηθος του, τα νεφρά του ήταν γεμάτα ανθρώπινα πάθη Μα Όταν εμπαινε στή λειτουργια fι Όταν άπλωνε τό χέρι του να δό)σει τήν εύκή fι να ρίξει τήν κατά
ρα, ένας άνεμος άγριος της έρήμου φυσουσε απάνω του, κι δ
παπα-Γρηγόρης, δ φαγάς, δ πιοτής, δ χοντρολόγος, γίνουνταν προφήτης
- ' Αδερφοι πρόκριτοι, είπε με βαρια φωνή, έπίσημη είναι
ή μέρα τούτη, δ Θεός μας βλέπει και μας αιcoύει· δ,τι θα πουμε στήν κάμαρη τούτη θα τό γράψει στα κατάστιχά του, εχετε το νου σας! Άναστήθηκε δ Χριστός, μα μέσα μας είναι ακόμα σταυρωμένος απάνω στή σάρκα· ας τόν αναστήσουμε και μέσα μας, αδερφοί δημογέροντες! Ξέχασε, άρχοντά μου, μια στιγμή
τα έπίγεια, καλα βολεύτηκες στα χώματα τουτα έσυ κι ή γενιά σου· εφαες, ήπιες καί φίλησες περίσσια, σήκωσε μια στιγμή απάνω απ' Όλα τουτα τ' αγαθα τό νου σου και βόηθα να πάρουμε μιαν απόφαση Και σύ, γερo-Λαδa, ξέχασε, τέτοια έπίσημη μέρα, τα λάδια σου και τα κρασια και τις χρυσες τούρκικες λίρες πού 'χεις στοιβαγμένες στα σεντούκια σου Σε σένα, δάσκαλε, αδερφέ μου, δεν έχω τίποτα να πω· έσένα δ νους σου στέκεται πάντα απάνω άπο φαγια και λίρες χρυσες καί γυναικες, και συντυχαίνει με τό Θεό καί με τήν Έλλάδα· μα έσύ, γεροκαπετάνιο άμαρτωλέ, γέμισες τήΜαύρη Θάλασσα με τίς ανομίες σου· συλλογίσου σήμερα πια τό Θεό καΙ βόηθα καί συ να πάρου
με μια σωστήν άπόφαση
Ό καπετάνιος φουρκίστηκε
- "Ασε τα περασμένα, γέροντα, φώναξε, δ Θεός θα κρίνει!
"Αν είχαμε κι έμεις το λεύτερο να μιλήσουμε, θά 'χαμε, θαρρό'>, κάμποσα να πουμε καί για τήν άγιοσύνη σου
- Μίλα, γέροντα, μα νά 'χεις καί τό νου σου· σε προεστους μιλίiς! είπε δ άρχοντας ζαρώνοντας τα φρύδια
- Σε σκουλήκους μιλω! φώναξε δ παπας θυμωμένος Κι έγώ σκούληκας, μή με αντισκόβετε· ό λαός, δπου νά 'ναι, ερχεται, και πρέπει νά 'χουμε πάρει άπόφαση Άκουστε, το λοιπόν: Συνήθεια παλιά, πάππου προσπαππου, στο χωριό μας, κάθε έφtα χρόνια να διαλέγουμε απ' δλους τους χωριανους πέντ' εξι που θα ζωντανέψουν με τα κορμιά τους, σαν ερθει ή Μεγάλη Βδομάδα, τα Πάθη του Χριστου τα εξι πέρασαν, μπαίνουμε στα έφτά· πρέπει σήμερα έμείς, οΙ κεφαλες του χωριου,
Trang 13να διαλέξουμε ποιοΙ άπ' όλους τούς χωριανούς μας εΤναι άξιοι
να σαρκώσουν τούς τρείς μεγάλους άπόστολους, τον Πέτρο, τον 'Ιάκωβο, τον 'Ιωάννη· και ποιός τόν 'Ιούδα τόν Ίσκαριώτη, και ποια τη Μαγδαληνη την πόρνη Κι άπάνω απ' όλους ποιος - ήμαρτον, Θεέ μου! - θα μπορέσει, κρατώντας όλο τό χρόνο την καρδιά του καθαρή, να παραστήσει το Χριστό τό Σταυρωμένο
Σταμάτησε δ παπας μια στιγμη να πάρει ανάσα· βρηκε καιρό δ δάσκαλος κι άρχισε τό καρύδι τοσ λαιμου του ν' ανεβοκατε βα ί νει
- Μυστήριο το λέγαν οΙ παλαιοί, εΤπε· άρχιζε την Κυριακη tli'>v Baytli'>V στο νάρθηκα της έκκλησιάς καΙ τέλευε τό Μεγάλο Σάββατο τα μεσάνυχτα, στό περιβόλι, με τοσ Χριστοσ την ανάσταση ΟΙ εΙδωλολάτρες εΤχαν τα θέατρα και τα τσίρκα, οι χριστιανοί τα μυστήρια
Μ α δ παπα-Γρηγόρης τoίJ 'κοψε τη φόρα
- Καλά, καλά, ε{πε, τα ξέρουμε, δάσκαλε, άσε με να τελειώσω τα λόγια γίνουνται σάρκα, βλέπουμε πια με τα μάτια μας, ά:ΥΎίζουμε τα Πάθη τοσ Χριστοσ Άπ' δλα τα κοντοχώρια μαζεύουνται προσκυνητές και τσαντιρώνουν γύρα άπό την έκκλησια και κλαΙνε και στηθοδέρνουνται δλη τη Μεγάλη Βδομάδα κι αρχίζουν τέλος τα γλέντια καί τούς χορους με τό Χριστός άνέστη Πολλα θάματα γίνουνται τις μέρες έκεΙνες,
τα θυμαστε, αδερφοι προεστοί, πολλοι άμαρτωλοί τους παίρνουν
τα κλάματα και μετανooίJν, και κάμποσοι νοικοκυραΙοι άναθιβάνουν τί άμαρτίες �Kαμαν για να θησαυρίσουν κι άφιερώνουν ενα αμπέλι iΊ ενα χωράφι στην έκκλησιά, να σώσουν την ψυχή
τη γνώμη του • Αρχοντά μου, εΤσαι δ πρli'>τoς δημογέροντας, μίλησε πρli'>τος, άκoίJμε
- Τόν 'Ιούδα τόν εχουμε! πετάχτηκε κι εΤπε δ καπετάνιος Καλύτερο δέ θα βρoίJμε, τόν Παναγιώταρο τό Γυψοφά ΕΙναι άγριάνθρωπος, βλογιοκομμένος, χεροδύναμος, σωστός ουραγκοτάγκος �χω ενα τέτοιον δεΙ στην Όντέσσα· καΙ το σπουδαιότερο: �χε\ τα γένια και τα μαλλια που χρειάζεται: κατακόκκινα,
Trang 14το\) διαόλου
- Δεν είναι ή σειρά σου, καπετάνιο, είπε ό παπας με αύστηρότητα· μη βιάζεσαι, άλλοι έχουν τα πρωτεία· λοιπόν, άρχοντά μου;
- τι να σο\) πώ, γέροντα, αποκρίθηκε ό άρχοντας έγω fva μονάχα πράμα θέλω: να βάλετε τό γιό μου τό Μιχελη να κάνει
τό Χριστό
- Δε γίνεται, ξέκοψε τσεκουράτα ό παπάς δ γιός σου είναι άρχοντόπουλο καΙ πολλό: παχύς, καλοθρεμμένος, καλοζωισμένος κι ό Χριστός ήταν φτωχός κι άδύνατος Δεν ταιριάζει, καί να με συμπαθας Κι έπειτα, είναι ό Μιχελης για τέτοιο δύσκολο έργο; Θα μαστιγωθεί, θα το\) βάλουν άκάνθινο στέφανο,
θα τόν άνεβάσουν στό σταυρό, ό Μιχελης δε θα βαστάξει, θες ν' αρρωστήσει;
- ΚαΙ τό σπουδαιότερο, πετάχτηκε πάλι ό καπετάνιος, δ Χριστός ήταν ξανθός, κι δ Μιχελης εχει μα\)ρα καραμπογια μαλλια καΙ μουστάκια
- τη Μαγδαληνη την εχουμε, είπε κι δ Λαδας χιχιρίζοντας, τη χήρα την Κατερίνα "Ολα τά 'χει ή κολασμένη' καΙ πόρνη είναι, καΙ δμορφη, καΙ μακρια μαλλια εχει τετράξανθα, της φτάνουν &ς τα γόνατα την είδα μια μέρα να χτενίζεται στην αύλή της, φτου να χαθεί, καΙ Μητροπολίτη μπορεί να κο-
·0 καπετάνιος άνοιξε τό στόμα να πεί πάλι καμια χοντράδα,
μα δ παπας τόν αγριοβλεφάρισε κι δ σπανός κατάπιε τη γλώσσα του
- τους κακους τους βρίσκουμε ε()κολα, εκαμε δ παπάς, τόν 'Ιούδα, τη Μαγδαληνή' μα τους καλούς; Έδώ σας θέλω! Πρέπει, θαρρώ, να κάμουμε αβαρία Πο\) να βρot:ίμε - ημαρτον, Κύριε!
- άνθρωπο να μοιάζει το\) Χριστο(j; Μα πάνω κάτω ας είναι
να to(j μοιάζει λίγο σωματικά Έγω μέρες καΙ βδομάδες τό κλώθω στό VO(j μου καΙ νύχτες πολλες δεν κοιμήθηκα Μά, μο(j φαίνεται, ό Θεός με λυπήθηκε, βρf\κα
- Ποιόν; εκαμε δ γερο-άρχοντας πικαρισμένος' γιά ν' άκούσουμε
- Με την ιtδειά σου, άρχοντά μου, �ναν άνθρωπο δικό σου, που τόν αγαπάει κι ή άφεντιά σου, τόν τσοπάνη σου τό Μανολιό! Είναι ήσυχος, γλυκομίλητος, ξέρει τα γραμματάκια του - παλιό καλογεροπαίδι, μαθες - εχει καΙ μπλάβα μάτια
κι ενα γενάκι ξανθό σαν τό μέλι ·Ετσι ζωγραφίζουν καΙ τό Χριστό Κι είναι καΙ θεοφοβούμενος κάθε Κυριακή κατε-
Trang 15βαίνει άπό τό βουνό για ν' άκούσει τη λειτουργιά, κι όσες φορές μετάλαβε και τόν ξομολόγησα, δεν του βρηκα ψεγάδι
- Είναι μια στάλα άλαφροίσκιωτος, τσίριξε δ γερο-Λαδάς βλέπει φαντάσματα
- Καλό είναι αύτό, βεβαίωσε δ παπάς, να μου τό θυμάστε
Ή ψυχη νά 'ναι καθαρή!
- Κι άντέχει να φάει ξύλο, να τόν άγκυλώσουν τ' άγκάθια και να σηκώσει τό σταυρό Κι είναι και βοσκός, καλό κι αύτό· βοσκός είναι 1C1 δ Χριστός στ' ανθρώπινα κοπάδια, είπε κι δ δάσκαλος
- του δίνω την άδεια, είπε δ άρχοντας, άφου συλλογίστηκε κάμποσην ώρα· μα δ γιός μου;
- Αύτός κάνει για Ίωάννης, είπε δ παπας μ' ενθουσιασμό
·Εχει ό,τι χρειάζεται: παχύς, άφράτος, μαυρα μαλλιά, μάτια άμυγδαλωτά, άπό καλό σπίτι, τέτοιος ήταν κι δ άγαπημένος μαθητής
- Για 'Ιάκωβος, εΤπε δ δάσκαλος κοιτάζοντας δειλα τόν άδερφό του τόν παπά, καλός μου φαίνεται, δεν μπόρεσα να βρlb καλύτερον, δ Κωσταντής δ καφετζής: είναι άγριωπός, ξερα� κιανός, άγουρομίλητος και πεισματάρης ετσι παρασταίνουν και τόν άπόστολο Ίάκωβο
- Κι εχει και μια γυναίκα πού του ψήνει τό ψάρι στα χείλια, είπε, πάλι δ καπετάνιος 'Ήταν παντρεμένος κι δ άπόστο-λος, τί λές, σοφολογιότατε; -
- Μ ήν παίζεις με τα Ιερά, άθεόφοβε! φώναξε δ παπας νεuριασμένος Δεν είσαι στό καράβι σου να χοντρολογάς με τούς μούτσους έδlb είναι μυστήριο
Ό δάσκαλος πηρε κουράγιο
- Πέτρος καλούτσικος, είπε, μου φαίνεται δ πραματευτηι;
δ Γιαννακός: στενό μέτωπο, κατσαρα γκρίζα μαλλιά, κοντοπίγουνος, θυμώνει και ξεθυμώνει, άνάβει και σβήνει εσκολα σαν τήν ίσκα· μα είναι καλη καρδιά Καλύτερον Πέτρο δε βρίσκω στό χωριό μας
- Λίγο κλεφταράκος, είπε δ άρχοντας κουνώντας τη βαρια κεφάλα Μα εμπορος είναι, τί περιμένεις; Δεν πειράζει
- Λένε, σούριξε πάλι δ γερo-Λαδaς, πώς αύτός σκότωσε
τη γυναίκα του Τήν εσκασε
- Ψέματα, ψέματα! φώναξε δ παπάς· εμένα να ρωτάτε! WΕφαε Τι μακαρίτισσα μια μέρα άπό τή λαιμαργία της ενα κιουπάκι αιμα ροβίθια κι υστερα την επιασε δίψα, ηπιε, ηπιε νερό μια λαγήνα, διψουσε Τι κακομοίρα, πρήστηκε κι εσκασε Μ ήν
Trang 16κριματίζεσαι, γερο-Λαδal
- Καλα να πάθειl εΤπε δ καπετάνιος αύτα κάνει το νερό,
aς επι νε ρακή
- Θέμε ακόμα εναν Πιλάτο κι εναν Καίάφα, εΤπε δ δάσκαλος ζόρικο μου φαίνεται να βρουμε
- Καλύτερον Πιλάτο από την εύγενία σου, άρχοντά μου,
δε θα βρουμε, εκαμε γλυκαίνοντας τη φωνή του δ παπάς Μη
ζαρώνεις τα φρύδια, δ Πιλάτος ήταν μέγας άρχοντας κι αύτος
κι ε{χε το παράστημά σου: άρχοντάνθρωπος, καλοθρεμμένος, καλοπλυμένος, με προγούλια Και καλός άνθρωπος εκαμε δ,τι μποροϋσε να σώσει το Χριστο και στο τέλος είπε: «Πλένω, ξεπλένω τα χέρια μου» κι έτσι γλίτωσε άπο το κρίμα Δέξου, άρχοντά μου, καΙ θα δώσουμε μεγαλείο στο μυστήριο Φαντάσου τί δόξα για το χωριό μας καΙ τί κόσμος θα κουβαληθεί σα μαθευτεί πως δ μέγας άρχοντας Πατριαρχέας θα κάνει τον
Πιλάτο!
Ό άρχοντας χαμογέλασε με καμάρι, άναψε το τσιμπούκι το\) καΙ δε μίλησε
- Καϊάφα περίφημο κάνει δ γερο-Λαδaςl πετάχτηκε πάλι
δ καπετάνιος Καλύτερο Καϊάφα που θα βρουμε; του λόγου σου, γέροντα, πού ζωγραφίζεις κιόλα, δε μου λες πiOς τον στΟρουνε τον Καϊάφα στα κονίσματα;
- Μα έκαμε δ παπας ξεροκαταπίνοντας, άπάνω κάτω σαν
το γερο-Λαδa Πετσ! καΙ κόκαλο, λΙΥδοτάμπαρο, με
- ΚαΙ το μουστάκι του εΤχε τριχοφά; ρώτησε πάλι το πειραχτήριο δ καπετάνιος ΚαΙ δεν έδινε μήτε του άγγέλου το\)
νερό; ΚαΙ κρατουσε τα παπούτσια του στην άμασκάλη γιά νά μην καταλυθουν οΙ σόλες;
- Θά φύγω! φώναξε δ Λαδaς, καΙ πετάχτηκε ciπο το μεντέρι Νά μπείς του λόγου σου, καπετάν Σπανομαρίαl Δέ χρεια
ζόμαστε κι ενα σπανό;
- Έγω θ' ciπομείνω ρεζέρβα, εΤπε δ καπετάνιος γελώντας κι lKavs πως εστριβε το μουστάκι του Μπορεί, μαθές, στο χρόνο ciπάνω, άνθρiOποι είμαστε, γέροι είμαστε, ενας άπο τούς δυό σας, του λόγου σου, μουστακαλη Λαδa, γιά Τι ciφεντιά του δ Πιλάτος, να τινάξετε τα πέταλα· καΙ τότε έγω θα πάρω ττ) θέση του, να μη χαλάσει τό μυστήριο
- Να βρείτε dλλoν Καϊάφα, αύτο πού σaς λέω! ξεφώνισε
δ γερο-έξηνταβελόνης έχω καΙ νά ποτίσω, θα φύγωl
Κα! τράβηξε κατά την πόρτα� Μά δ παπάς με μιά δρασκελιά
Trang 17στάθηκε στήν πόρτα κι άπλωσε τά χέρια
- Ποϋ πας, εΤπε, ερχεται ό λαός, δε θά φύγεις δέ θά γίνουμε ρεζίλι!
Κι Gστερα πιο μαλακά:
- Πρέπει νά κάμεις μιά θυσία καί το\} λόγου σου, κυρ προεστέ Συλλογίσου καί τήν Κόλαση Πολλά σου κρίματα θά συχωρεθοϋν αν μας βοηθήσεις στο θεάρεστο αυτο εργο μας Καλύτερον Καϊάφα δε θά βροϋμε, μήν άντιστέκεσαι ·0 Θεός
θά τό γράψει στά κατάστιχά του
- Καϊάφας έγω δε γίνουμαι! φώναξε ό γερο-Λαδας κατατρομαγμένος Νά βρείτε άλλον! Και τά κατάστιχα που λές
Μά δεν πρόλαβε νά τελέψει το λόγο του' άνέβαιναν κιόλα
τή σκάλα οί χωριανοί, κι ό παπάς ξεμαντάλωσε τήν πόρτα
- Χριστός άνέστη! χαιρέτησαν μιά δεκαριά χωριανοί, φέρνοντας τις άπαλάμες στό στήθος, ύστερα στά χείλια, Gστερα στό κούτελο, καΙ παρατάχτηκαν όρθιοι τοίχο τοίχο
- Άληθιος άνέστη! άπηλογήθηκαν οΙ προεστοΙ καΙ ταχτοποιήθηκαν άπάνω στό μεντέρι σταυροπόδι
'Έβγαλε τήν ταμπακέρα του ό άρχοντας καΙ τήν εδωκε νά στρίψουν τσιγάρο
- Πήραμε άπόφαση, παιδιά μου, εκαμε δ παπάς ηρθατε άπάνω στήν ώρα, καλΙΟς δρΙσατε!
Χτύπησε τά παλαμάκια, 1'ίρθε ή Μαριορή
- Μαριορή, εΤπε, κέρασε τά παλικάρια' καΙ φέρε κι άπό ενα κόκκινο αυγό τοσ καθενός γιά τό Χριστός άνέστη!
-Ήπιαν, φούχτωσαν καθένας τό κόκκινό του αυγό, περίμεναν
- Παιδιά μου, άρχισε δ παπάς χαδεύοντας τή διχαλωτή νειάδα του' σας ξήγησα χτές, μετά τή λειτουργία, τΙ σας θέλου
γε-με Μεγάλο μυστήριο εΤναι νά γΙνει τό ερχόμενο Πάσχα στο χωριό μας, και πρέπει όλοι, μικροΙ μεγάλοι, νά δώσουμε χέρι Θυμαστε δλοι σας, πριν άπό εξι χρόνια, τΙ Μεγάλη Βδομάδα 1'ίταν εκείνη τι κλάματα που ξέσπασαν στο νάρθηκα, τί σπαραχτικά μοιρολόγια' κι Gστερα, τήν Κυριακή της Άνάστασης,
τΙ χαρές 1'ίταν εκείνες, τΙ λαμπάδες άναμμένες, τΙ άγκάλες άνοιχτές, πΙΟς πιαστήκαμε δλοι στο χορό, ψέλναμε τό «Χριστός άνέστη εκ νεκριον» κι είχαμε γΙνει δλοι άδέρφια! Τέτοια, κι άκόμα καλύτερα, πρέπει νά γίνουν, το χρόνο που μας ερχεται,
τά Πάθη κι ή • Ανάσταση τοϋ Χριστοϋ Ε{στε σύμφωνοι, άδερφοΙ;
- Σύμφωνοι, γέροντά μου! άπoKρiθηKαν δλοι με μιά φωνή'
με τήν εόκή σουl
- Με τήν εόκή το\} Θεο\}1 εΙπε ό γέροντας καΙ σηκώθηκε
Trang 18Διαλέξαμε οΙ προεστοί ποιοί άπό τούς χωριανούς θά σαρκώσουν έφέτο τα Πάθη το() Χριστο\), ποιοι θα γίνουν απόστολοι, ποιοι Πιλάτος καΙ Καϊάφας και ποιός Χριστός Στ' όνομα το\) Θεο()· ζύγωσε, Κωσταντή!
Ό καφετζης δίπλωσε την ποδιά του, κάρφωσε την άκρα της στο πλατύ κόκκινο ζωνάρι του, ζύγωσε
- Έσένα, Κωσταντή, διαλέξαμε οΙ προεστοί να κάνεις τόν 'Ιάκωβο, τόν αύστηρό αδερφό του 'Ιησου Μεγάλο βάρος, θεϊκό, καί πρέπει να το σηκώσεις τιμημένα, να μην ντροπιάσεις τον απόστολο Πρέπει να γίνεις, από σήμερα καί πέρα, Κωσταντή, καινούριος άνθρωπος καλός εΙσαι, μα να γίνεις καλύτερος Πιο τίμιος, πιο γλυκομίλητος, πιο ταχτικός στην έκκλησιά Να βάνεις πια λιγότερο κριθάρι στον καφέ, να μην ανακατεύεις τ' αποπιοτίδια με το κρασί πού πoυλaς, να μην κόβεις
το λουκούμι στη μέcη, να το πoυλaς για αλάκερο Κι εχε το νο\) σου να μην ξαναδείρεις τη γυναίκα σου, γιατί από σήμερα και πέρα δεν εΙσαι μονάχα δ Κωσταντής, παρα κι δ Ίάκωβος, κατάλαβες; Κατάλαβα να λές
- Κατάλαβα, αποκρίθηκε δ Κωσταντης καταντροπιασμένος
κι άποτραβήχτηκε στόν τοίχο
'Έκαμε να πεί: «Δε δέρνω έγώ τή γυναίκα μου, αύτή με δέρνει», μα ντράπηκε
- που 'ναι δ Μιχελής; ρώτησε δ παπάς τόν έχουμε ανάγκη
- Κοντοστάθηκε στην κουζίνα και κουβεντιάζει με την κόρη σου, αποκρίθηκε δ Γιαννακός
- "Ας πάει fνας να τον φωνάξει· ζύγωσε τώρα το() λόγου σου, κύρ Γιαννακό!
Ό πραματευτής έκαμε fνα βημα, φίλησε τό χέρι του παπ/!
- Σε σένα, Γιαννακό, επεσε δ βαρυς κληρος να κάνεις τόν απόστολο Πέτρο Τό νο\) σου! Λησμόνησε τόν παλαιον άνθρωπο, βάφτισμα εΙναι τουτο μυστικό, βαφτίζεται δ δο()λος
το\) Θεου Γιαννακός καί γίνεται απόστολος Πέτρος! πα.ρε τό Εύαγγέλιο, ξέρεις λίγα γραμματάκια, έκεί θα δείς τί ήταν δ Πέτρος, τί εΤπε, τΙ έκαμε, θα σο\) αρμηνεύω κι εγώ Στραβόξυλο εΤσαι και το\) λόγου σου, Γιαννακό, μα εχεις καλη καρδιά· ξέχασε τα περασμένα, κάμε τό σταυρό σου, άνοιξε καινούρια στράτα, έμπα στη στράτα το\) Θεο\): να μην κλέβεις πια στο ζύγι, να μήν πουλάς τόν KOUKO για αηδόνι, να μην ανοίγεις πια τα γράμματα καΙ να διαβάζεις τα μυστικα τι'Ilν ανθρώπων
"Ακοης; Άκούω κι όπακούω, να λές
- Άκούω κι όπακούω, γέροντά μου, αποκρίθηκε δ
Trang 19Γιαννα-κος κι άποτραβήχτηκε γρήγορα γρήγορα στόν τοίχο
Φοβήθηκε μην άρχίσει δ διαολόπαπας και τα βγάλει όλα του τ' άπλυτα στη φόρα Μά δ παπάς τόν λυπήθηκε, σώπασε'
κι δ Γιαννακός τότε πηρε κουράγιο:
- Γέροντά μου, είπε, μια χάρη σου ζητ& Θαρρώ πως μέσα στό Ευαγγέλιο εχει κι ενα γαϊδουράκι ·Οταν μπηκε, θαρρ&, στην Ίερουσαλημ δ Χριστός τη μέρα τών Βαγιών, τό καβαλίκευε Χρειαζόμαστε τό λοιπόν κι ενα γαϊδουράκι' το γαϊδουράκι αυτό νά 'ναι το δικό μου
- 'Άς γίνει το θέλημά σου, Πέτρο, να μπεί και το γαϊδουράκι σου, άποκρίθηκε δ παπάς, κι ολοι εσπασαν στα γέλια
τη στιγμη έκείνη μπηκε δ Μιχελής παχύς, άφράτος, ροδοκόκκινος, μ' εναν κατιφέ στο αότί του, μ' ενα χρυσο άρραβώνα στο δάχτυλο ΤΗταν βουτημένος στην τσόχα και στο άτλάζι καί τα μάγουλά του εκαιγαν' είχε άγγΙξει τώρα να τό χέρι της Μαριορης κι άκόμα α.ποκρατουσε τη φλόγα
- Καλώς τον κανακάρη μας τό Μιχελή, είπε δ γέροντας καμαρώνοντας το μελλούμενο γαμπρό του' εσένα, με μιά φωνή, διαλέξαμε νά σαρκώσεις τόν άγαπημένο μαθητη του ΧριστοΟ, τόν 'Ιωάννη Τιμη μεγάλη, χαρα μεγάλη, Μιχελή μου' έσύ
θά cncύβεις στον κόρφο τοΟ ΧριστοΟ και θα τον παρηγορΙϊς έσύ θα τον άκολουθήσεις, ό'ις την τελευταία στιγμή, στο σταυ
ρό, ένώ οΙ επίλοιποι μαθητές θά 'χουν σκορπίσει' καΙ σε σένα
θά έμπιστευτεί δ Χριστός τη μάνα του
- Με την ευκή σου, γέροντά μου, είπε δ Μιχελης καί κοκκίνισε ευχαριστημένος άπό μικρός καμάρωνα τόν άπόστολο αυτόν στα κονίσματα, ήταν νέος, όμορφος, γεμάτος γλύκα, καΙ μοΟ αρεσε' ευχαριστιΥ>, γέροντά μου 'Έχεις καμιά παραγγελιά νά μοσ κάμεις;
- Καμιά, Μιχελή μου' ή ψυχή σου είναι αθώα περιστερά,
ή καρδιά σου γεμάτη άγάπη' δε θα ντροπιάσεις τόν άπόστολο, fχε την ευκή μου!
- Τώρα πρέπει νά βρουμε καΙ τον 'Ιούδα 'Ισκαριώτη, είπε,
κι έρευνοοσε με τό άρπαχτικό του μάτι τούς χωριάτες εναν εναν
Κι αυτοί άνατρίχιαζαν νιώθοντας τό άγριο μάτι απάνω τους
«Βόηθα, Θεέ μου, μουρμούριζε καθένας, δε θέλω, δε θέλω 'Ιούδας!»
ΤΟ μάτι του σταμάτησε στά κόκκινα γένια τοΟ Γυψοφα
- Παναγιώταρε, άκούστηκε ή φωνη τοΟ παπα, γιά ζύγωσε
νά σοΟ ζητήσω μιά χάρη!
·0 ΠαναΥιώταρος τίναξε τούς ώμους καΙ τό χόντρο
Trang 20σβέρ-κο, σά βόδι που θέλει νά ξεζευλίσει Μιά στιγμη τοΟ ή ρθε νά φωνάξει: «Δεν ερχουμαι!», μά δείλιασε τους προεστούς
- Στους δρίσμούς σου, γέροντα, εΙπε και ζύγωσε βαριοπατώντας σάν άρκούδα
- Βαριά 'ναι ή χάρη που θά σοΟ ζητήσουμε, μά δε θά μliς
χαλάσεις' χατίρι· γιατ!, ας φαίνεσαι τραχυς κι ανάποδος, ή
καρδιά σου είναι τρυφερή· είσαι πετραμύγδαλο, τσόφλι πέτρα, μά μέσα κρυμμένο βαθιά το γλυκο μύγδαλο ΆκοΟς τί λέω, Παναγιώταρε;
- Άκούω, δεν είμαι κουφός, αποκρίθηκε, καΙ το βλογιοκομμένο μουτρο του άναψε
Κατάλαβε τί τον ήθελαν καΙ σιχα{νουνταν τΙς μαλαγανιές και τά καλοπιάσματα
- Χωρις 'Ιούδα σταύρωση δε γίνεται, έξακολούθησε δ παπάς, καΙ χωρίς σταύρωση ανάσταση δε γίνεται Άνάγκη πli
σα το λοιπον ενας από τους χωριανους νά θυσιαστεΙ καΙ νά κάνει τον 'Ιούδα Βάλαμε κληρο κι δ κληρος επεσε απάνω σου, Παναγιώταρε!
- 'Ιούδας έγώ δε γίνου μαι! είπε δ Γυψοφάς ξεκομμένα
·Εσφιξε τη γροθιά του καΙ το κόκκινο αυγό έσπασε, ήταν μελάτο κα! γέμισε ή φούχτα του κίτρινα ζουμιά
Ό άρχοντας τινάχτηκε· σήκωσε τό τσιμπούκι απειλητικά
- τα iSστερα του κόσμουl φώναξε· δε θά κάνουν δλοι έδΘ κουμάντο! Δημογεροντία εΤναι έδώ, δεν εΙναι χάβρα· έβγαλαν οΙ δημογέροντες απόφαση, τέλειωσε· δ λαός πρέπει νά όπακούει • Ακους, Γυψοφά;
- Σέβουμαι τη Δημογεροντία, αντιμίλησε δ Παναγιώταρος,
μά μη μου ζηΤliτε νά προδώσω έγώ το Χριστό· δεν το κάνω!
·0 άρχοντας φυσουσε, ξεφυσο(ίσε, ήθελε να μιλήσει, μά πλάνταζε· δ καπετάνιος βρηκε τρόπο, μέσα στην αναμπουμπού
λα, νά ξαναγεμίσει τό νεροπότηρό του ρακή
- Άνάποδος είσαι καΙ ανάποδα παίρνεις τά πράματα, Παναγιώταρε, εκαμε δ παπας πολεμώντας να γλυκάνει τη φωνή
του Δε θα τον προδώσεις έσυ το Χριστό, κουτεντέ, μά θα κάμεις τάχατε πώς εΙσαι δ 'Ιούδας, πώς προδίνεις το Χριστό, γιά
να μπορέσουμε κι έμεΙς νά τον σταυρώσουμε κι iSστερα νά τον άναστήσουμε Χοντρό 'ναι το μυαλό σου, μά βάλε προσοχή,
θα καταλάβεις: Γιά να σωθεΙ δ κόσμος, πρέπει να σταQρωθεt
δ Χριστός για να σταυρωθεΙ δ Χριστός, πρέπει ενας νά τον προδώσει Βλέπεις το λοιπον πώς, για να σωθε! δ κόσμος,
δ Ίούδας εΤναι απαραίτητος· πιο απαραίτητος από κάθε dλλoν
Trang 21άπόστολο ·Ενας άπόστολος νά λείψει, δεν πειράζει' liv λείψει· δμως δ 'Ιούδας, τίποτα δε γίνεται Ύστερα άπό τό Χριστό, αότός εΤναι δ πιό άπαραίτητος Κατάλαβες;
- 'Ιούδας έγώ δε γίνουμαι! ξανάπε δ Παναγιώταρος, μαλάζοντας μέσα στη φούχτα του τό σπασμένο αόγό Θέτε νά με κάμετε Ίούδα, έγώ δε θέλω, τέλειωσε!
- Παναγιώταρέ μου, Ι;λα, κάμε μας τό χατίρι, εΤπε κι δ δάσκαλος γίνου Ίούδας καΙ θά μείνει τ' όνομά σου άθάνατο
- Κι δ γερο-Λαδάς σε παρακαλεί, είπε κι δ καπετάνιος σφουγγίζοντας τά χείλια του' καΙ γιά τά λεφτά, λέει, που τοΟ χρωστάς, δε θά σε ζορίσει' θ& σοΟ χαρίσει κιόλα, λέει, τους τόκους
- Μην άνακατεύεσαι στις ξένες δουλειές, καπετάνιο! τσίρι
ξε δ γερο-τσιφούτης άγριεμένος Έγώ δε μίλησα' κάνε, Παναγιώταρε, δ,τι σε φωτίσει δ Θεός, έγώ τόκους δε χαρίζωl
Σώπασαν "Ακούστηκε τότε ή βαρια άνάσα τοΟ Παναγιώταρου, που λαχάνιαζε, σά ν' άνέβαινε σε βουνό
- "'Ας μη χασομερο()με, εΤπε πάλι δ καπετάνιος, άφηστε τόν άνθρωπο νά τό γυρίσει στό μυαλό του, νά τό χωνέψει, αυτα δε γίνουνται Ι;τσι στό ποδάρι Δεν εΤναι μικρό πράμα νά γενείς 'Ιούδας, το πράμα θέλει νο() και ρακή, που λέει δ λόγος ΠοΟ 'ναι δ Μανολιός να τελειώνουμε;
- Τόν εΤδαμε νά γλυκοκουβεντιάζει με την άρραβωνιαστικιά του το Λενιό' πο() να ξεκολλήσει! είπε πάλι δ Γιαννακός
- Έδ& εΤμαι, εΤπε κατακόκκινος δ Μανολιός, που εΤχε μπεί κρυφά καΙ στέκουνταν στό άπόγωνο Στους δρισμούς σας, άρχοντες καΙ προεστοΙ
- WΕλα, Μανολιό μου, εκαμε δ παπάς κι ή φωνή του εσταζε μέλι' έλα, νά 'χεις την ευκή μουl
Ό Μανολιός ζύγωσε, φίλησε τό χέρι το() γέροντα 'Ηταν ενας νέος άντρας ξανθός, ντροπαλός, φτωχοντυμένος Μύριζε θυμάρι καΙ γάλα' και τα γαλάζια μάτια του είχαν άνείπωτη παρθενιά
- Ό πιό βαρυς κληρος Ι;πεσε άπάνω σου, ΜανοΛ.ιό, είπε δ γέροντας μ' έπίσημη φωνή Ό Θεός έσένα διάλεξε να ζωντανέψεις με τό κορμί σου, μΑ τη φωνή σού, με τ α δάκρυά σου,
τα ίερα λόγια Έσί> θα βάλεις τον άκάνθινο στέφανο, έσί>
θα μαστιγωθείς, έσυ θα σηκώσεις τόν Τίμιο Σταυρό καΙ θα σταυρωθείς Άπό τά σήμερα &ς τοΟ χρόνου, τη Μεγάλη Βδομάδα, fva πρέπει νά 'χεις στό νοΟ σου, Μανολιό μου, fva μονάχα: π&ς νιι γίνεις άξιος νά σηκώσεις τό φοβερό βάρος τοΟ σταυρο()
Trang 22- Δεν εΤμαι άξιος μουρμούρισε δ Μανολιός κι ετρεμε
- Κανένας δεν είναι άξιος, μά έσένα διάλεξε δ Θεός
- Δεν είμαι άξιος, μουρμούρισε πάλι ό Μανολιός είμαι ραβωνιασμένος, άγγιξα γυναίκα, εχω την άμαρτία στό νο\) μου,
άρ-σε λίγες μέρες παντρεύουμαι Π(ί)ς μπορώ έγω νά σηκώσω τό φοβερό βάρος το\) Χριστο\);
- Μην άντιστέκεσαι στό θέλημα το\) Θεο\), εκαμε δ παπάς
με αύστηρότητα' δχι, δεν είσαι άξιος, μά ή θεία χάρη συχωράει, χαμογελάει και διαλέγει' έσένα διάλεξε, σώπα!
·0 Μανολιός σώπασε, μά ή καρδιά του χτυπο\)σε νά σπάσει' άπό χαρά και τρομάρα Κοίταξε άπό τό παράθυρο' ό κάμπος πέρα άπλώνουνταν γαληνός, μουσκεμένος, καταπράσινος,
ή ψιχάλα εΤχε σταματήσει, κι ώς σήκωσε τη ματιά του δ Μανολιός, άνατινάχτη χαρούμενος: μέγα ούρανοδόξαρο εΤχε κρεμαστεί, δλο σμαράγδι, ρουμπίνι καΙ χρυσάφι, στόν άγέρα κι εσμιγε τόν ούρανό με τη γης
- "Ας γίνει τό θέλημά του, είπε δ Μανολιός πιθώνοντας φαρδιά την παλάμη του άπάνω t:ττα στηθος
- 'Άς ζυγώσουν τώρα κι οΙ τρεΙς άπόστολοι, πρόσταξε δ γέροντας ελα καΙ σύ, Παναγιώταρε, μην άγριεύεις δέ θά σέ φαμε Ζυγ(ί)στε νά πάρετε την εύκή
Ζύγωσαν κι οΙ τέσσερεις καΙ παρατάχτηκαν δεξά καΙ ζερ
βά το\) ΜανολιοlJ ·0 γέροντας άπλωσε τά χέρια του άπάνω άπό τά κεφάλια τους
- Μέ την εόκη 'tO(j ΘεοiJ, εΙπε Πνέμα Κυρίου νά φυσήξει άπάνω σας κι δπως φουσκώνουν την άνοιξη τά δέντρα κι δ,νοίγουν, δμοια ν' άνοίξουν, ας εΤναι καΙ κούτσουρα, οΙ καρδιές σαςl ΚαΙ νά γίνει τό θάμα, νά σας βλέπουν τη Μεγάλη Βδομάδα οΙ πιστοι και νά λέν: «Το\)τος εΤναι δ Γιαννακός, δ Κωσταντής, δ Μιχελής; ·Οχι! δχιΙ Το\)τος εΤναι δ Πέτρος, δ
'Ιάκωβος, δ 'Ιωάννης.» ΚαΙ νά συντηροlJν τό Μανολια μέ τόν άκάνθινο στέφανο ν' άνεβαίνει τό Γολγοθά καΙ νά τούς πιάνει τρόμος ΚαΙ νά σαλεύει πάλι ή γης, νά σκοτεινιάζει δ 1iλιος,
νά σκίζεται τό καταπέτασμα το\) ναο\) μέσα στην καρδιά τους ΚαΙ νά γεμίζουν τά μάτια κλάματα, νά καθαρίζουν καΙ νά βλέπουν ξαφνικά πως δλοι είμαστε άδέρφιαΙ Και νά άναστηθεί
δ Χριστός οχι πιά στό περιαύλι τi'\ς έκκλησιας παρά μέσα στην καρδιά μας • Αμήνl
ΟΙ τρείς άπόστολοι καΙ δ Μανολιός fVtroaav νά περεχύνει τά κορμιά τους κρύος Ιδρώτας τά γόνατά τους λύγισαν Σά νά ζυγαριάστηκε άπάνω άπα τΙς ψυχές τους ενα γεράκι καΙ τρόμαξαψ
Trang 23κουνήθηκαν άθελα τα χέρια τους κι εσμιξαν' εγιναν μια άλυσί
δα, ολοι μαζί, ένωμένοι στον κίντυνο Καί μονάχα δ Παναγιώταρος εσφιξε ηΊ γροθιά του καΙ δεν ήθελε νά σμίξει' κοίταζε
κατα την πόρτα και βιάζουνταν
- Πηγαίνετε τώρα, τούς εΙπε δ γέροντας, στην εύκη το\) Χριστο\)' καινούρια στράτα ανοίγεται μπροστά σας, δύσκολη πολύ, σφίχτε ΤΙς ζό'>νες σας, κάντε το σταυρό σας, δ Θεος βοηθός! ΕΙπε, κι fνας ενας προσκυνο\)σε το γέροντα, χαιρετουσε τούς προεστούς και γλίστραε απο την πόρτα Σηκώθηκαν καΙ
οΙ προεστοί, τέντωσαν τα πόδια τους, τα μπράτσα τους, να ξεμουδιάσουν
- Με τη δύναμη το\) Θεο\), εΤπε δ άρχοντας, όλα καλα τέλειωσαν' καλα τα κατάφερες, μας εβγαλες ασπροπρόσωπους την εύκή σου!
Μα την ώρα πού οΙ προεστοί δρασκέλιζαν το κατώφλι, δ
καπεταν Φουρτούνας χτύπησε τα μεριά του και ξέσπασε στα γέλια:
- Πωπώ! ξεχάσαμε να διαλέξουμε και τη Μαγδαληνή!
- Μη χολοσκας, καπετάνιο, εκαμε δ γερο-άρχοντας πίνοντας το σάλιο του' έγω θα ηΊν καλέσω στο αρχοντικό μου και θα τi;ς μιλήσω Λέω να την καταφέρω πρόσθεσε χαμογελώντας
κατα 'Ά ν εΤναι να μαγαρίσεις μαζί της, άρχοντά μου, εΙπε δ
γέροντας, κάμε το, σα δε φοβασαι το Θεό, προτο\) να της μιλήσεις άμα πια γίνει Μαγδαληνή, καταλαβαίνεις, εΙναι μεγάλη άμαρτία
- Καλα πού μο\) τό 'πες, γέροντά μου, εΙπε δ άρχοντας καΙ ανάσανε, σα να γλίτωσε απο μέγα κ{ντυνο
«'Ανάθεμά μας όλους, μουρμούριζε δ καπεταν Φουρτούνας σαν εμεινε πια μοναχος καί κατηφόριζε, ακουμπώντας βαρια στο ραβδί του, κατά το κονάκι, όπου τον εΙχε καλεσμένο το μεσημέρι δ 'Αγάς, να φανε καί να πιουνε Αύτα τα πράματα, μωρέ, θένε καθαρη καρδιά, κι έμείς είμαστε Σόδομα καί Γόμορρα
» '0 παπάς; Φαταούλας, άνοιξε σπετσαρία, τη λέει έκκλησία καί πουλάει το Χριστο με το δράμι' γιαίνει, λέει ό κομπογιαννίτης, όλες τίς αρρώστιες "η αρρώστια εχεις έσύ;
- Είπα ψέματα -"Ενα δράμι Χριστό, τόσα γρόσια -WΕκλεψα
- Ένάμισι δράμι Χριστό, τόσο - "Εσύ; - Σκότωσα - "Α, βαρια αρρώστια, κακομοίρη Θα πάρεις το βράδυ, πρΙν να ΚΟΙ-
Trang 24μηθείς, πέντε δράμια Χριστό, κοστίζει πολύ, τόσο - Δεν κάνει παρακάτω, γέροντά μου; - ΕΙναι Τι ταρΙφα' πλέρωσε, άλλιως
θά πας στον πάτο της Κόλασης." Καί του δείχνει τίς ζωγραφιές πού 'χει στο μαγαζί του καΙ που παρασταίνουν την Κόλα
ση, με φωτιές και καμάκια καΙ διαόλους, κι ό πελάτης τρέμει
κι άνοίγει τη σακούλα
» Ό γέρο -Πατριαρχέας; ·Ορθιος χοίρος, κοιλιά άπο τη φτέρνα (hς την κορφή' καΙ το κεφάλι του άκόμα εΙναι γεμάτο άντερα "Αν βάλεις άπο τη μιά μεριά του τά δσα fφαε στη ζωή του κι άπο την άλλ η τά δσα ξέρασε άπο το στόμα του fΊ άπο κά
τω, θά σηκωθουν δυο θεόρατα βουνά, δλο βρώμα νΕτσι θά παρουσιαστεί μεθαύριο, μέ τά δυο βουνά δεξά ζερβά του, στο Θεό
» Ό Χατζη-Νικολής, ό δάσκαλος; Μισή μερίδα ό κακομοίρης, φτωχός, άσκημομούρης, φοβητσάρης, με τά γυαλάκια, καΙ θαρρεί πως εΤναι Μέγας 'Αλέξαντρος Φοράει το λοιπον χάρτινη περικεφαλαία καΙ γεμίζει τά μυαλά τ&ν παιδι&ν με χάρτινες περικεφαλαίες τι περιμένεις; Δάσκαλος
» Ό γερο-Λαδας; Τσιφούτης, άφιλότιμος, κακομοίρης,
κάθεται άπάνω στά βαρέλια του πού 'ναι γεμάτα κρασί, στά πιθάρια του με το λάδι καΙ στά σακιά του το άλεύρι καΙ πεθαίνει της πείνας Αότος εΤναι που ε{πε στή γυναίκα του fva βράδυ πού 'χε μουσαφιραίους: ·Τυναίκα, ψησε αόγό, θά φαμε έφτά:" Ζεί πεινασμένος, διψασμένος, γυμνοκώλης, ξυπόλυτος, γιατί; για να ψοφήσει πλούσιοςl φτου νά χαθείl
» "Αν ρωτας δα καΙ για μένα; του σκοινιου καΙ του παλουκιου Χρειάζεσαι τσιμπίδα, νά μή λερωθείς ΚαΙ τΙ δεν fxro φάει, πιεί, κλέψει, σκοτώσει, μοιχέψει στή ζωή μου! Πότε τά πρόφτασα δλα; Μωρέ, γεια στα χέρια μου, στά πόδια μου, στο στόμα μου, στα μεριά μου' καλα δούλεψαν, νά 'χουν τήν εόκή μου!»
Μονομιλουσε δ καπετάν Φουρτούνας, χτυποΟσε το ραβδί του στίς πέτρες καΙ κατηφόριζε ΕΤχε βγάλει το σκουφο του καί τον κρατουσε στο χέρι, γιατί εΙχε άνάψει; Στάθηκε όμπρος στο κονάκι του Άγα, fφτυσε' ftm το συνηθουσε πάντα, να βγάνει το άχτι του' σα νά 'φτυνε άλάκερη τήν Τουρκιά, σα να σήκωνε μιά μικρή μικρή παντιγέρα της λευτεριας κα! γίνουνταν μιά στιγμη λεύτερος
·Εφτυσε, fβγαλε το άχτι του κι δστερα χτύπησε την πόρτα' κατάπιε το σάλιο του εόχαριστημένος' καλα θα φάει, καλα θά
Trang 25πιεΙ, καλός άνθρωπος ήταν δ Άγάς, χουβαρντάς, και θα δέσουν πάλι με τις πετσέτες σφιχτα τα κεφάλια να μην κρεπάρουν και
θα πίνουν με τα νεροπότηρα τη ρακή
Τσόκαρα ιΙκούστηκαν στην αύλή, μικρα βηματάκια, ή πόρτα άνοιξε' ή γρια σκλάβα το\) Άγα, ή Μάρθα ή καμπουρίτσα, καλωσόρισε με ξινισμένα μο\)τρα τον καπετάνιο
- "Αν πιστεύεις στο Χριστό, καπετάνιο, το\) κάνει, μη μεθύσετε πάλι, δε βαστ& πιά' δε βαστώ!
·0 καπετάνιος γέλασε' χάδεψε άπαλα την καμπουρίτσα της
-WEyvota σου, κυρα-Μάρθα μου, δε θα μεθύσουμε' κι αν μεθύσουμε, δε θα κάμουμε εμετό' κι αν κάμουμε εμετό, θα μας φέρεις εσυ τη λεκάνη, να μη λερc'οσουμε τον όντά WΕχεις το
ΕΤπε, και δρασκέλισε καμαρωτα τό κατώφλι
Trang 2611
ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΛΕΓΜΕΝΟΙ ΑΠΟ· στολοι μαζί με τό Μανολιό πηραν κατα τη λιμνούλα, τη Βοϊδομάτα, άπόξω άπό τό χωριό, να σεριανίσουν καί να τα ποΟνε Άποζητοοσαν τη μοναξιά, τη διαχυτικη σιωπή, την ήσυχη κουβέντα, γιατί fvtroeav κι οΙ τέσσερεις βάρος γλυκό καί μυστικη άνατριχίλα, σα νά 'χαν μεταλάβει
·Η ψιχάλα εΤχε ξεκόψει, τα δέντρα κι οΙ πέτρες γυάλιζαν, μύριζε τό χt'.Oμα κι gνας κοΟκος λάλησε, κοροϊδευτικα καΙ χα· ρούμενα ·0 ήλιος εΙχε άρχοντικα γλυκάνει τη δύναμή του καΙ χάδευε σπλαχνικα τη γης με άπύρωτο χέρι' γλύκα κα! τρυ· φεράδα, οΙ στάλες τρεμόπαιζαν άκόμα στα φύλλα, μέσα στό μαλακό κι άποβροχάρικον άγέρα γελοΟσε κι έκλαιγε δ κόσμος Κάμποση ωρα οΙ τέσσέρεις σύντροφοι προχωροΟσαν άμΙ· λητοι' εΤχαν μπεί τώρα στα μουσκεμένα μονοπάτια άνάμεσα στα περιβόλια, οΙ μουσμουλιες εΤχαν άνθΙσει, καί μέσα από βαθυ πράσινες φυλλωσιες φεγγοβολοσσαν οί λεμονανθοΙ Σα να μην εΤχε άκόμα άναστηθεί δ Χριστός, κι δλη ή γης, φορτωμένη λουλούδια καΙ δάκρυα, μοσκοβόλαε σαν επιτάφιος ·Ανεμος χλιαρός, φουσκοδεντρίτης φυσοΟσε, κι δλα τα κλαριά, καΙ τα πιό ταπεινά, φούσκωναν κι άναγάλλιαζαν
Πρt'.OτOς δ Κωσταντης άνοιξε τό στόμα καΙ μίλησε:
- Βαρύ φορτίο εριξε στούς ώμους μας δ γέροντας, εΙπε με σιγανη φωνή ·0 Θεός να μας βοηθήσει να τα βγάλουμε πέρα την περασμένη φορά, θυμαστε, αύτός πού έκανε τό Χριστό ήταν δ μαστρο·Χαραλάμπης, άνθρωπος νοικοκύρης καΙ καλός φαμελίτης μα τόσο πάσκισε ν' άκολουθήσει τ' άχνάρια τοΟ
Trang 27ΧριστοΟ, τόσο άγωνίστηκε όλάκερο το χρόνο να γίνει άξιος
να σηκώσει το σταυρό, που στο τέλος το μυαλό του σάλεψε' καΙ την ίδια μέρα της Λαμπρης �βαλε τό άκάνθινο στεφάνι, πηρε στόν ώμο του τό σταυρό, παράτησε τα πάντα καί πηγε στό μοναστήρι του Άι-Γιώργη του Σουμελα, πέρα στην Τραπεζούντα, καί καλογέρεψε Κι η φαμίλια του ρήμαξε, πέθανε
η γυναίκα του, και τα παιδιά του γυρίζουν τώρα στό χωριό καΙ ζητιανεύουν Τόν θυμασαι, Μανολιό, το μαστρο-Χαραλάμπη;
Μα ό Μανολιος σώπαινε' ακουγε τα λόγια του Κωσταντη,
κι ό νους του ήταν βυθισμένος σε συλλογή' πλαντουσε ό λαιμός του καΙ δεν μπορουσε να μιλήσει ·Ο,τι άπό μικρό παιδί λαχτάριζε, δ,τι εΙχε πεθυμήσει τόσες νύχτες καθούμενος στα πόδια του γέροντά του του Μαναση κι άκούγοντας τούς βίους καΙ τα θάματα τό'>ν άγίων, τώρα ό Θεός του τό στέλνει Ν' άκολουθήσει τ' άχνάρια τό'>ν άγιων μαρτύρων, να πετάξει άπό πάνω του
τη σάρκα, να σκοτωθεί για την πίστη του Χριστου καΙ να μπεί στην παράδεισο κρατώντας τα σύνεργα του μαρτυρίου - άκάνθι
νο στέφανο, σταυρό καΙ πέντε καρφιά
- Λες να παλαβώσουμε κι εμείς; �Kαμε ό Μιχελης χαμογελώντας περιπαιχτικά' μα μέσα του �νιωθε μια παράλογη, άπροσδιόριστη άνησυχία Λες να τό πιστέψουμε πως είμαστε άπόστολοι; Θεέ μου, φύλαγε!
- Ξέρω κι εγώ; άποκρίθηκε δ Γιαννακός κουνώντας την ηλιοκαμένη κεφάλα του' δ ανθρωπος εΙναι, μαθές, ντελικάτη μηχανή, είίκολα ξεχαρβαλώνει Μια βίδα να λασκάρει
Ε{χαν φτάσει πια στη Βοϊδομάτα, στάθηκαν Σκουρα πράσινα νερά, πυκνα καλάμια, άγριόπαπιες Δυό πελαργοί σηκώθηκαν και πέταξαν άργά, ήσυχα, άπάνω άπό τα κεφάλια τους
Ό ηλιος �γερνε πια να βασιλέψει
Κοίταζαν την άπόβραδη, άπόκοσμη λίμνη, μα κανένας δεν την εβλεπε' δ νους τους ήταν άλάργα, κυριεμένος άπό άσυνήθιστες �γνoιες Σώπαιναν Τέλος δ Γιαννακός ανοιξε το στόμα:
- Άλήθεια, Κωσταντή, δύσκολο χρέος, ζόρικο περίσσια, ε{πε 'Έχω πάρει - ήμαρτον, Θεέ μου! - κακες _ συνήθειες, τώρα πό'>ς να τΙς χαλάσω; Μην κλέβεις, λέει, στό ζύγι, μην άνοίγεις τα ξένα γράμματα Εύκολο πράμα το θαρρεί δ πα
πάς Μ α αν δεν κλέβεις στό ζύγι, πό'>ς θα κάμεις λεφτά, να γίνεις καΙ σύ ανθρωπος μια μέρα; Κι αν δε διαβάζω τα ξένα
γράμματα, δε μου λές, πό'>ς θα περνάει καΙ μένα ή ό>ρα μου; • Από την εποχη πού μου άφηκε χρόνους ή μακαρίτισσα η γυναίκα μου, fxro πάρει αότη τη συνήθεια Κι δχι για κακό, Θεός φυ-
Trang 28λάξοι! παρα άπο σεκλέτι Αυτη πια ή χαρα μοΟ άπομένει, καΙ το γαϊδουράκι μου, καλή του όJραl 'Άλλες χαρές δέν εχω
Σα γυρίζω άπο τη βόλτα στα χωριά, μανταλώνουμαι στο φτωχικό μου" βράζω νερο καΙ ξεκολνώ τα γράμματα στον άχνό τα διαβάζω, μαθαίνω τί κάνει δ ενας κι δ άλλος χωριανός, κι ύστερα
τα ξανακολνώ καΙ το πρωl τα μοιράζω ΚαΙ τώρα σοΟ λέει δ
παπάς Μωρέ, δύσκολο δ κόρακας να γίνει περιστέρι -δ
Θεος να μοΟ συχωρέσειl
Ό Μιχελης χαμογέλασε, ευχαριστημένος μέ τον έαυτό του, καΙ χάδεψε το λιγνό του κορακάτο μουστάκι Αυτος δέν εκλε
βε, δέ διάβαζε τα ξένα γράμματα, κανένα κουσούρι δεν τοΟ βρηκε ό παπα-Γρηγόρης, καΙ καμάρωνε 'Έβγαλε την ταμπακέρα του, έδωκε στους συντρόφους κι άρχισαν κι οΙ τέσσερεις
να στρίβουν μεγάλα, χορταστικα τσιγάρα' αναψαν, ρούφηξαν γαλ ήνεψαν δλοι
·0 Μιχελης δέν μπόρεσε να κρατήσει το καμάρι του:
- Έγώ, είπε ό γέροντας να μην άλλάξω καμια άπο ΤΙς συ
νήθειες μου' κι ετσι πού 'μαι, λέει, δε θα ντροπιάσω τον άπό στολο
Μα ώς ξεστόμισε τα λόγια τοΟτα κοκκίνισε, γιατΙ ντράπηκε·
μα τα λόγια πια είχαν φύγει
Ό Μανολιος στράφηκε, τον κοίταξε με αυστηρότητα' έκα
με να μη μιλήσει, tjtav, μαθές, δ Μιχελης δ γιός τοΟ άφεντικοΟ του, μα θυμήθηκε πως άπο σήμερα δεν ήταν μονάχα ό Μανολιός ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο μεγάλο, πηρε κουράγιο
- ΚΙ δμως, είπε, ποιος ξέρει, άφεντικό, liv δέν πρέπει κι
ή άφεντιά σου ν' άλλάξεις πολλές σου συνήθειες Να τρώς πιο λίγο - συλλογίσου πόσοι στο χωριο πεινοΟν' να μην κάνεις τόσα λοΟσα, κοντοβράκι τσόχινο, κεντημένο μεϊντάνι, τουζλούκια της όJρας - συλλογίσου πόσοι τουρτουρίζουν το χειμώνα γυμνοί ΚαΙ ν' άνοίγεις κάπου κάπου τα κελάρια τοΟ άρχοντικοΟ σου να δίνεις καΙ στους φτωχούς Σο(j περισσεύουν, δόξα σοι δ Θεός
- Κι liv το μυριστεί δ γέρος μου πως κάνω έλεημοσύνες; εκαμε ό Μιχελης φοβισμένος
- Είσαι είκοσι πέντε χρονών, αντρας ξετελεμένος, δέν είσαι μωρό, άποκρίθηκε δ Μανολιός Κι i)στερα, πάνω άπο τον κύρη σου είναι ό Χριστός αυτος εΙναι ό άληθινος πατέρας αυτος προστάζει
·0 Μιχελης στράφηκε καΙ κοίταξε τον παραγιό του το Μανολιό, ξαφνιασμένος πρώτη φορα τοΟ μιλοΟσε τόσο θαρρετά
Trang 29«Τό πηρε άπάνω του, θαρρω, πού τόν εκαμαν Χριστό, συλλογίστηκε Θά βάλω τόν πατέρα μου νά το{) μαζέψει τά λουριά.» Πέταξε τό τσιγάρο του νευριασμένος και δε μίλησε
- Πρέπει νά πάρουμε ενα Ευαγγέλιο, εΤπε δ Κωσταντής έγώ αυτό καταλαβαίνω Νά δοϋμε ποιό δρόμο νά βαδίσουμε
- Έμείς εχουμε ενα μεγάλο Ευαγγέλιο, τοϋ παπποϋ, εκαμε
δ Μιχελής Είναι σταχωμένο με σανίδια και χοιροπέτσι· τό κάθε του ξώφυλλο εΤναι σάν καστρόπορτα· κι εχει και κλειδαριά
κι ενα βαρυ κλειδί· τό άνοίγεις και θαρρείς πώς μπαίνεις σε μιά μεγάλη πολιτεία Κάθε ΚυριαΚ'η νά μαζευόμαστε σπίτι
νά το διαβάζουμε
- Κι έγώ πρέπει νά 'χω ενα στο βουνό, εΤπε δ Μανολιός
"'Ως τώρα σεκλετίζουμουν στη μοναξιά, επαιρνα ξύλα, σκάλιζα κουτάλια, μπαστούνια, ταμπακέρες, άγίους, τράγους, δ,τι μο{) κατέβαινε 'Έχανα τον καιρό μου Μά τώρα
Σώπασε κι επεσε πάλι σε συλλογή
- Κι έγώ δταν γυρίζω με το γαϊδουράκι μου τά χωριά καΙ καθίζω κάτω άπό κανένα πλάτανο νά ξαποστάσω, δε θά 'ταν άσκημο νά 'χα κι έγώ κανένα Ευαγγελιάκι και νά το διάβαζα
Θά πείς, δε θά καταλάβαινα καΙ πολλα πράματα, μά δεν πειράζει" δ,τι άρπάξω
- Σε μένα, σε μένα χρειάζεται καΙ πιο πολύ, πετάχτηκε δ
Κωσταντής "Όταν άρχίζει τις φωνες ή γυναίκα μου και άνάβεt
το α{μα μου, νά το άνοίγω, νά γαληνεύω Τί 'ναι τά πάθη μου,
νά συλλογιέμαι, τί 'ναι τά μαρτύριά μου μπροστά στά Πάθη το{) Χριστο{); 'Αλλιως νά με συμπαθας, Γιαννακό, εΤναι άδερφή σου, μά δεν ύποφέρεται Μιά φορά μο{) χύθηκε με τό πιρούνι
νά μο{) βγάλει το μάτι· προχτες άκόμα αρπαξε το τσουκάλι, δπου εβραζε ή φάβα, και με κυνηγο{)σε νά με περεχύσει 'Έλεγα: i'ι θά με σκοτώσει fι θά τη σκοτώσω· μά τώρα θά διαβάζω ΕύαΎγέλιο καΙ δεν πάει νά φωνάζει!
Γέλασε δ Γιαννακός
- Κακομοίρη Κωσταντή, εΤπε με συμπόνια, ενας Θεος το ξέρει πόσο σε λυπαμαι· μά κάνε ύπομονή Μιά γυναίκα πέφτει στο μερτικό το{) κάθε άνθρώπου· κουκλώσου τη καΙ σώπα
- Το κακό, είναι, έξακολούθησε δ Κωσταντής, πού με δυσκολία συλλαβίζω· γκρεμίζουμαι άπο το ενα γράμμα στό άλλο και σπάζω το κεφάλι μου
- Δεν πειράζει, βεβαίωσε δ Μανολιός, καλύτερα· διαβάζεις μιά συλλαβη και καταλαβαίνεις δλη τη λέξη Κι οΙ άπόστολοι ήταν άνθρωποι άπλοι κι άγράμματοι, οΙ περισσότεροι ψαράδες
Trang 30- Κάτεχε γράμματα ό δ.πόστολος Πέτρος; ρώτησε μέ ΙΙαχτάρα δ Γιαννακ:ός
- Δέν ξέρω, άποκ:ρίθηκε δ Μανολιός, δέν ξέρω, Γιαννακό μου' νά ρωτήσουμε τό γέροντα
- Να τόν ρωτήσουμε κι αν πουλοΟσε τα ψάρια πού επιανε f\ αν τα μοίραζε στούς φτωχούς, μουρμούρισε δ Γιαννακός Γιατi, σίγουρα, δέν εκλεβε αύτός στό ζύγι - μα πουλοΟσε; Αύτό εΤναι τό ζήτημα ΠουλοΟσε f\ χάριζε;
- Να διαβάσουμε καΙ βίους άγίων πρότεινε δ Μιχελής
- 'Όχι, όχι, διαμαρτυρήθηκε ό Μανολιός, είμαστε άπλο! άνθρωποι, θα τα μπερδέψουμε Έγώ, όταν ήμουν καλογεροπαί
δι, διάβαζα, κα! πηγα να παλαβώσω Έρημιές, λιοντάρια, άρρώστιες φοβερές - λέπρα, τό κορμί τους γέμιζε σπυρια καί σκουλήκια f\ ταγάριαζε καΙ γίνουνταν ξερό σαν τό καύκαλο της χελώνας Καί πότε πάλι �ρxoυνταν δ πειρασμός σαν όμορφη γυναίκα 'Όχι, όχι! Μονάχα τό ΕύαΥγέλιο
ΠερπατοΟσαν άργα γύρα στη λίμνη, στα σουρουπώματα,
κι εκαναν, πρώτη φορα στη ζωή τους, τέτοιες άλλόκοτες κουβέντες Σα νά 'χε πεταχτεί μια καινούρια πηγη μέσα τους δροσερό νερό καΙ πολεμοΟσε να σπάσει την παλια σκληρη φλούδα, ν' άνέβει Γύριζαν καΙ ξαναγύριζαν στό νο{) τους τα παράξενα λόγια τοσ παπα-Γρηγόρη: «Πνέμα Κυρίου να φυσήξει άπάνω σας . » Ανεμος εΤναι λοιπόν τό Πνέμα να φυσήξει; Ανεμος φουσκοδεντρίτης, σαν τόν άποψινό, τό χλιαρό καί μουσκεμένο, πού φυσάει, καί τα ξερά κλαρια φουσκώνουν κι άνοίγουν; Μπας
κι εΙναι τό Πνέμα ενας τέτοιος άνεμος καΙ φυσάει στην ψυχή
Άνανογιο{)νταν μέσα τους κι οΙ τέσσερεις σύντροφοι, άναρωτιοσνταν, μάχουνταν να καταλάβουν Μα δέν i10su κανένας
να ρωτήσει τό διπλανό του, γιατί ενιωθε κρυφή, παράξενη γλύκα
να τυραννιέται άπό τέτοιαν εγνοια
Κάμποση ό>ρα κανένας δέ μιλοσσε' �βλεπαν όλοι σιωπηλο!
τό δειλινό να κατεβαίνει' δ • Αποσπερίτης καμπάνισε στην dKpa τ' ούρανοΟ, τα βατράχια dρχισαν να μπακακίζουν στη γυρολιμνιά, χαρούμενα, άγκρισμένα, όλο κέφι Ζερβα μαυρολογοΟσε τό i1μερο καταπράσινο βουνό, ή Παναγιά, όπου εΙχε τό μαντρί του ό Μανολιός κι �βOσκε τα πρόβατα τοσ άφεντικοΟ· δεξά, τό dypto βουνό, ή Σαρακήνα, άπό μενεξελια εΙχε γίνει σκούρα γαλάζια, κι εχασκαν κατάμαυρες οΙ πλήθιες σπηλιές
οΙ άνοιγμένες στα σπλάχνα της· μα στην κορυφή της, φρεσκοασβεστωμένο, σφηνωμένο δ.πάνω σέ θεόρατους βράχους, λαμπύ-
Trang 31ριζε τό tκκλησάκι τοΟ Προφήτη Ήλία, μικρό, κάτασπρο, σάν αόγό
Και κάτω, στη μουσκεμένη γης, άνάμεσα άπό τά καλάμια, κάπου κάπου μιά λαμπηδόνα εΙχε φωταγωγήσει την κοιλιά της
κι εφεγγε ήσυχη, όπομονετικιά, γεμάτη ερωτα, καί περίμενε
- Βράδιασε, εΙπε ό Μιχελής, να γυρίσουμε
Μα ό Γιαννακός, πού πήγαινε μπροστά, άνακράτησε τό βημα άπότομα' εβαλε χωνί στό αότί του την παλάμη κι άφουκράστηκε: ποδοβολητό άκούστηκε άπό λαό πού κατεβαίνει, βουη πυκνή, μακρινή, σα μελισσολόι, ενα βούκινο Και κάπου κάπου μια φωνη μεγάλη, σά νά 'δινε κουράγιο iΊ σα να πρόσταζε
- Κοιτάχτε κοιτάχτε, βρε παιδιά! φώναξε ό Γιαννακός
τί 'ναι αύτη ή μερμηγκια πού ξεπρόβαλε άπό τόν κάμπο; Σα λιτανεία
"Όλοι γούρλωσαν τά μάτια να ξεκρίνουν μέσα στό σούρουπο, στύλωσαν τό αύτί
Μακρόσυρτη λιτανεία, γυναίκες κι άντρες, ξετυλίγουνταν άνάμεσα άπό τά σπαρμένα, περνοΟσαν τ' άμπέλια, ετρεχαν θαρρείς, θά 'χαν ξαγναντέψει τό χωριό και βιάζουνταν
- Κι άκοΟτε; εκαμε δ Μιχελής Σα να ψέλνουν
- Σα νά κλαίνε, εΙπε δ Μανολιός άκούω κλάματα
- " ΟΧΙ, δχι, ψέλνουνο κρατατε την άνάσα ν' άκούσουμε Στάθηκαν, στύλωσαν τό αύτί' μέσα στη σιγαλια τοΟ δειλινοΟ άκούστηκε τώρα λαγαρό, θριαμβευτικό, τό παμπάλαιο πολεμικό τροπάρι: <<Σ&σον, Κύριε, τόν λαόν σου »
- ΕΙναι άδέρφια μας, χριστιανοί! φώναξε δ Μανολιός πiiμε
να τούς καλωσορίσουμε!
., Αρχισαν κι οΙ τέσσερεις νά τρέχουν Ή κεφαλη της λιτανείας εΤχε πια φτάσει στα πρ&τα σπίτια τοΟ χωριοΟ' τά σκυλιά τινάχτηκαν στη δημοσιά και γάβγιζαν μανιασμένα, οΙ πόρτες άνοιγαν, πρόβαιναν γυναίκες, ετρεχαν οΙ liντρες με την μπουκιά στό στόμα' ό)ρα δείπνου, οΙ Λυκοβρυσι&τες, διπλοπόδι γύρω άπό τούς σοφράδες, δειπνοΟσαν • Ακουσαν τΙς ψαλμουδιές,
τά κλάματα, την πυκνη ποδοβολή, πετάχτηκαν άπάνω Κατάφταναν κι οΙ τρεΙς άπόστολοι με τό Μανολιό
Τό φ&ς τοΟ δειλινοΟ άποκρατοΟσε άκόμα, τώρα πού ζύγωσαν
�βλεπαν καθαρά Μπροστάρης πήγαινε �νας παπάς ήλιομαυρισμένος, άδύναμος, με μεγάλα μαΟρα μάτια πού πετοΟσαν φωτιες κάτω άπό τ' άγρια φρύδια, με άριά γκρίζα γένια σφηνωτά 'Έσφιγγε στην άγκαλιά του ενα βαρύ Εύαγγέλιο άσημοδεμένο
Trang 32και φορουσε το πετραχήλι του Δεξά του gνας άντρακλας, σαραντάπηχος, μέ κρεμαστα μαυρα μουστακια, καΙ κρατουσε
το λάβαρο της έκκλησιας, στορισμένο μ' fνα μεγάλο χρυσοκέντητο Άι-Γιώργη Πίσω τους πέντ' εξι σκελεθρωμένοι γερόντοι κρατουσαν δρθια μεγαλα κονίσματα' κι ϋστερα, τσούρμα γυναίκες κι άντρες και παιδια πού σκλήριζαν κα! κλαίγαν' οΙ άντρες ήταν φορτωμένοι μέ μπόγους και σύνεργα της δουλειας τους, τσάπες, φτυάρια, κασμάδες, δρεπάνια, κι οΙ γυναίκες μέ κούνιες και στρίποδα και σκάφες
- Ποιοι είστε, χριστιανοί, άπό που έρχεστε, που πατε; φώναξε δ Γιαννακος και στάθηκε μπροστα άπο τόν παπά, την ωρα πού ή τσούρμα ξεχύνουνταν πια στην πλατεία του χωριου
- που 'ναι δ παπα-Γρηγόρης; άπηλογήθηκε μέ βραχνη φω
νη δ γέροντας που 'ναι οΙ προεστοί;
Στράφηκε στούς χωριανούς, πού ετρεχαν άνήσυχοι, ξαφνιασμένοι και τούς κοίταζαν
- Χριστιανοί 'μαστε, άδέρφια, μη φοβαστε, χριστιανοι κατατρεμένοι, Ρωμιοί! Φωνάχτε τίς κεφαλές τοΟ χωριοΟ, έχω
να τούς μιλήσω Χτυπήστε τις καμπάνες!
, Αποσταμένες οΙ γυναίκες σωροβολιάστηκαν χάμω, οΙ άντρες κατέβασαν το φορτίο τους, σκούπισαν τον Ιδρώτα τους και κοίταζαν τον παπά τους άμίλητοι
- ' Απο που ερχεστε μέ το καλό, παππούλη; ρώτησε δ Μανολιος ενα γέρο μπαμπακιασμένο άπο τα χρόνια, πού εΤχε φορτωθεί ενα βαρύ σακΙ και το κρατοΟσε άκόμα στον ώμο
- Μη βιάζεσαι, παιδί μου, άποκρίθηκε δ γέρος, μη βιάζεσαι'
δ παπα-Φώτης θα μιλήσει
- Και τί έχεις στο τσουβάλι, γέροντα;
- Τίποτα, παιδί μου, τίποτα' δικά μου πράματα εΤπε κι άπίθωσε μέ μεγάλη προσοχη το σακί του στο χlόμα
Ό παπας στέκουνταν δρθιος, κρατώντας σφιχτα το Εόαγγέλιο' ενα παλικάρι έτρεξε στο καμπαναριό, άρπαξε το σκοινι
κι άρχισε να βαράει άγριεμένο την καμπάνα Δυο κουκουβάγιες τρόμαξαν, κουφοπέταξαν άπο τον πλάτανο και χάθηκαν στο σκοτάδι
, Απο το μπαλκόνι πρόβαλε ό • Αγάς όλομέθυστος Ή πλατεία τοΟ φάνηκε γεμάτη λαο πού δέν ήταν δικός του Βούιξαν τ' αότιά του, κάπου θα φώναζαν fι θά 'κλαιγαν fι θά τραγουδουσανδέν μπορουσε νά καταλάβει Κι αότη πού βουρλίζουνταν καμπάνα ήταν;
- 'Έλα, μωρη Σπανομαρία, εΤπε καΙ στράφηκε πίσω του,
Trang 33έλα να μο\) ξεδιαλύνεις τό μυστήριο' τί 'ναι το μπουλούκι αύτο στην πλατεία; Τί βουή 'ναι ετούτη, τί καμπάνες; Γιά μπας κι όνειρεύουμαι;
Πρόβαλε δ καπεταν Φουρτούνας στό μπαλκόνι, τό κεφάλι του τό 'χε σφίξει με μιαν άσπρη πετσέτα, για να μη σπάσει' δταν μεθοκοποϋσε με τόν Άγά, ετσι τό 'σφιγγε πάντα, γιατί ή ρακη μποροϋσε, λέει, να το\) τό κάμει χίλια κομμάτια Καί πότε πότε ξετύλιγε την πετσέτα, τη βουτο\)σε σ' ενα κουβα νερό να κρυώσει και ξανάσφιγγε τό ξαναμμένο κεφάλι του
Ό καπετάνιος εσκυψε, γούρλωσε τα μάτια, κοίταξε' σα να διέκρινε κάτω, γύρα από τόν πλάτανο, άντρες, γυναίκες καί λάβαρα
- τι 'ναι, μωρη Σπανομαρία; ξαναρώτησε δ 'Αγάς Καταλαβαίνεις έσύ τί γίνεται εκεί κάτω;
- ' Α νθρώποι! αποκρίθηκε δ καπετάνιος • Α νθρώποι μου φαίνουνται Τί λες καί το\) λόγου σου, Άγά μου;
- ' Ανθρώποι μου φαίνουνται και μένα 'Από που μας κουβαλήθηκαν; τι θένε; Νά τους πετάξω από τό χωριό; Νά
τούς αφήσω; Να κατεβώ με το βούρδουλα; Τί λες καί του λόγου σου;
- Δε βαριέσαι, Άγά μου! που να φωνάζεις τώρα καί να κατεβαίνεις με το βούρδουλα καΙ να χαλνας τη ζαχαρένια σου! Ασε τους να κάμουμε χάζι Δεν πίνουμε ακόμα μιά;
- Γιουσουφάκι, φώναξε δ 'Αγάς, φέρε έδώ, χρυσό μου, τις μαξιλάρες καί τα ποτήρια καί την νταμιζάνα ΚαΙ τούς μεζέδες 'Έλα καί σύ να κάνεις σιψιάνι, Γιουσουφάκι μου Ρωμιοί 'ναι, τώρα θα πιαστουν
- που 'ναι δ παπα-Γρηγόρης; ξαναφώναξε δ παπα-Φώτηςπου 'ναι οΙ προεστοί; Δε βρίσκεται έδώ ένας χριστιανός να πάει να τούς φέρει;
- Πάω έγώ! αποκρίθηκε δ Μανολιός κάνε όπομονή, γέροντα!
Στράφηκε στό Μιχελή:
- Κάμε τόν κόπο, Μιχελή μου, να πας να φωνάξεις τον πατέρα σου Χριστιανοί ήρθαν, νά του πείς, χριστιανοί κατατρεμένοι, καί πέφτουν στα πόδια του να τούς διαφεντέψει "Aρ� χοντας εΙναι, εχει χρέος Κι έγω θα πεταχτώ στο\) παπα-Γρηγόρη Έσύ, Κωσταντή μου, τρέχα στό γερο-Λαδα' πές του, ξενοχωριανοί κατάφτασαν και πουλουν τα πράματά τους δσο δσο, γιατί έχουν ανάγκη' ετσι να του πείς, αλλιώς δεν ερχεται Και σύ, Γιαννακό μου, αιντε γειά σου στο σπιτάκι το\) καπετά-
Trang 34νιου Καραβοτσακισμένοι 1'jρθαν, νά τοΟ πεΙς, άπο ηΙ Μαύρη Θάλασσα, κι εχουν ακούσει τ' δνομά του κι ήρθαν Καί περνώντας πετάξου από τοlJ δασκάλου, κράξε τον κι αύτόν' εΤναι 'Έλληνες, νά τοlJ πεΙς, καΙ βρίσκουνται σε ανάγκη!
'Ένας πιτσιρίκος πετάχτηκε:
- '0 καπετάνιος τρώει καΙ πίνει απάνω στον οντά με τον
• Αγά Νά τον κιόλα, πρόβαλε στο μπαλκόνι Ώχώω! κι εχει δεμένη την κεφάλα του με μιά πετσέτα' πάει νά πεΙ, εΙναι στουπΙ στό μεθύσι!
- Κι ό άρχοντας κοιμαται και ροχαλίζει! ακούστηκε μιά γελαστη φωνη πίσω του Μήτε κανόνι τόν ξυπνάει
Στράφηκαν 'Η Κατερίνα ή χήρα, στρουμπουλή, χοντραχείλα, πιπεράτη, κατάφτανε λαχανιασμένη ΦοροlJσε εναν καινούριο μποξά πράσινο με μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα
κι εκαιγαν τά μάγουλά της ΕΤχε τρίψει τα δόντια της με καρυδόφυλλα και στραφτάλιζαν
- Κοιμαται, εΤναι στούς έφτά ούρανούς καΙ ροχαλίζει! ξανάπε ή Κατερίνα καΙ κοίταξε παιχνιδομάτα το Μανολιο καΙ γέλασε Αδικα τοlJ στέλνεις μαντατόρους, Μανολιό μου!
Ό Μανολιος στράφηκε, μά τρόμαξε καΙ χαμήλωσε τα μάτια
«Θεριό 'ναι τούτη, συλλογίστηκε, θεριο καΙ τρώει ανθρώπους , 'Ύπαγε οπίσω μου, σατανάl»
Ή χήρα ζύγωσε, ναζλίνα' μύριζε μόσκο, αλήθεια σά θΒΡΙΟ άγκρισμένο Μά γρίκησε πίσω της βαρύ μουγκρητό, στράφηκε'
με κατεβασμένα μοlJτρα, με μάτια σκοτεινά, στέκουνταν ό ΠαναΥιώταρος καΙ Tl,lV κοίταζε Θά 'χε τρέξει κι αύτός γιατι κοντανάσαινε, καΙ το βλογιοκομμένο μοlJτρο του ε{χε άγριέψει καταπόρφυρο
- παμε! παμε! εΤπε ό Μανολιος καΙ βιάζουνταν
llf1pav τόν άνήφορο τρεχάλα κι οΙ τρεΙς καΙ χάθηκαν στά σκοτεινα δρομάκια
• Αγριεμένος, με σφιμένα τα δόντια, δ Παναγιώταρος ζύΥωσβ lva βf1μα κι ύστερα άλλο ενα, εφτασε την Κατερίνα
- Τί γύρευες, μωρή, στοlJ γερο-παραλυμένου το αρχοντικό; εγρουξε σκύβοντας στον ώμο της κι ετρεμε Τ{ δουλειά εΤχες, μωρή, έκεΙ μέσα; Ατιμη, θά σε φάωl
- Δεν εΤμαι γύψος να μέ φας! χιχίρισε ή χήρα καΙ Ύλίστρησε άνάμεσα από το τσοlJρμο καΙ στάθηκε δίπλα στον άντρακλα πού κρατοlJσε το λάβαρο
- Κουράγιο, παιδιά μου, φώναζε τώρα ό παπάς καΙ πηγαινόρχουνταν ανάμεσα στο κοπάδι του Κουράγιο, τώρα θά 'ρθουν
Trang 35οΙ προεστοί, τώρα θά 'ρθει ό παπα-Γρηγόρης, τελειώνουν τά βάσανά μας Γλιτώσαμε, μέ τη δύναμη το() Θεο(), απο το() Χάρου τά δόντια Θά ρίξουμε πάλι ρίζες στο χlOμα, δέ θά χαθε! το γένος! Δέ θά χαθεΥ, μωρέ παιδιά, κι αθάνατο εΤναι!
Βουη χαρούμενη σηκώθηκε, σά βουβούνισμα μελισσιο(), καί κατακάθισε πάλι Μερικές γυναΤκες άνοιξαν τον κόρφο τους,
�βγαλαν το βυζί, προσθήλιασαν τά μωρά τους, νά μην κλαΤνε
Ό άντρακλας ακούμπησε το λάβαρο ση) γης κι ό έκατοχρονίτης γέρος άπλωσε τη ροζωμένη χερούκλα του στο σακί καί χαμογέλασε
Γαλάζιος, χνουδωτός, μέ δυο τρία μεγάλα άστρα, ό οόρανος άπλώνουνταν απο πάνω, απέραντος ΟΙ ξενομπάτες σήκωσαν
τά μάτια καί τον κοίταζαν καΙ περίμεναν μ' εμπιστοσύνη τούς προεστούς νά 'ρθουν καί ν' αποφασίσουν γιά τη μοίρα τους Μιά στιγμη πού δλοι σώπαιναν, ακούστηκαν ανάμεσα στΙς πέτρες
τά νερά πού γελο()σαν
- Μωρέ tot:) διαόλου καπετάνιο, βάλε νά πιοt:)με, εΤπε δ ' Αγάς ακούγοντας τά νερά πού κατρακυλο()σαν' όνειρο εΤναι, καλά περνο()με, βάλε νά πιο()με, νά μην ξυπνήσουμε Κι �χε το νο() σου, όντας πιαστο()ν ο{ Ρωμιοί, νά μα() κάμεις χαμπάρι, νά κατεβlO με το βούρδουλα
- 'Έγνοια σου, 'Αγά μου, �χω το νο() μου, θά σο() κάμω χαμπάρι' μπαίνω βάρδια!
- ΚαΙ νά φωνάξεις το σεΤζη νά ' ρθει με την τρουμπέτα ΜπορεΤ νά τον χρειαστlO Γιουσουφάκι, άναψέ μου το τσιμπούκι
• , Α ναψε το Γιουσουφάκι το μακρύ τσιμπούκι με την κεχριμπαρένια ρώγα, κι ό 'Αγάς σφάληξε τά μάτια κι άρχισε νά καπνίζει καί να μπαίνει, �τσι, καθιστος στη μαξιλάρα, με την νταμιζάνα καΙ το Γιου<10υφάκι του, στην Παράδεισο
Ό Μανολιος γύριζε τώρα λαχανιασμένος, άπλωνε τά μπράτσα, φώναζε:
- 'ΑνοΤχτε, άνοΤχτε, άδέρφια, �ρχεται δ Ύέροντας!
Ο{ άντρSς τινάχτηκαν άπάνω, ο{ γυναΤκες σήκωσαν το λαιμο
Trang 36κι άναστέναξαν ΤΟ λάβαρο κουνήθηκε, στάθηκε πάλι πλάι στον παπά, κι οϊ γέροι που κρατουσαν τα 'Κονίσματα παρατάχτηκαν μπροστά Ό παπάς εκαμε τό σταυρό του
- Ή ωρα ή καλή, μουρμούρισε και περίμενε άκίνητος 'Έφτασε κι ό Μιχελής, ζύγωσε τό Μανολιό, εσκυψε στο αότί του:
- Κοιμάται, ροχαλίζει, δεν μπόρεσα να τον ξυπνήσω, είπε
με σιγανη φωνή Παράπιε, παράφαε, τον κούνησα, δεν κουνιόταν, του φώναξα, δεν άκουγε' κι εφυγα
'Έφτασε κι δ Κωσταντής:
- Παμπόνηρη άλεπου είναι δ παλιόγερος, είπε άγαναχτισμένος Μυρίστηκε παγίδα, εχει δουλειά, λέει, δεν ερχεται
Κι αν ήταν, λέει, να γίνει ρεφενές για τους κουρελήδες που πλάκωσαν τό χωριό, αυτός δεν εχει, λέει, να δώσει παρα τσακιστό' καΙ μήτε νά 'ρθουν να του χτυπήσουν την πόρτα, δε θ' άνοίξει , Απάνω έκεί κατάφτασε κι δ Γιαννακός:
- Βρήκα το δάσκαλο καΙ διάβαζε τΙς φυλλάδες του' τώρα, λέει, θα τελειώσει τό διάβασμα και θά 'ρθει' κι δ,τι κάμει, λέει,
δ παπα-Γρηγόρης, καλα καμωμένο
- Μωρέ, κεφαλες τοΟ χωριου! μουρμούρισε δ Μανολιός κι άναστέναξε Ό �νας ροχαλίζει, δ άλλος μεθοκοπάει, διαβάζει
δ άλλος, κι ό γερο-έξη ντα βελόνη ς κάθεται καί κλωσάει τα φλουριά του Μα εχω τα θάρρη μου στο γέροντα που ερχεται' αότός είναι Τι φωνη τοΟ ΘεοΟ, αυτός θα μιλήσει!
Μια νέα γυναίκα, σκελεθρωμένη, καταπράσινη άπό την πεί
να, εσυρε ψιλη φωνη κι εγειρε τό κεφάλι στό στήθος είχε τρία μερόνυχτα να φάει, ήταν αρχοντομαθημένη, δε βάσταε πιά, ξεψυχοΟσε
- Κουράγιο, Δεσποινιώ μου, κουράγιο της ελεγαν γύρα
οΙ γυναίκες καί της εκαναν αέρα Φτάσαμε στό πλούσιο κεφαλοχώρι, πανε κιόλα να μάς φέρουν να φάμε, να στερεώσουμε Κάνε κουράγιο!
Μα αότη κουνοΟσε τό κεφάλι και τα μάτια της άποβασίλευαν, κάτασπρα
Φωνες χαρούμενες άκούστηκαν, το πλήθος τρικύμισε:
- 'Έρχεται! 'Έρχεται!
- Ποιος ερχεται, μωρε σπανέ; ρώτησε δ 'Αγάς, νοντας τα φορτωμένα βλέφαρα
άνασηκώ ΣοΟ λέω, μη xαλaς τό κέφι σου, Άγά μου Είσαι μέσα στην Παράδεισο, μη φεύγεις Έγώ κάθουμαι άπόξω, εχω τό νοΟ μου, θα σοΟ κάμω χαμπάρι Θαρρό'> πώς ερχεται δ παπα-
Trang 37Γρηγόρης
Ό 'Α γας γέλασε
- 'Έχει παπα κι ή τσούρμα πού πλάκωσε; ρώτησε
- 'Έχει, αποκρίθηκε ό καπετάνιος, ξαναγεμίζοντας η'ιν κούπα του
- 'Έ, τότε θά κάμουμε χάζι, θα δείς οΙ δυό παπάδες θα πιαστο($ν Σαν τις γυναίκες είναι, μά την πίστη μου, κι οΙ παπάδες εχουν μακρια μαλλιά, κι δταν σμίξουν δυό, πιάνουνται από τα μαλλιά που 'ναι ό σείζης; Κατέβα να τούς πείς να φωνάζουν δυνατά, ν' ακούω
Ό Παναγιώταρος ώστόσο είχε φτάσει κοντα στό λάβαρο κυνηγώντας τη χήρα
- Θα σε φάω, άτιμη! ξανάγρουξε σκύβοντας στό αότί της
Τί γυρεύεις έδω μέσα σε τόσους άντρες; Αιντε σπίτι σου, γρήγορα· ξεκουμπίσου από δω! Κι ερχουμαι κι έγω ξοπίσω σου
- Δεν εχεις, μωρέ, καρδια έσύ; στράφηκε αγριεμένη ή χήρα καΙ toCi κάνει Δέ θωρας τα βάσανα τfίς χριστιανοσύνης; Δέ λυπάσαι τόσες ψυχές που πεινουνε;
Σώπασε μια στιγμή, γύρισε τη ράχη της κι εξαφνα δεν κρατήθηκε πιά, την επνιγε ό λόγος ό βαρύς, στράφηκε και toCi φώναξε:
- 'Ιούδα!
Και χώθηκε ανάμεσα στην προσφυγια καί χάθηκε
Ό Παναγιώταρος ενιωσε τη γης να στριφογυρίζει κάτω από
τα πόδια του· ζαλίστηκε "Ένα μαχαίρι καρφώθηκε στην καρδιά του Πιάστηκε από τό κοντάρι τοΟ λάβαρου να μην πέσει· κι εμενε έκεί, σκυμμένος, με τό στόμα ανοιχτό, καί περίμενε να σταθεί ή γfίς καί να μπορέσει να φύγει
- Νά τος! Νά τος! Ό παπα-Γρηγόρης! ακούστηκαν όλοΟθε φωνές
Ή τσούρμα σήκωσε τα μάτια, τόν είδε ' Αψηλός, καλοθρεμμένος, αρχοντόπαπας, με το μελιτζανί ατλαζένιο αντερί του, με
τη φαρδια μαύρη ζώνη καί μέ τό βαρυ ασημένιο έγκόλπιο αναπαμένο στη φαρδια κοιλιά του, στέκουνταν μπροστα στό πεινασμένο πληθος ό παπα-Γρηγόρης, ό αντιπρόσωπος του Θεου στη Λυκόβρυση
ΟΙ άντρες κι οΙ γυναίκες γονάτισαν, ό ξερακιανός παπας ανοιξε την αγκαλιά του κι εκαμε ενα βημα ν' ασπαστεί καλογερίστικα, στους ό'>μους, τόν καλοθρεμμένο λειτουργό τοΟ ΘεοΟ
Μα αότός απλωσε το παχουλό χέρι, εσμιξε τα φρύδια καί τόν
Trang 38άντ{σκοψε 'Έριξε liypta κυκλική ματιά γύρα του, εΤδε τους κουρελfjδες, τους πεινασμένους, τους έτοιμοθάνατους, δεν τοΟ liρεσαν καθόλου, σήκωσε τη φωνή:
- ΠοιοΙ εΤστε; ρώτησε Γιατί φύγατε άπα τά σπίτια σας; Τ{ γυρεύετε tδ&;
ΟΙ γυναΙκες λούφαξαν γρικώντας τη φωνή του' τά παιδιά ετρεξαν στΙς μανάδες τους καΙ πιάστηκαν άπό τά φουστάνια τους τά σκυλιά αρχισαν πάλι νά γαβγίζουν ·0 καπετάνιος άπάνω άπα το μπαλκόνι τέντωσε τήν αύτούκλα του κι άφουκράζουνταν
- Γέροντά μου, άποκρίθηκε 'Ilσυχα 1C1 άποφασισμένα δ παπάς τfjς προσφυγιας, έγώ 'μαι δ παπα-Φώτης, άπο ενα μακρινο χωριό, τον "Αι-Γιώργη, καΙ τοΟτοι εΤν' οΙ ψυχες που μοΟ μπιστεύτηκε δ Θεός Μας εκαψαν οΙ ΤοΟρκοι το χωριό, μας εδιωξαν άπο τά χώματά μας, σκότωσαν δσους μπόρεσαν, έμεΙς γλιτώσα
με, πήραμε τά μάτια μας, μπfjκε δ Χριστος μπροστά κι άκλουθοΟμε' γυρεύουμε καινούρια χώματα νά πιαστοΟμε
Σώπασε μιά στιγμή, το στόμα του εΤχε στεγνώσει, τά λόγια δεν εβγαιναν εiSΚολα
- Είμαστε χριστιανοΙ κι έμεΙς, έξακολούθησε σε λίγο, εΤμαστε ·Έλληνες, μεγάλη γενιά, δεν πρέπει νά χαθοΟμε!
Σκυμμένος στο μπαλκόνι δ καπετάνιος ακουγε μέσα στό μεθύσι του τη στεγνή, περήφανη φωνη τοΟ ξαναμμένου παπli •
νοΟς του
«'Έ, μωρέ, συλλογίστηκε, τί διάολο σόι είμαστε, τί πεΙσμα ποΟ το βρίσκουμε τόσο κουράγιο! Χταπόδια! Μας κόβουν ενα άπλοκαμό, μίiς κόβουν 1C1 liλλo - κι έμεΤς ξαναΠSfΟ()μa καινούριους!»
'Έλυσε άπο το κεφάλι του την πετσέτα, εΤχε άνάψει, liχνιζs
τη βούτηξε στον κουβά το νερο δίπλα του ξανάσφιξε πάλι τό κεφάλι του, δροσέρεψε
·0 παπα-Φώτης εσυρε πάλι φ<ι>νή:
- Δε θά χαθοομε! Χιλιάδες χρόνια ζοΟμε, χιλιάδες άκόμα
θά ζήσουμε Καλ&ς σε βρήκαμε, γέροντα!
«Τ{ καπετάν παπας καΙ τοΟτος! συλλογίστηκε πάλι δ καπετάν Φουρτούνας Τ{ φωτιά, τΙ κέφι, τΙ κουράγιο, δ άφιλότιμος!
Μά τη θάλασσα, θαρρ& κι εχει δίκιο Έμείς οΙ ΡωμιοΙ είμαστε άθάνατη ράτσα Μας ξεριζώνουν, μaς καΤνε, μl!ς σφάζουν, μά δεν το βάνουμε κάτω! Παίρνουμε τά κονίσματα, τΙς σκάφες
τά στρίποδα καΙ τό Εύαπέλιο καΙ ΔcιΣ' του πάλι δρόμο! νc'ι
Trang 39κάμουμε κατοχή πιό πέρα »
τα δάκρυα τόν π�ραν' κι άξαφνα αποκρεμάστηκε από τό μπαλκόνι κι fσυρε φωνή:
- Γειά σου, Παπαφλέσσα!
Μερικα κεφάλια σηκώθηκαν κατα τό μπαλκόνι, μα ή φωνή χάθηκε μέσα στή βουή που σήκωσαν τα λόγια τοΟ παπΙΙ ΟΙ γυναΤκες σκλήριζαν, θυμήθηκαν τα σπίτια τους, καΙ τα παιδια θυμήθηκαν τό ψωμι κι άρχισαν να κλαΤνε
Μα δλομεμιΙΙς ή βουή κόπασε' δ παπα-Γρηγόρης σήκωσε
τό καλοθρεμμένο χέρι, μιλοοσε:
- "Ό,τι γίνεται στόν κόσμο γίνεται με τό θέλημα τοΟ ΘεοΟ, εΤπε με δυνατή φωνή Αότός βλέπει από ψηλά τή γ�ς, κρατάει ζυγαρια καΙ ζυγιάζει • Αφήνει τή Λυκόβρυση να χαίρεται τ' αγαθά της καΙ βυθίζει τό χωριό σας στό πένθος Ό Θεός ξέρει
τί άμαρτίες θά 'χετε κάμει!
Σώπασε μια στιγμή, για να καταλάβει τό πλ�θoς καλα τα βαρια λόγια που ξεστόμισε Σήκωσε πάλι τό χέρι, φώναξε έπιτιμητικά:
- Γέροντα, τήν αλήθεια! Μολόγα τΙ πράξες κάματε καΙ πέσατε σ' αυτή τή συφορά;
- Παπα-Γρηγόρη, αποκρίθηκε δ παπάς, χαλινώνοντας τήν όργή που άρχιζε να χλιμιντρίζει στό στ�θoς του' παπα-Γρηγόρη, εΤμαι κι έγώ λειτουργός τοΟ Ύψίστου, μελετlό κι έγώ τΙς Γραφές, Kρατlό κι έγώ στα χέρια μου τό Δισκοπότηρο με τό σlόμα κι αΤμα το() ΧριστοΟ Είμαστε, θες δε θές, ίσοι ΜπορεΤ νά 'σαι έσυ πλούσιος κι έγώ φτωχός μπορεΤ νά 'χεις έσυ παχια λιβάδια
να βόσκεις τό ποίμνιό σου' κι έγώ, τό βλέπεις, δεν fxro ποΟ τήν κεφαλην κλΤναι' δμως, μπροστα στό Θεό εΤμαστε Τσοι ΜπορεΤ
νά 'μαι έγώ καΙ πιό κοντα στό Θεό, γιατι πεινlό Χαμήλωσε λοιπόν τή φωνή σου, αν θες να σοΟ αΠOKριθlό
Ό παπα-Γρηγόρης κόμπιασε 'Ένιωσε κι αότός τήν αγανάχτηση να φουσκώνει τό στ�Ooς του, μα κρατήθηκε ΕΤδε πώς ήταν στό άδικο, fνιωσε πώς δλοι οΙ χωριανοι ήταν έδlό μάρτυρες κι fptIvav τό δίκιο στόν άγριο τοΟτον ξενoμπiιτη παπά
- Λέγε, λέγε, παπά μου, εΤπε μαλακώνοντας τή φωνή του' δ Θεός μΙΙς ακούει, δ λαός μ(iς ακούει, χριστιανοί, μαθές, εΤμαστε
κι έμείς, και ΡωμιοΙ Και δ, τι μποροΟμε, κι ακόμα παραπάνω,
θα τό κάμουμε, για να σώσουμε τΙς ψυχες που κρέμουνται στό λαιμό σου
- Παπα-Γρηγόρη, ακούστηκε εότύς ή φωνή τσο ξενομπάτη, εΤχαμε ακουστά, πέρα στα χωριά μας, τ' δνομά σου, και τώρα
Trang 40σε βλέπουμε ζωντανό μπροστά μας καί σε καμαρώνουμε· ακο(5με
τά λόγια σου και παίρνουμε κουράγιο Με ρώτησες πως πλάκω
σε ή συφορά στό χωριό μας, και θά σο() δώσω απόιφιση Ακου, παπα-Γρηγόρη, ακο()στε, προεστοί, κι ας μην καταδεχτήκατε νά κοπιάστε νά μας δείτε, ακο()στε δλοι εσείς, χριστιανοΙ
Ή καρδιά το() Μανολιο() χτυπο()σε δυνατά· στράφηκε στούς τρείς συντρόφους:
- παμε κοντά του, μουρμούρισε· παμε κοντά του, νά τόν ακο()με καΙ νά τόν βλέπουμε
- Τέτοιον φαντάζουμαι, Μανολιό, τόν απόστολο 'Ιάκωβο, είπε ό Κωσταντής
- Κι έγώ τόν απόστολο Πέτρο είπε κι ό Γιαννακός
Ό παπάς άρχισε βιαστικά, νευρικά, σά νά μην ήθελε να θυμηθεί και νά · σκαλίσει πληγές Τά λόγια πηδο()σαν από θύμηση σε θύμηση κι �τρεμαν, θαρρείς καΙ δέν ήθελαν ν' αγγίξουν τά δσα στορο()σαν
- Μια μέρα ακούστηκε φωνη απάνω απο τις στέγες το() χωριο() μας: «'Έρχεται ό στρατός της Έλλάδαςl Φάνηκαν στά διάσελα οΙ φουστανέλες!» «Χτυπηστε τις καμπάνες της Λαμπρης! φώναξα, ας μαζωχτεί ό λαός νά το() μιλήσω!» Μά ό λαός εΤχε ξεχυθεί στό νεκροταφείο, σκάλιζε τά μνήματα, φώναζε
ό καθένας στόν πατέρα του: «Πατέρα, ή ρθανl Πατέρα, ή ρθαν!»
Κι άναβαν τά καντήλια στούς σταυρους κι �χυναν κρασί νά ζωντανέψουν οΙ πεθαμένοι Τέλεψε πιά με τούς νεκρούς του ό λαός, στριμώχτηκε στην έκκλησιά 'Ανέβηκα στόν άμβωνα:
«' Αδέρφια μου, παιδιά μου, φώναξα, δσοι πιστοί! 'Έφτασαν οΙ
"Έλληνες, γης κι ουρανος σμίγουν, πάρτε, γυναίκες κι άντρες, τ' άρματα, να κυνηγήσουμε τον Το()ρκο {])ς τήν KόKΙCΙνη Μηλιά!»
- Πιο σιγά, γέροντά μου, πιο σιγά, νά 'χω τήν εόκή σου ζύγωσε ό Γιαννακος και σφύριξε στό αότΙ το() παπα Πιό σιγά,
κι ό 'Αγάς κάθεται απάνω στο μπαλκόνι κι ακούει
Κι ίδια τή στιγμή εκείνη ό ' Αγάς τινάχτηκε, τον εΤχε πλακώσει ό υπνος, μά πηρε το αότί του μερικά αντάρτικα λόγια, τινάχτηκε
- Μωρέ, έδω, Σπανομαρία, τά πράματα δε μο() καλαρέσουν
Σα νά πηρε το αότί μου
- Μη χολοσκας, σο() λέω, 'Αγά μου· κοιμήσου Κοιμήσου, κι έγώ 'χω τα μάτια μου τέσσερα
- Νύσταξα, μωρέ καπετάνιο Μά σα δείς κα! τά παραχοντρύνουν οΙ παπάδες καΙ πιαστο()ν, σκούντηξέ με νά ξυπνήσω