Μά δταν σο ξεστόρησα η'ι ζωή μου, σε πηραν τά κλάματα, με άρπαξες στην άγκαλιά σου, μέ φίλησες καΙ μο 'πες: «Συχώρεσέ με, φράτε Λεόνε, σε ονομάτισα λιοντάρι γιά νά σε κοροϊδέψω, μά τώρα
Trang 1NIKOY KAZANTZAKH
O ΦTΩXOYΛHΣ
TOY
ΘEOY
Trang 2NIKOY KAZANTZAKH
O ΦTΩXOYΛHΣ
TOY
ΘEOY
Trang 3Λ ΦΙΕ ΡΩΝΕ ΤΛΙ
στόν ., Λγιο Φραγκίσκο τού καιρού μ�, το, Dr Albert Schweitzer
Trang 4ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αν παράλειψα πολλα άπο τα λόγια κι απο τα έργα τού Φραγκίσκου, κι αν παράλλαξα άλλα, κι αν πρόσθεσα άλλα που δεν έγιναν μα μπορούσαν να έχουν γίνει, δεν το έκαμα απο άμάθεια ή απο αναίδεια 1; ασέβεια, παριl απο άνάγκη να συνταιριάξω, δσο εΙναι μπορετο πιο σύμφωνα με την ούσία, το βίο με το μύθο τού άγίου
Ή τέχνη έχει αύτο το δικαίωμα' όχι μονάχα το δικαίωμα, παρα καί το χρέος: να ύποτάζει τα πάντα στην ούσία' θρέφεται άπο την ίστορία, τι}ν άφομοιώνει αργά, πονετικά, καί την κάνει παραμύθι
Άγάπη κι εύλάβεια Kai θαμασμος για τον ήρωα Kai μεγαλομάρτυρα με κατείχε γράφοντας το παραμύθι έτούτο, πιο αληθινο κι άπο την αλήθεια' συχνά χοντρες στάλες δάκρυα μουντζάλωναν το χειγραφο' συχνα ένα χέρι με μια αίώνια ανανεούμενη πληγή, σα να το κάρφωσαν, σα να το κάρφωναν αίώνια, διάνευε μπροστά μου μέσα στον αγέρα' ένιωθα όλούθε γύρα μου, δσο έγραφα, την αόρατη παρουσία
Γιατί για μένα δ "Άγιος Φραγκίσκος εΙναι το πρότυπο τού στρατευόμενου άνθρώπου, που με ακατάπαυτο σκληρότατο ν αγώνα κατορθώνει κι έπιτελεί το άνώτατο χρέος τού άνθρώπου, άνώτερο κι απο την ήθικη κι απο την αλήθεια κι άπο την ώραιότητα: να μετουσιώνει την ϋλη που του μπιστεύτηκε δ θεος καί να την κάνει πνέμα
9
Trang 6Ι
ΕΓΩ Ο ΑΝΑΞΙΟΣ, ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΩ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΦΤΕΡΟ
νά γράψω τό βίο και την πολιτεία σου, πάτερ Φραγκίσκο, ήμουν, θυμασαι, δταν με πρωτογνώρισες, �νας ταπεινός ζητιάνος, άσκημομούρης, γεμάτο τρίχες τό πρόσωπό μου καΙ τό κεφάλι μου, &ς τό σβέρκο, &ς τά φρύδια, δλο μαλλί, τό μάτι μου φοβισμένο κι άγαθό, τσεύδιζα, μπεμπέριζα σάν άρνί· καΙ
συ μέ ονομάτισες, γιά νά κοροϊδέψεις την άσκήμια μου καΙ την ταπεινοσύνη, φράτε Λεόνε, λιοντάρι Μά δταν σο() ξεστόρησα η'ι ζωή μου, σε πηραν τά κλάματα, με άρπαξες στην άγκαλιά σου, μέ φίλησες καΙ μο() 'πες: «Συχώρεσέ με, φράτε Λεόνε,
σε ονομάτισα λιοντάρι γιά νά σε κοροϊδέψω, μά τώρα τό βλέπω, ε{σαι άληθινό λιοντάρι, γιατΙ αότό που κυνηγας, �να λιοντάρι μονάχα τολμάει νά τό κυνηγήσει.»
Πήγαινα άπό μοναστήρι σε μοναστήρι, άπό χωριό σε χωριό, άπό έρημιά σε έρημιά καΙ ζητο()σα τό Θεό· δεν παντρεύτηκα, δεν !καμα παιδιά, γιατΙ ζητο()σα τό Θεό· κρατο()σα μιά φέτα ψωμΙ στό χέρι μου καΙ μιά φούχτα έλιές, πεινο()σα καΙ ξεχνο()σα νά φάω, γιατΙ ζητο()σα τό Θεό
Μάλλιασε ή γλώσσα μου νά ρωτάει, πρήστηκαν τά πόδια μου νά περπατil>, βαριέστησα νά χτυπδ) πόρτες και ν' άπλώνco
τό χέρι: νά ζητιανεύω στην άρχη τό ψωμί, κι υστερα �να λόγο καλό, κι ύστερα τη σωτηρία "Όλοι γελο()σαν, μ" !κραζαν άλαφροΤσκιωτο, μ" lδιωχναν, μ" lσπρωχναν, εΤχα φτάσει πιά στόν γκρεμό, άρχισα νά βλαστημil> κουράστηκα "Ανθρωπος ε{μαι, μαθές, κουράστηκα νά περπατil>, νά πεινil> νά κρυώνω,
νά χτυπδ) τον οόρανό και νά μη μο() άνο{γει ΚαΙ τότε, στην
1 1
Trang 7ακρα απελπισιά, μια νύχτα, με πηρε ό Θεός από τό χέρι, σε πη
ρε και σένα ό Θεός από τό χέρι, πάτερ Φραγκίσκο, και σμίξαμε Και τώρα κάθουμαι, βλέπω από τό παραθυράκι το\} κελιου μου τ' ανοιξιάτικα σύννεφα, και κάτω, στό περιαύλι το\} μοναστηριου, προσχαμήλωσε δ οόρανός, ψιλοβρέχει, μυρίζει ή γης
οΙ λεμονιές στά περιβόλια άνθισαν, μακριά ενας κουκος λάλησε' γελουν δλα τά φύλλα, γίνηκε δ Θεός βροχη και βρέχει στόν κόσμο Τί γλύκα είναι έτούτη, Θεέ μου, τί εότυχία! Π&ς· συνταιριάζουν και γίνουνται ενα ή γης, ή βροχη κι ή μυρωδια της κοπριας και της λεμονιας με την καρδιά του ανθρώπου! , Αλήθεια, χώμα δ ανθρωπος, γι' αότό και τόσο χαίρεται, σαν
τό χ&μα, την ήσυχη χαϊδευτικια βροχούλα την άνοιξη Βρέχεται ή καρδιά μου, ραγίζει, πετάει φύτρο και προβαίνεις, πάτερ Φραγκίσκο
Πάτερ Φραγκίσκο, δλα τά μέσα μου χώματα άνθισαν, ανεβαίνουν οΙ θύμησες, γυρίζει πίσω τόν τροχό του δ καιρός, και
νά τις, ανασταίνουνται οΙ αγιες ώρες που δδοιπορούσαμε μαζι απάνω στη φλούδα της γης, έσυ μπροστά κι έγω πατώντας με τρόμο τ' αχνάρια σου Θυμασαι που πρωτοσμίξαμε; Νύχτα ήταν, μεγάλο αόγουστιάτικο φεγγάρι, πεινουσα κι εμπαινα τρεκλίζοντας στην ξακουσμένη Άσίζη
Πολλες φορές, δοξάζω τό Θεό, την είχα χαρεί την αρχόντισ
σα πολιτεία' μα απόψε ήταν άλλο πράμα ή , Ασίζη, αγνώριστη'
τί ήταν τό θάμα έτουτο, που βρίσκουμουν; Τά σπίτια, οΙ έκκλησιές, οΙ πύργοι, τό κάστρο επλεχαν σ' ενα κάτασπρο πέλαγο, κάτω από ενα μενεξεδένιον οόρανό, ανάερα την ωρα που εμπαινα, δειλινό, από την καινούρια καστρόπορτα του ΆιΠέτρου, τό φεγγάρι καταστρόγγυλο, κατακόκκινο, πραγό σαν ήλιος αγαθός, ανάτελνε και χύνουνταν καταρράχτης γαληνός από τό κάστρο αψηλά, από τη Ρόκα, στις στέγες τ&ν σπιτι&ν και στά καμπαναριά, πλημμύριζε τα στενορύμια κι ετρεχαν σά ρυάκια, ξεχείλιζε τους λάκκους με γάλα, και τά πρόσωπα τ&ν ανθρώπων ελαμπαν, σά νά συλλογίζουνταν τό Θεό Στάθηκα συνεπαρμένος έτούτη είναι ή , Ασίζη, έλεγα κι εκανα το σταυ
ρό μου, σπίτια είναι έτουτα κι ανθρ&ποι και καμπαναριά, για μπάς και μπηκα ζωντανός στην Παράδεισο; • Απλωσα τά χέρια μου και γέμισαν οί φουχτες μου φεγγάρι' ενα φεγγάρι πηχτό, γλυκό, σά μέλι' ενιωσα στά χείλια μου, στά μελίγγια μου
να τρέχει ή χάρη του Θεου Και τότε κατάλαβα' εσυρα φωνή" κάποιος άγιος θα πέρασε από δ& χωρις άλλο' νιώθω τη μυρωδιά του στόν αέρα!
Trang 8Τσαλαβουτοϊ>σα στό φεγγάρι, ανέβαινα τα "στριφτα δρομάκια, εφτασα σηΊν πλατεία τοϊ> Άι-Γιώργη' κόσμος πολύς, Σαββατόβραδο απόψε, φωνές βραχνές, τραγούδια, μαντολίνα, μεθυστικια μυρωδια από ψάρια που τηγάνιζαν, από σουβλάκια στη θρακα κι από τριαντάφυλλο κα! γιασεμί' ή πείνα μου θέριεψε' ζύγωσα μιαν παρέα
'Έ χριστιανοί, ποιός έδώ, στην ξακουσμένη' Ασίζη, μπορεί να μοϋ κάμει έλεημοσύνη; Να φάω, να κοιμηθώ, κα! τό πρω! να φύγω;
Με κοίταξαν από κορφης ως τα πόδια, γέλασαν
- Ποιός είσαι, όμορφονιέ; μοϋ αποκρίθηκαν χαχαρίζοντας για ζύγωσε να σε καμαρώσουμε
- Μπορεί κα! νά 'μαι δ Χριστός, αποκρίθηκα για να τους τρομάξω' ετσι παρουσιάζεται καμια φορα στόν κόσμο, σα ζητιάνος
- Τό καλό που σοϋ θέλω, κακομοίρη μου, είπε ενας, μην τό ξαναπείς μη μας χαλνας τό γλέντι' άιντε, τράβα, μη σηκωθοϋ
με, όλοι έμείς έδώ, να σε σταυρώσουμε
Γέλασαν πάλι' ενας τότε, δ πιό νιούτσικος, με λυπήθηκε
-Ό Φραγκίσκος τοϊ> Πέτρου Μπερναρντόνε, δ Τρυποχέρης, αύτός θα σ' έλεήσει' τυχερός είσαι' χτες γύρισε, σα βρεμένη γάτα, από τό Σπολέτο' σύρε να τόν βρεΙς
Κι ένας μαντράχαλος πετάχτηκε τότε, ποντικομούρης, κιτρινιάρης, τόν ελεγαν Σαμπατίνο' σμίξαμε, ύστερα από λίγα χρόνια, όταν εγινε κι αύτός μαθητης τοϋ Φραγκίσκου κι δδεύα
με μαζ! τις στράτες τοϋ κόσμου ξυπόλυτοι' απόψε, γρικώντας τ' όνομα τοϋ Φραγκίσκου, χιχίρισε με κάκητα:
- πηγε, λέει, με χρυσην αρμάτα και φτερα στό Σπολέτο να πολεμήσει, ν' αντραγαθήσει, να τόν χειροτονήσουν Ιππότη, κι ύστερα να γυρίσει έδώ να μας κάνει τόν κόκορα' μα ξέρει δ Θεός τί κάνει' τοϊ> 'δωκε μιαν κατακέφαλα κα! γύρισε πίσω σα μαδημένο πετεινάρι
Πετάχτηκε απάνω, χτύπησε τα παλαμάκια
- του βγάλαμε κα! τραγούδι, είπε χαχαρίζοντας, όμπρός, παιδιά, όλοι μαζί!
Κι δλομεμιας άρχισαν όλοι, ξελαρυγΥισμένοι, να δουν κα! να κροϋν τα παλαμάκια:
τραγου-Πήγε στο Σπολέτο, άλi!
Πήγε στο Σπολέτο γιά μαλλΙ
κα; βγήκε κουρεμένος!
13
Trang 9Κοίταζα τους μεζέδες και το κρασί, μο() 'ρθε λιγοθυμιά, άκούμπησα στον παραστάτη της πόρτας
- Και πο() είναι δ Φραγκίσκος αύτός, δ Τρυποχέρης, δ Θεος να τον εχει καλά, είπα ξεπνεμένος, πο() 'ναι, να πέσω στα πόδια του;
- Τράβα στην άπάνω γειτονιά, μοί) άρμήνεψε ό νιούτσικος, κάτω άπο ενα παραθύρι θα τόν βρείς, να τραγουδάει στην κυρά του
πηρα δρόμο' άνεβοκατέβαινα τα στενα σοκάκια, ή πείνα με θέριζε' εβλεπα τόν καπνό άπό τίς καμινάδες, μαΎέρευαν οΙ Ύνωστικοί άνθρωποι, όσμίζουμουν τις μυρωδιές τα σωθικά μου είχαν κρεμαστεί σα σταφύλια φαγωμένα άπό τα πουλια και τα ποντίκια Δε βάσταξα πιά, άρχισα να βλαστημω: «'Έ και να
μη ζητο()σα τό Θεό, μουρμούριζα άγριεμένος, � και να μη ζητοί)σα τό Θεό, τί χουζούρι, τί εύτυχία! Θά 'τρωγα μεΎάλες φέτες άσπρο ψωμί και γουρουνάκι του φούρνου, που μου άρέσει,
fι λαγό να πλέει στό λάδι, με κρομμυδάκια, με δάφνη και κύμινο' και θα κατέβαζα, να δροσερέψει τό άντερό μου, ενα σταμνί μαί)
ρο κρασί της ουμπριας Κι ϋστερα θα πήΎαινα σε καμια χή
ρα να με ζεστάνει' έχω άκουστά, δεν υπάρχει πιο γλυκια ζεστασια άπό τf'\ς χήρας τί 'ναι τό μαγκάλι μπροστά της; Μα
τί να σο() κάμω, που ζητι'ό τό Θεό!»
Περπατο()σα γρήγορα γρήγορα, να ζεσταθι'ό, πf'\ρα φόρα, έτρεχα να γλιτώσω άπό τούς πειρασμούς, άπο τίς μυρωδιες κι άπο τίς χf'\ρες, ν' άνασάνω καθαρον άέρα' έφτασα άψη λα στο κάστρο, στη φουμισμένη Ρόκα' γκρεμισμένα τα περήφανα μουράγια, κάρβουνο οί πόρτες, δυο ραγισμένοι πύΡΎΟΙ μονάχα άπόμεναν, είχαν κιόλας άνέβει τ' άΎριόχορτα και ξεμασκάλιζαν τις πέτρες πρίν άπο λίγα χρόνια είχε σηκώσει κεφάλι δ λαός, δεν μποροί)σε πια να βαστάξει τούς άρχόντους του και χίμηξε και τούς γκρέμισε τη γερακοφωλιά -Ηθελα να κάμω ενα γύρο,
να χαρω τίς συφορές τους, παράφαΥαν, παράπιαν, ήρθε ή σειρά μας! μα άΥέρας φυσο()σε τσουχτερός, κρύωνα' κατέβηκα τρεχάτος τα λυχνάρια στα σπίτια είχαν σβήσει, ροχάλιζε ό κόσμος εφαε καλά, ήπιε καλά, και τώρα ροχάλιζε' είχαν βρεΙ
οΙ φρόνιμοι έτουτοι νοικοκυραίοι άπάνω στη Ύης τό Θεο πού ζητο()σαν, δπως τον ζητο()σαν, το() μπογιο() τους, μi; παιδιά, με' γυναΙκες, με καλοπέραση - κι έΎώ, δ άλαφροίσκιωτος, γύριζα τις στράτες Τf\ς ' Ασίζης καΙ χτυποί)σα τόν ουρανό, ξυπόλυτος, πεινασμένος, τουρτουρίζοντας, και πότε βλαστημο()σα, πότε τό 'ριχνα στο Κύριε έλέησον! Ύια να ζεσταθι'ό 'Όπου κατά τά με-
Trang 10σάνυχτα, έκεΤ κοντά στην έκκλησιά τf'jς Έπισκοπf'jς, άκούω κιθάρες και λαγουτα, νέοι θά 'καναν καντάδα στις άγαπητικές τους, ενας τραγουδο{)σε Ζύγωσα νυχοπατώντας, κρύφτηκα κά
τω άπο μιά πόρτα, κόλλησα στον τοΤχο· άπόξω άπο το άρχοντικο του κόντε Σκίφη πέντ' εξι τζόβενα με κιθάρες καΙ λαγουτα·
κι ενας κοντούτσικος, μ' ενα μακρύ φτερο στο καπέλο, με τό λαιμο τεντωμένο, τά μάτια 'καρφωμένα σ' ενα καφασωτό παραθύρι, σταυρό τά χέρια, τραγουδουσε· κι ολοι γύρα, συνεπαρμένοι, συντρόφευαν τι,l φωνή του με τίς κιθάρες και τά λαγουτα
Τί φωνη 'fjtav έκείνη, Θεέ μου, τί γλύκα, τί πάθος καΙ παρακάλεση και προσταγή! Δε θυμο{)μαι το τραγούδι νά τό καταγρά
ψω έδώ, ν' άπομείνει στον αίώνα, μά θυμουμαι καλά πως μιλουσε γιά μιάν t'iσπρη περιστέρα, κι ενα γεράκι, λέει, την κυνηγοϋσε,
κι δ νέος φώναζε τf'jς περιστέρας νά 'ρθει, νά βρεί καταφύγι στόν κόρφο του Τραγουδο{)σε σιγά, ήσυχα, λες και φοβόταν μην ξυπνήσει την κοπέλα, πού θά κοιμόταν πίσω άπό τό καφασωτό παραθύρι· θαρρείς καί τραγουδοϋσε όχι στό κορμί πού κοιμόταν παρά στην ψυχή της πού άγρυπνο{)σε Κι έγω ταράχτηκα, τά δάκρυα γέμισαν τά μάτια μου· που την είχα άκούσει
τη φωVΗ έτούτη; τη γλύκα, το παρακάλιο, την προσταγή; Πό
τε και ποϋ είχα ξανακούσει το κάλεσμα έτο{)το, την περιστέρα πού τιτύβιζε δλο τρόμο και το γεράκι πού στρήνιαζε και την κυνηγο{)σε, και τη γλυκιά φωνή, μακριά πολύ, τf'jς σωτηρίας; Κουνήθηκαν οΙ νέοι νά φύγουν, κρέμασαν τις κιθάρες και
τά λαγο{)τα στούς ώμους
- 'Έ Φραγκίσκο, φώναξαν στον τραγουδιστή, τί κοντοστέκεσαι, παμε! Μήτε άπόψε ή (φχοντοπούλα σου δε θ' άνοίξει
το παραθύρι νά σο{) πετάξει το τριαντάφυλλο!
Γέλασαψ μά δ τραγουδιστης δεν εδωκε άπόκριση, προχώρησε πρ(ότος νά στρίψει τη γωνιά, νά κατέβει στην πλατεία, δπου άκούγουνταν άκόμα νά τραγουδοϋν οΙ ταβέρνες άνοιχτές και τότε έγω χύθηκα μπροστά του· φοβήθηκα μην τον χάσω
- περιστέρα, τό 'νιωσα ξαφνικά, 'fjtav ή ψυχή μου, και το γεράκι δ Σατανάς, και τοϋτος δ νέος ήταν δ κόρφος νά μπω, νά βρ<ο καταφύγι· εβγαλα τον χιλιοτρυπημένο μαντύα μου και τοϋ τόν εστρωσα νά πατήσει· όσμίζουμουν μιά μυρωδιά νά βγαίνει άπ' δλο του τό κορμί, σά μέλι, σάν κερί,: σάν τριαντάφυλλο· κατάλαβα, 'fjtav ή μυρωδιά τf'jς άγιοσυνης δτάν άνοίξεις μιάν άσημένια λειψανοθήκη, ετσι μυρίζουν τά κόκαλα το{) άγίου Στράφηκε, με κοίταξε, χαμογέλασε
- Γιατί; μο{) 'πε σιγά
IS
Trang 11- Δεν ξέρω, αρχοντόπουλό μου' πως θες να ξέρω; μονάχος του εφυγε δ μαντύας από η']ν πλάτη μου κι άπλώθηκε χάμω να πατήσεις
Τό χαμόγελό του εσβησε' κοντοστάθηκε
- Είδες στόν αγέρα, εσκυψε κα! με ρώτησε ταραγμένος, είδες στόν αγέρα κανένα σημάδι;
- Δεν ξέρω, αρχοντόπουλό μου' όλα είναι σημάδια: ή πεί
να μου, το φεγγάρι, ή φωνή σου' μη με ρωτ1iς, θα βάλω τα κλάματα
- 'Όλα είναι σημάδια, μουρμούρισε κα! κοίταξε γύρα ανήσυχος
"Απλωσε τό χέρι του, τα χοντρα χείλια του κουνήθηκαν σα
νά 'θελε να με ρωτήσει κα! δεν τό 'παιρνε απόφαση Μέσα στό πολυ φεγγάρι τό πρόσωπό του είχε λιώσει' τα χέρια του είχαν γίνει διάφανα 'Έκαμε ενα βήμα, με ζύγωσε' εσκυψα ν' ακού
σω τί θα πεΙ κι ενιωσα την κρασωμένη αναπνοή του στο πρόσωπό μου
ζ ητάει το Θεό, είπα με το νου μου, βούλιαξε ή ψυχή του στη σάρκα.»
Και μονομι1iς ή ψυχή μου τον πόνεσε' απλωσα το χέρι, τον άγγιξα στον αγκώνα
- ' Αρχοντόπουλό μου, είπα, να με συμπαθ1iς ενα ήθελα να
σε ρωτήσω, έτουτο: τρως, πίνεις, είσαι ντυμένος στο μετάξι, τραγουδ1iς κάτω άπο τα παραθύρια, γλέντι ή ζωή σου' τίποτα λοιπον δε σου λείπει;
Trang 12- Μολόγα τήν άλήθεια! κάποιος σε στέλνει, ποιός; ΚαΙ μήν παίρνοντας άπόκριση :
- Τίποτα δε μοϊ> λείπει! εκαμε χτυπώντας το πόδι του στή γης, δε θέλω να με λυποϊ>νται· θέλω να με ζηλεύουν Ναί, ναΙ, τίποτα δε μοϊ> λείπει!
ΤΟ φεγγάρι εΤχε άρχίσει να χαμηλώνει, λίγα dστρα στον ofιρανό' άνάρια άκούγουνταν ο{ καντάδες, δλο πάθος, άπο τις dλαργινες γειτονιές ήταν γεμάτος ό νυχτερινος έτοϊ>τος καλοκαιριάτικος άέρας μυρωδιες κι ερωτα Κάτω ή πλατεία βούιζε -·0 ούρανος εΤναι μέσα μας, άρχοντόπουλό μου, ξανάπα έγώ
ΤΟ μάτι του ελαμψε άγκουσεμένο, ή φωνή του εΤχε βραχνιάσει Κατεβήκαμε στήν άγορά· οiSρλιαζαν άκόμα ο{ ταβέρνες, σ' !να χαμόσπιτο �να κόκκινο φαναράκι dναβε, νέοι μεθυσμένοι μπαινόβγαιναν 'Από τα χωρια dρχισαν να καταφτάνουν τα γαΤδουράκια, φορτωμένα λαχανικα και φροϊ>τα· δυο σαλτιμπάγκοι κάρφωναν στύλους και τέντωναν τό σκοινί· dλλοι !στηναν τραπέζια κι άράδιαζαν μπουκάλες κρασί, ρακή, ρούμι' συντάζουνταν κιόλα για τό αύριανό παζάρι της Κυριακης
Δυό μεθυσμένοι ξέκριναν μέσα στό φεγγαρόφωτο τό Φραγκ{σκο καΙ τούς πηρε κρυφα τό γέλιο· 1C\ ό Ινας ξεκρέμασε τήν
1 7
Trang 13κιθάρα άπό τόν αιμο κι άρχισε νά τραγουδάει, κοιτάζοντας περγελαχτά τό Φραγκίσκο:
Πoλλi:ι ψηλi:ι τη χτίζεις τη φωλιi:ι καί θi:ι σού σπάσει ό κλώνος και θi:ι σού φύγει το πουλί καί θά σού μείνει ό πόνος
Με σκυφτό κεφάλι δ Φραγκίσκος άφουκράζουνταν άκίνητος
- "Αν δεν ήσουν εσύ μαζί μου, φράτε Λεόνε, μο() 'λεγες,
θά τά 'λεγα σε ομιάν πέτρα, σ' Ινα μερμήγκι, σ8 Ινα φυλλαρά1C1 έλιας γιατί ή καρδιά μου ξεχειλίζει, 1C1 liv δεν άνοίξει νά χυθεί, μπορεί νά γίνει χίλια κομμάτια
Κι fτσι ξέρω γιά σένα δσα κανένας δεν ξέρει' fκαμες πολύ περισσότερες άμαρτίες άπ' δ,τι δ κόσμος θαρρεί' εκαμες πολύ περισσότερα θάματα άπ' δ, τι δ κόσμος πιστεύει Γιά ν' άνέβεις στόν οόρανό, πηρες φόρα άπό τόν πάτο της Κόλασης
- 'Όσο άπό πιό χαμηλά παίρνεις φόρα, μο() 'λεγες συχνά, τόσο πιό άψηλά μπορείς νά φτάσεις ή μεγαλύτερη άξία το() αγωνιζόμενου χριστιανο() δεν ε[ναι ή άρετή του' είναι ό άγώνας του νά μετουσιώσει την άδιαντροπιά, την άτιμία, την άπιστία, την κάκητα μέσα του και νά τά κάμει άρετή Μιά μέρα, δ πιό ένδοξος άρχάΥΥελος πού θά στέκεται πλάι στό Θεό, δε θά 'ναι
Trang 14μήτε δ Μιχαήλ, μήτε δ Γαβριήλ, μήτε δ Ραφαήλ· θά "ναι δ Έωσφόρος, όταν mcl θά "χει μετουσιώσει τό φοβερό σκοτάδι του σε φδ'>ς
Κι έγώ, μέ το στόμα ανοιχτό, σε άκουγα· τί γλυκα λόγια εΤναι έτοστα, συλλογίζουμουν, μπορεί τό λοιπόν ή άμαρτία να γίνει κι αύτη ενα μονοπάτι που να μaς πηγαίνει στό Θεό; μπορεί n-δ άμαρτωλός να έλπίζει σωτη ρία;
Και τόν fρωτά σου για την Κλάρα, την κόρη το\) άρχοντα Φαβορίνου Σκίφη, έγω μονάχα τόν ξέρω· οί ανθρ&ποι θαρροσν, γιατί 'ναι φοβητσάρηδες, πως αγαπο\)σες μονάχα την ψυχή της
μα έσύ, πρωτύτερα απ' όλα, αγάπησες τό κορμί της από κεΙ κίνησες καί πi'jρες απίδρομο· υστερα από αγώνα καί παγίδες το() πειρασμο() καί βοήθεια το() Θεο\), εφτασες στην ψυχή της· καΙ την αγάπησες την ψυχη αότή, όμως χωρίς ν' απαρνηθείς
τό κορμί της και χωρίς ποτε να τό αγγίξεις Κι δχι μονάχα δε σο\) στάθηκε έμπόδιο δ ερωτας αότος δ σαρκικός για την Κλά
ρα, παρα καί σε βοήθησε πολύ να φτάσεις τό Θεό· γιατί δ ερωτας αότός σο\) ξεσκέπασε το μεγάλο μυστικό: με ποιόν τρόπο,
με ποιον αγώνα γίνεται ή σάρκα πνέμα Μιά 'ναι ή άΥάπη, ή {δια, για την γυναίκα, για τό γιό, για τη μάνα, για την πατρίδα, για την Ιδέα, για τό Θεό· και στο πιό χαμηλό σκαλοπάτι τi'jς αγάπης να νικήσεις, ανοίγεις τό δρόμο πού σε πάει στό Θεό Πολέμησες το λοιπόν τη σάρκα, την fριξες ανήλεα κάτω, τή ζύμωσες με τό αΙμα σου καί με τα δάκρυα, κι υστερα από πολύχρονο φοβερόν αγώνα την εκαμες πνέμα Αότό, τό ίδιο, δεν
&καμες καί με τίς αρετές σού δλες καΙ με τίς κακίες σου όλες; Σάρκα κι αότές, Κλάρα κι αότές, και κλαίγοντας, γελώντας, σπαράζοντας, τις εκαμες πνέμα Αότός εΤναι δ δρόμος, αότός, άλλον δεν εχει· και ιτήγαινες μπροστά, κι έγω αγκομαχώντας
σε ακολουθο\)σα
Μια μέρα πού σ' εβλεπα ν' ανασηκώνεσαι μουγκρίζοντας από τις αίματωμένες πέτρες, κι i1σουν δλος μια πληγή, σε λυπήθηκε ή ψυχή μου· &τρεξα, σο() 'πιασα τα γόνατα
19
Trang 15'Χτfjνος, πιό πέρα άπό τό 'Xtfjvoςo δ Τσιος δρόμος, σήμερα, 'Χάθηκε
Και μιάν άλλη φορά πού, άπελπισμένος, κοίταζές τη γfjς
κι ήθελε νά σε φάει, τόν ούρανό και δε σε βοηθο\)σε, στράφηκες πάλι καΙ μο\) 'πες, κι έγώ άνατρί'Χιασα νά τό άκούσω:
- Φράτε Λεόνε� άκου· θά σου πώ fva λόγο βαρύ· αν δεν μπορείς νά τόν βαστάξεις, άρνι το\) ΘεοlJ, ξέ'Χασέ τον· άκοlJς;
- ' Ακούω, πάτερ Φραγκίσκο, άποκρίθηκα κι εί'Χα άρ'Χ{σει κιόλα νά τρέμω
σε λίγο:
- Τ{ είπα; είπα τίποτα; Σώπα!
Και ξέσπασες σε θρfjνο
"Όλα σου τά λόγια, κάθε βράδυ, κάτω άπό τό φlbς το\) λυ'Χναριο\), τά σημάδευα fva fva, τά στερέωνα, να μη 'ΧαθοlJv- δλα σου τά �ργα Μπορεί, �λεγα, fνας σου λόγος νά σώσει μιάν ψυ'Χή· αν δεν τόν καταγράψω κι αν δεν τόν φανερώσω στούς άνθρώπους, ή ψυ'Χη αύτη δε θά σωθεί, καΙ θά φταίω έγώ
Πολλες φορες &ς τώρα εί'Χα πάρει τό φτερό νά γράψω, μα _,
γρήγορα τό παρατο\)σα, μ' επιανε φόβος: Πολυ τά φοβοlJμαι,
δ Θεός liς με συ'Χωρέσει, πολύ τά φoβoϊJμαι τά γράμματα τfjς
• Αλφαβήτας πονηρά, ξετσίπωτα δαιμόνια, έπικ{ντυνα· ανοίγεις τό καλαμάρι, τα ξαπολύνεις, κι αυτά παίρνουν δρόμο -καΙ πιά ποlJ να τά κάμεις ζάφτι! Ζωντανεύουν, σμίγουν, 'Χωρίζουν, δεν άκοlJν την προσταγή σου, όρδινιάζουνται, μαϊJρα, με ούρες καΙ με κέρατα, άπάνω στό 'Χαρτί, τoϊJ κάκου τά φωνάζεις καΙ τά παρακαλείς, κάνουν τoϊJ κεφαλιοlJ τους ΧοροπηδοlJν καΙ ζευγαρώνουν μπροστά σου άδιάντροπα καΙ φανερώνουν
με μπαμπεσια δ,τι δεν ήθελες νά μολοήσεις κι άρνιοlJνται νά ποlJν δ,ΤΙ βαθιά άπό τό σπλά'Χνο σου μά'Χεται νά βγεί και νά μιλήσει στούς άνθρώπους
"Όμως την περασμένη Κυριακή, -γυρίζοντας άπό την έ1C1Cλησιά, ξεθαρρεύτηκα· δ Θεός δεν τά στρίμωξε τά δαιμονικά tTOIJ-
Trang 16τα, συλλογίστηκα, θένε δε θένε, κι εγραψαν το Βαγγέλιο; Κουράγιο, το λοιπόν, ψυχή μου, μην τα φοβάσαι' πιάσε το φτερο καΙ γράφε! Μα ευτυς λιγοκάρδισα και πάλι' αυτοι πού 'Υραψαν
τη δύναμη ν' αραδιάσω στο χαρτί, σα συναξάρι, τα λόγια σου και τα εργα σου, πάτερ Φραγκίσκο, για τη σωτηρία τοϋ κόσμου! Βιάζουμουν' γιατι ένιωθα, τα λόγια τινάζουνταν στα δε ρμάτια, στα χαρτιά, στις φλοϋδες τών δέντρων, ζωντάνευαν, πλαντοϋσαν, σήκωναν κεφάλι, ήθελαν να φύγουν Κι δ Φραγκίσκος, τον ενιωθα κι αυτον να τριγυρνάει αστεγος,' ξεπνεμένος, το μοναστήρι μου, ν' άπλώνει το χέρι σα ζητιάνος, να τρυπώνει στην αυλή, κανένας δεν τον εβλεπε, μονάχα έγώ, και να μπαίν�ι στο κελί μου προχτες ακόμα, δειλινό, φυσοϋσε βοριάς, lJ(ave κρύο, εΙχα ανάψει το πήλινο μαγκαλάκι μου, δ' αγιος ήγούμενος μοϋ 'χε δώσει την άδεια, γιατι γέρασα, ν' ανάβω λίΎη φρmα στο κελί μου, δεν αντέχω, 'Ήμουν σκυμμένος καΙ διάβαζα, σε μια.ν παλια περγαμηνή, τους βίους τών άΎfων' τα θάματα με εΙχαν κυκλώσει κα! με άγλειφαν σα φλόγες δε βρίσκουμουν πια πάνω στη γi'ί, κρέμουμουν στον αέρα' όπου ενιω
21
Trang 17dξαφνα, έκεΙ που κοίταζα, ανάμεσα άπό τ' άνθισμένα κλώνια, τόν οόρανό, 'ijpeav καΙ κάθισαν άπάνω στό κάθε κλαρί κι fva πουλί μικρό μικρό, σαν fva γράμμα τfjς 'Αλφαβήτας, κι dρχισε
να κελαηδάει· στην άρχη fva fva, μοναχικό, ύστερα δυό μαζί, ύστερα τρία, πηδο\}σαν από κλαρι σέ κλαρί, εσμιγαν συδυό, συντρία, συμπέντε, καΙ κελαηδουσαν, συνεπαρμένα, δλα μαζί
"Ένα τραγούδι εΤχε γίνει πια το δέντρο, γλυκό, γεμάτο πάθος
κι έρωτα καί θλίψη μεγάλη ΚαΙ σα νά 'μουνα, λέει, βουλιαγμένος τώρα, σταυρό τα χέρια, βαθια στό άνοιξιάτικο χ(bμα, καΙ το άνθισμένο έτουτο δέντρο έβγαινε μέσα από τα ό7tλάχνα μου, έπιαναν οΙ ρίζες του δλο μου το κορμί καΙ τό βύζαιναν·
κι οΙ χαρές κι οΙ πίκρες τfjς ζωfjς μου δλες εΤχαν γίνει πουλια
Ξύπνησα, ένιωθα άκόμα τό κελαηδητό μέσα στα σωθικά μου, φυσο\}σε ακόμα άπό πάνω μου δ Θεός
ΕΤχα κοιμηθεΙ άλάκερη τη ν6χτα απάνω στην περγαμηνή, ξημέρωνε Σηκώθηκα, πλύθηιcα, άλλαξα κι έβαλα ρουχα καθαρά, το σήμαντρο του δρθρου χτυπουσε, έκαμα τό σταυρό μου, κατέβηκα στην έκκλησιά Κόλλησα το μέτωπό μου, το στόμα μου, το στfjθος στις πλάκες, μετάλαβα, τέλεψε ή λειτουργία'
δε μίλησα κανενους, για να κρατήσω αμόλευτη την άνάσα μου, γύρισα τρεχαπετάμενος στο κελί μου' πετουσα' άγγέλοι με άνεβάσταζαν, δέν τους έβλεπα μα άκουγα δεξόζερβά μου τό θρό άπο τΙς φτέρουγές τους πfjρα το φτερό, έκαμα τό σταυρό μου -
κι άρχισα να γράφω τό Βίο καΙ την Πολιτεία σου, πάτερ Φραγκίσκο
Ό Θεός βοηθόςl
Trang 1811
ριε, ηΊ μνήμη μου, φώτισε, Κύριε, το μυαλό μου, μή μέ άφήσεις νά ξεστομίσω λόγο περίσσιο· σηκωθείτε, βουνά και κάμποι: τ'iiς Οϋμπριας, μαρτυΡ'iiστε! Πέτρες πού σας ράντισε
το μαρτυρικό τό αίμα του, σκονισμένοι, καταλασπωμένοι δρόμοι τ'iiς 'Ιταλίας, μαυρες σπηλιές, χιονοσκέπαστες κορφές, καράβι πού τόν π'iiγες στήν αγρια 'Ανατολή, λεπροι και λύκοι και ληστές, και σείς, πουλιά, πού άκούσατε τό κήρυγμά του, σηκωθείτε· δ φράτε Λεόνε σας �xει άνάΥκη, έλατε, σταθείτε δεξά και ζερβά μου, βοηθατε με νά πώ τήν άλήθεια, τήν πάσα άλήθεια, άπό αύτό κρέμεται ή σωτηρία τ'iiς ψυΧ'iiς μου Τρέμω, γιατι πολλές φορές δέν μπορώ νά ξεχωρίσω ποιά
ή άλήθεια και ποιά ή ψευτιά Τρέχει στό νου μου σάν τό νερό
δ ΦραΥκίσκος, άλλάζει πρόσωπα, δέν μπορώ νά τόν στερεώσω· ήταν κοντός, ήταν θεόρατος; δέν μπορώ νά βάλω τό χέρι μου στήν καρδιά και νά πώ μέ σιγουράδα Πολλές φορές μου φάνταζε χαμαδός και φτωχομούρης, πετσι και κόκαλο, μέ άριά καστανά γενάκια, μέ χοντρά κρεμάμενα χείλια, μέ μεγάλα τριχωτά αύτιά, πού στέκουνταν δμοια μέ του λαγου κι άφουκράζουνταν τόν κόσμο, τον δρατό και τον άόρατο· δμως τά χέρια του ήταν ντελικάτα, τά δάχτυλά του κοντυλένια, σά νά κρατουσε άπό μεγάλο σόι Μά δταν μιλοϋσε Τι δταν προσεύχουνταν Τι
δταν θαρρουσε πως ήταν μόνος, φλόγες ούρανοκρέμαστες πετουσε τό κορμί του, άρχάγγελος γίνουνταν μέ κόκκινες φτέΡΟυΥες και τις καταχτυπο\)σε στόν άέρα· κι αν ήταν νύχτα, τρόμαζες κι άναμέριζες νά μήν καείς
23
Trang 19- • Αδερφε ΦραΎΚίσκο, φώναζα, σβf'lσε, θα κάψεις τον κόσμο!
Σήκωνα τα μάτια και τόν εβλεπα νά • ρχεται καταπάνω μου, ήσυχος, χαμογελαστός, και τό πρόσωπό του είχε πάρει ξανα
τη Ύλύκα, την πίκρα και τη φτώχεια το\} άνθρώπου
Μια φορά, θυμο\}μαι, τόν ρώτησα:
- • Αδερφε ΦραΎΚίσκο, πώς σοί} φανερώνεται ό Θεός σαν άπομείνεις μοναχός μέσα στό σκοτάδι;
Κι αότός μοί} άποκρίθηκε:
- Σαν �να ποτήρι δροσερό νερό, φράτε Λεόνε, σαν �να πο
τήρι άθάνατο νερό, διψtb, τό πίνω και ξεδιψάζω στόν αίώνα -Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό ό Θεός; φώναξα ξαφνιασμένος
Οσο τι διαμετρtb με τό νοί} μου, ετοστο μονάχα μπoρ(b να πtb με σιγουράδα: άπό τη γf'lς, δπου πατοσσαν τα πόδια του, Τσαμε τό κεφάλι του, τό μπόι του ήταν κοντό· μα άπό τό κεφάλι
κι άπάνω τό μπόι του ήταν θεόρατο
• , Ομως δυό πράματα καλα τα θυμοσμαι άπό τό κορμί του:
τα πόδια του και τα μάτια του 'Ήμουν ζητιάνος, δλη μου τη ζωη την πέρασα με ζητιάνους, είδα χιλιάδες πόδια που άλάκερή τους τη ζωη περπατοσσαν ξυπόλυτα άπάνω στις πέτρες, μέσα στους κουρνιαχτους καί τις λάσπες, άπάνω στα χιόνια· μα ποτέ μου δεν είδα πόδια τόσο ταλαιπωρημένα, παραπονεμένα, άδύνατα, φαγωμένα άπό τίς στράτες, γεμάτα πληγές που fτρεχαν· κάποτε, δταν κοιμόταν ό πάτερ ΦραΎΚίσκος, εσκυβα κρυφα και τα φιλοσσα· κι ήταν σα να φιλοσσα άλάκερο τόν πόνο το\} άνθρώπου
Και τα μάτια του, π(bς μποροσσε να τα δεΙ 4νθρωπος μια φορα και να τα ξεχάσει; Μεγάλα, άμιΥΥδαλάτα, κατάμαυρα· ελεΎες: μάτια πιο ήμερα, πιό βελουδένια, δεν είδα ποτέ μου· και �εν πρόφταινες να τό πείς, και τα μάτια αότα δυό κcttαπαχτες ήταν κι 4νΟΙΎαν, κι εβλεπες τα σπλάχνα - την καρδιά,
τα νεφρά, τα πλεμόνια -να καίγουνται Συχνά σε κοίταζε
Trang 20καΙ δέ σ' fβλεπε' τί εβλεπε; δχι τό δέρμα σου καΙ τή σάρκα, δχι τό κεφάλ\ σου παρα τό κρανίο Μια μέρα μο\S χάδευε σιγα
μέ τήν άπαλάμη τό πρόσωπο, τα μάτια του εΤχαν γεμίσει σπλάχνος καΙ γλύκα
-ΜοΟ άρέσεις, φράτε Λεόνε, γιατί άφήνεις λεύτερα τα σκOυλή� να περιδιαβάζουν στα χείλια σου καΙ στ' αυτια καΙ δέν τα διcDχνεις
-Δέν τα βλέπω, πάτερ Φραγκίσκο, ποια σκουλήκια;
- τα βλέπεις σίγουρα δταν προσεύχεσαι iΊ δταν κοιμασαι
κι ονειρεύεσαι η'lν Παράδεισο' τα βλέπεις μα δέν τα διώχνεις, γιατι καλό τό ξέρεις, φράτε Λεόνε, εΙναι απεσταλμένοι τοΟ ΘεοΟ, το\) Μεγάλου Βασιλέα Γάμο κάνει ό Θεός στόν ουρανό και τα στέλνει για να μας καλέσει: «Πολλα χαιρετίσματα, λέει, άπό τό Μεγάλο Βασιλια και σας περιμένει' έλατε!»
• Οταν ήταν μέ τους άνθρώπους, γελοΟσε, επαιζε, πετιόταν ξαφνικα άπάνω κι άρχιζε να χορεύει, fπιανε δυό ξύλα κι επαιζε βιολι και τραγουδο\Sσε δικά του τραγούδια το\) Θεο\)' τό 'κανε, σίγουρα, για να δώσει κουράγιο στους άνθρώπους κάτεχε καλα πώς ή ψυχή ύποφέρει, πώς το κορμι πεινάει, πώς ό άνθρωπος δέν αντέχει Μα δταν άπόμενε όλομόναχος, κινο\)σε τα κλάματα' χτυπο()σε τό στηθος του, κυλιόταν στις τσουκνίδες καΙ τ' άγκάθια, σήκωνε τα χέρια στόν ουρανό καί φώναζε: «ΌλημερΙς άπελπισμένος σέ ζηΤώ' δλονυχτίς, δταν κοιμο()μαι, μέ ζητας πότε να σμίξουμε τα ξημερώματα, Θεέ μου!»
Μιαν άλλη φορα πάλι τον άκουσα, μέ τα μάτια στυλωμένα στόν ουρανό, να φωνάζει:
-Δέ θέλω πια να ζώ, γδύσε με, Κύριε, Υλίτωσέ με άπό τό κορμί μου, πάρε με!
Τό πρωί, δταν ξημέρωνε κι άρχιζαν πάλι τα πουλια να κελαηδο()ν iΊ δταν καταμεσήμερα βυθίζουνταν στο δροσάτον ίσκιο το() δάσου, iΊ τή νύχτα, κάτω άπό τ' άστρα iΊ στό φεγγαρόφωτο, άνατρίχιαζε άπό άφραστη ευδαιμονία, μέ κοίταζε, τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα
-Φράτε Λεόνε, μοΟ 'λεγε, άδερφέ μου, τί 'ναι έτοΟτο τό θάμα; Τί πρέπει λοιπόν νά 'ναι Αυτός που επλασε μιαν τέτοιαν ομορφιά; Πώς να Τόν πο()με;
- Θεό, άδερφέ Φραγκίσκο, το() άποκρίθηκα
- Οχι Θεό, δχι Θεό, φώναξε, δχι ΕΤναι βαρύ, τσακίζει κόκαλα τ' δνομα αυτό' δχι Θεό, Πατέρα!
ΚαΙ μια νύχτα που τό φεγγάρι εΙχε σηκωθεί καταστρόγγυλο καΙ κρέμουνταν στή μέση τ' οόρανοο κι δλη ή γης άνάλαφρη
25
Trang 21επλεχε στον άγέρα, δ ΦραΎΚίσκος γύριζε τα σοκάκια τ'f\ς , Ασίζης, κοίταζε, δεν εβλεπε κανένα να στέκεται στο κατώφλι το\) σπιτιο\) του να χαίρεται τό μέγα θάμα Πετάχτηκε, σκαρφάλωσε στο καμπαναριό τf\ς έκκλησιας κι ι'ίρχισε να χτυπάει τΊ)ν καμπάνα το\) κιντύνου· τρομαγμένοι τινάχτηκαν από τον i)πνο τους οΙ ανθρ&ποι, θαρρο\)σαν θά 'ταν πυρκαγιά, κι ετρεξαν μεσόγυμνοι στην αύλη το\) • Αγιου Ρουφίνου· είδαν το Φραγκίσκο να χτυπάει μανιασμένος την καμπάνα
- Γιατί χτυπας την καμπάνα, το\) φώναξαν, τί τρέχει; -Σηκ&στε τα μάτια, χριστιανοί μου, τους αποκρίθηκε απά-
νω από τό καμπαναριό δ Φραγκίσκος, κοιτάχτε τό φεγγάριl Τέτοιος ήταν, τέτοιος μο\) φάνηκε πως ήταν δ μακάριος Φραγκίσκος Τό γράφω, μα δεν είμαι σίγουρος πο\) να ξέρω π&ς ήταν, ποιος ήταν; Μπας και τό ήξερε κι δ ίδιος; ΘυμοtJμαι μια χειμωνιάτικη μέρα, στην Πορτσιούνκολα, δπου κάθουνταν στό κατώφλι και λιάζουνταν, ήρθε λαχανιάζοντας ενας νέος και στάθηκε μπροστά του
- Πο\) 'ναι δ Φραγκίσκος δ γιός το\) Μπερναρντόνε; ρώτησε ξεγλωσσισμένος που 'ναι δ καινούριος αγιος, να πέσω στα πόδια του; Μf\νες τώρα γυρίζω τις στράτες και τον ζητώ Για την αγάπη το\) Χριστο\), αδερφέ μου, πές μου πο\) είναι -Πο\) εΙναι δ Φραγκίσκος δ γιός του Μπερναρντόνε; αποκρίθηκε αύτός κουνώντας το κεφάλι, που εΙναι δ Φραγκ{σκος
δ γιός του Μπερναρντόνε; Τί 'ναι δ Φραγκίσκος; Ποιός είναι
δ Φραγκ{σκος; Κι εγώ, αδερφέ μου, τόν ζητώ· χρόνια τώρα τον ζητώ· δ&σ' μου τό χέρι, παμε να τόν βρουμε!
Σηκώθηκε, πf\ρε από τό χέρι τό νέο, μπf\καν στη στράτα
Πο\) νά 'ξερα, τη νύχτα εκείνη που τόν πρωτόσμιξα στην , Ασίζη, τί μέλλουνταν να γίνει δ νέος αύτός, που τραγουδουσε τf\ς κυρας του, με τό μακρυ κόκκινο φτερό στό κεφάλι! Με κρατουσε σφιχτα από το χέρι, δρασκελίσαμε βιαστικα την πολιτεία, φτάσαμε στο αρχοντικό το() Μπερναρντόνε
Μπήκαμε κρατώντας την ανάσα, μη μας ακούσει δ δράκος μου 'στρωσε τραπέζι κι εφαγα, μου 'στρωσε κλινάρι καΙ κοιμήθηκα, και χαράματα ξύπνησα, άνοιξα σιγα την ξώπορτα καΙ γλίστρηξα εξω Κυριακη σήμερα, μεγάλη λειτουργία στην έκκλησια του' Αι-Ρουφίνου και πήγαινα να ζητιανέψω
Κάθισα απάνω στό πέτρινο λιοντάρι, ζερβα ό>ς μπαίνουμε στην έ1C1Cλησιά, περίμενα τους πολλους χριστιανους να προ-
Trang 22βάλουν' κυριακάτικη σήμερα ή ψυχή τους, περνάει άπο το νο\) τους ή Kό�ση κι ή Παράδεισο, φοβο{)νται, ελπίζουν κι άνοίγουν το πουγγί τους στή φτώχεια
ΕΙχα βγάλει το ΣΙCO{)φO μου και κάπου κάπου επεφταν μέσα κουδουνίζοντας μονέδες μιά μεσοπάλαβη γριά, άρχόντισσα εσκυψε καΙ με ρώτησε ποιος εΙμαι, άπο πο{) ερχουμαι κι αν εΙδα
το γιό της τον εΙχαν πιάσει οΙ καβαλαραΙοι της Σιένας, άνάθεμά τους, στον πόλεμο
Μά τή στιγμή που livotya το στόμα, νάσου δ σιόρ Μπερναρντόνε, δ πατέρας το{) ΦραγKίΣΙCOυ Τόν γνώριζα άπό καιρό και ποτέ του δέ μ' ελέη σε' «εχεις χέρια καΙ πόδια, μο{) φώναζε, δούλεψε»
- Ζητώ τό Θεό, το{) άπηλογήθηκα μιά μέρα
-Τόν κακό σου τόν καιρό! άκούστηκε ή βροντερή φωνή του κι οϊ παραγιοί του ξέσπασαν στά γέλια
Πρόβαλε με τή γυναίκα του, τήν κυρα-Πίκα, κι ερχουνταν (φγοπερπάτητα, άρχοντικά, στήν εκκλησιά νά λειτουργηθεΙ
Τί 'ταν, Θεέ μου, εκείνο τό θεριό! Φοροϋσε μακρυ τζουμπέ μεταξωτό, βυσσινή σκο{)ρο, μέ άσημένιο γύρα σιρίτι' καλπάκι άπό μα{)ρο βελο{)δο καΙ μακρομύτικα μα{)ρα ποδήματα' είχε ανασηκωμένο τό ζερβό του χέρι κι επαιζε μ' ένα σταυρό που κρέμουνταν μέ χρυσή άλυσιδίτσα άπάνω στό στηθος του Κοτσονάτος, χοντροκόκαλος, liντρακλας &ς εκεί πάνω, βαρυ σαγόνι, διπλό προγούλι, μύτη χοντρή, καμπουρωτή, καΙ τό μάτι του γκρίζο, κρύο, σάν το{) γερακιο{)
'Ως τόν είδα, ζάρωσα, γίνηκα ενα κουβάρι, νά μή μέ πάρει
τό μάτι του' πίσω του άκλουθο{)σαν πέντε μο{)λες φορτωμένες κατά ψόφου μέ άκριβές πραμάτειες - μεταξωτά, βελοΟδα, χρυ
σά σιρίτια και θαμαστά κεντήματα Πέντε άγωγιάτες άρματωμtνoι τις δδηγοuσαν, γιατι οί στράτες ε{χαν γεμίσει ληστές 'Έρχουνταν τό λοιπόν μέ τΙς πραμάτειες του δ Μπερναρντόνε στήν εκκλησιά, νά λειτουργηθο{)ν κι αυτές καΙ νά τΙς δεί άπό
τό κόνισμά του δ άγιος, νά τΙς γνωρίσει αν πέσουν σε κίντυνο'
κι αυτός θά γονατίσει μπροστά του, όπως το συνηθίζει πριν κάθε του ταξίδι, και θά παζαρέψει μέ τόν άγιο, δίνε μου νά σο{) δίνω, προστάτεψε τις πραμάτειες μου καΙ θά σο{) φέρω άπό τή Φλωρεντία ενα ασημένιο καντήλι, βαρύ, ξομπλιαστό, νά σέ ζηλεύουν οΙ liλλοι άγιοι μέ τά γυάλινα καντηλάκια
Δίπλα του, με τά χέρια σταυρωμtνα άπάνω στήν κοιλιά, καμαροπερπατούσα, χαμοβλεπούσα, με τά μαλλιά σKεπασμtνα
με θαλασσί μεταξωτο μαγνάδι, ή γυναίκα του, ή φραντσέζα
27
Trang 23κυρα-Πίκα 'Όμορφη, πρόσχαρη, δλο γλύκα· τό πρόσωπό της ήταν από τα πρόσωπα που έλεo�ν· απλωσα τό χέρι μα δέ
μέ εΙδε· δέ μέ εΙδε ii φοβήθηκε δίπλα της τό δράκο καί δέν τόλμησε να μ' έλεήσει; Δρασκέλισαν κι οΙ δυό τό κατώφλι, μπf\καν στήν έκκλησια από τή μεγάλη πόρτα και χάθηκαν
Μετα από χρόνια, fva πρωι που κινούσαμε να πάρουμε σβάρ
να τα χωρια να κηρύξουμε την αγάπη, δ Φραγκίσκος θυμήθηκε τους γονιούς του, τή μάνα του, τόν κύρη του, κι αναστέναξε:
- " Αχ, δέν μπόρεσα ακόμα να τους βάλω να φιλιώσουν μουρμούρισε
- Ποιούς; Για ποιους μιλας, α.δερφέ Φραγκίσκο μου; -Για τόν κύρη και τή μάνα μου, φράτε Λεόνε ΑΙώνια παλεύουν μέσα μου οΙ δυό τους όλη μου Τι ζωή, μάθε, εΙναι τό πάλεμα αότό· μπορεΤ να παίρνουν διαφορετικα όνόματα - Θε
ός καΙ Σατανάς, πνέμα καΙ σάρκα, καλό και κακό, φώς καΙ σκοτάδι, όμως πάντα εΙναι Τι μάνα μου κι δ κύρης Ό πατέρας μου μέσα μου φωνάζει: «Κέρδισε, πλούτισε, δώσε χρυσάφι, αγόρασε οΙκόσημο, γίνου άρχοντας μονάχα δ πλούσιος κι δ άρχοντας αξίζουν στόν κόσμο να ζo�ν Μην εΙσαι καλός, χάθηκες fva δόντι να σo� σπάζουν, μασέλα να τσακίζεις μή ζητας να
σέ αγαπό�ν μα να σέ φoβo�νται· μή συχωρνας, χτύπα!» Κι
Τι μάνα, τρέμει μέσα μου Τι φωνή της, μο\} λέει σιΥά, φοβισμένα, μην την ακούσει δ κύρης: «Νά 'σαι καλός, Φραγκίσκο μου,
νά 'χεις την εόκή μου· ν' αγαπας τους φτωχούς, τους ταπεινούς, τους αδικημένους σo� 'καμαν κακό; συχώρνα!» Παλεύουν μέσα μου Τι μάνα μου κι δ κύρης, κι όλη μου τή ζωη μάχουμαι
να τους φιλιώσω· μα δέ φιλιώνουν· δέ φιλιώνουν, φράτε Λεόνε, και γι' αότό ύποφέρω
Κι αλήθεια, ε{χαν σμίξει δ σιόρ Μπερναρντόνε κι ή κυραΠίκα μέσα στό σΤf\θος τo� Φραγκίσκου και τόν βασάνιζαν·
μα δξω από τό στfjθος τo� γιo� τους εΙχαν δικά τους ξέχωρα κορμια και πήγαιναν δ fνας πλάι στόν άλλο, την Κυριακή έτο6-
τη, στην έκκλησια να λειτoυργηθo�ν
'Έκλεισα τα μάτια, άκουγα μέσα από τήν έκκλησια τις δροσερές φωνές τών παιδιών που εψελναν καΙ τό άρμόνιο ξεχύνουνταν ψηλα από τό χοροστάσι καΙ τρικύμιζε τόν αέρα «'Ετούτη είναι Τι φωνή τo� Θεo�, συλλογίζουμουν, έτούτη εΙναι
Τι φωVΗ τo� λαo�, αόστηρή καΙ παντοδύναμη » Μέ κλειστα
τα μάτια αφουκράζουμουν, 'i1μουν εότυχής κι ετσι πού καβαλo�σα τό μαρμαρένιο· λιοντάρι, μo� φάνηκε πώς εμπαινα καβαλάρης στήν Παράδεισο Γλυκια ψαλμωδία, μοσκολίβανο,
Trang 24και στό τα-ΥάΡι ψωμί, έλιές, κρασί, τί <ίλλο θαρρείτε πώς εΙναι ή Παράδεισο; Γιατι έγώ, δ θεός νά με συγχωρέσει, αύτά πού λεν
οΙ σοφοι θεολόγοι γιά φτέρουγες και πνέματα καΙ ψυχές χωρΙς κορμί, δεν τά καταλαβαίνω' κι �να ψίχουλο νά πέσει κάτω, σκύβω, τό περμαζώνω καί τό φιλ&, γιατί, τό ξέρω θετικά, τό ψίχουλο αύτό είναι gva κομμάτι άπό τήν Παράδεισο Μά αύτά, μονάχα δ ζητιάνος μπορεί νά τά καταλάβει' και σε ζητιάνους μιλάω
Κι έκεί πού σεριάνιζα στήν Παράδεισο καβάλα στό μαρμαρένιο λιοντάρι, ενας Τσκιος επεσε άπάνω μου' άνοιξα τά μάτια,
δ Φραγκίσκος στέκουνταν μπροστά μου Ή λειτουργία είχε τελέψει, θά με είχε πάρει δ ύπνος, οΙ μοΟλες με τις άκριβές πραμάτειες εΙχαν άφανιστεΙ άπό τήν αύλή της έκκλησι1iς
Ό Φραγκίσκος στέκουνταν μπροστά μου, χλωμός, κατατρομαγμένος, τά χείλια του ετρεμαν, τά μάτια του γεμάτα φαντάσματα 'Ακούστηκε βραχνή ή φωνή του:
-'Έλα, σε θέλω
Μπηκε μπροστά, άκουμπΟί)σε σ' lva μπαστούνι μέ φιλντισένια λαβή και κάπου κάπου πιάνουνταν άπό τόν τοίχο, τά γόνατά του λύγιζαν Στράφηκε:
- ΕΙμαι άρρωστος, είπε' άναβάστα με νά π1iμε σπίτι νά ξαπλώσω' και νά μείνεις κοντά μου' εχω νά σέ ρωτήσω
ΟΙ σαλτιμπάγκοι στήν πλατεία εΙχαν πιά καρφώσει τούς στύλους τους, εΙχαν τεντώσει τα σκοινιά τους, ήταν ντυμένοι παρδαλά ροί)χα και φοροί)σαν μυτερές κόκκινες σκούφιες μέ κουδουνάκια Κυριακή σήμερα, συντάζουνταν να δείξουν τήν τέχνη τους καί να βγάλουν δίσκο Γυναικο\)λες καί γέροι κάθουνταν διπλοπόδι χάμω, μ' gva πανέρι στήν ποδιά τους, και πουλο\)σαν κοτόπουλα, αύγά, τυρί, βοτάνια γιά τις άρρώστιες, μπάλσαμα γιά τίς πληγές, χαϊμαλιά γιά τό κακό μάτι' gνας παμπόνηρος γέρος εΙχε gva άσπρο ποντίκι στό κλουβί κι εβγαζε
-Σιόρ Φραγκίσκο, είπα, στάσου νά βγάλεις τή μοίρα σου' εχω άκουστά πώς τά ποντίκια αύτα ερχουν.ται άπό την Παράδεισο - γιατΙ μαθές κι αύτή 'χει ποντίκια - καΙ ΎΙ' αύτό εΙναι άσπρα' καΙ κατέχουν πολλά μυστικά
Μά δ Φρα'γΚίσκος είχε πιαστεί άπό gva στύλο κι άνάπνεε μέ δυσκολία' τόν πηρα χεραΥκαλιά, φτάσαμε στό άρχοντικό το\) σιόρ Μπερναρντόνε,
29
Trang 25ΠlOς μπορούν, Θεέ μου, οΙ πλούσιοι και πεθαίνουν! Τί σκάλες μαρμάρινες, τί κάμαρες με χρυσα ταβάνια, τί λινομέταξα σεντόνια! Τον �βαλα και ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι lκλεισε εύτυς τα μάτια, έξαντλημένος
Σκυμμένος �βλεπα άπάνω στό χλωμό πρόσωπό του να περνο\)ν ίσΙCΙOΙ κι άστραπες και τα βλέφαρά του άναπετάριζαν, σά
νά τά πλήγωνε πολυ δυνατό φlOς ψυχανεμίζουμουν άπάνω του μιάν δρατή, φοβερη παρουσία
Τέλος �συρε φωνή, ανoιξ� τά μάτια κι ανακάθισε τρομαγμένος στό κρεβάτι' fτρεξα, �βαλα στην πλάτη του μιάν πουπουλένια μαξιλάρα ν' ακουμπήσει κι ανοιγα τό στόμα νά τόν ρωτήσω τί �xει, γιατί τρόμαξε, μά αύτος άπλωσε το χέρι, μοσ 'φραξε τό στόμα
- Σώπα! μουρμούρισε
ΚαΙ χώθηκε στην πουπουλένια μαξιλάρα, γιατι τουρτούριζε'
τα μάτια του εΙχαν αποβασιλέψει, κύλησαν πρός τά μέσα καΙ κοίταζαν τα σπλάχνα με τρομάρα' και τό σαγόνι του �τρεμε
Κούνησε τό κεφάλι, χαμογέλασε' ξαναφάνηκαν οΙ λαμπηθρες TlOv ματιlOν του
- 'Έχω να σε ρωτήσω, εΙπε' γύρισε ή μάνα μου άπό τη τουργία;
Trang 26Τόν ζητο()σες; φώναζες, Εκλαιγες, τραγουδο()σες, νήστευες; Κάθε άνθρωπος θά 'χει τό δρόμο τό δικό του που τόν πάει στό Θεό' ποιός i'jtav δ δρόμος δ δικός σου; Αυτό σε prot(b 'Έσκυψα τό κεφάλι συλλογισμένος Να τό π(b, να μην τό π(b;! 'Ήξερα, πολλές φορες τό 'χα στοχαστεί, ποιός i'jtav δ δρόμος δ δικός μου, μα ντρέπουμουν να τόν μολοήσω' τήν έπο
χή έκείνη, μαθές, ντρέπουμουν τους άνθρώπους, γιατΙ δεν ντρέπουμουν τό Θεό
-Γιατί δε μο() άποκρίνεσαι; εκαμε δ Φραγκίσκος μέ παράπονο' δύσκολη ή στιγμή που περν(b, βοήθεια σο() ζητ(b, βοήθεια! Τόν πόνεσα, ταράχτηκε ή καρδιά μου, πi'\ρα την άπόφαση
νά το() ξεστορήσω δλα
- Ό δρόμος δ δικός μου, σιορ Φραγκίσκο μου, καΙ μη σο()· φανεί παράξενο, δ δρόμος δ δικός μου, για να κινήσω για τό Θεό, i'jταν ή τεμπελιά Ναί, ναί, ή τεμπελιά "Αν δεν i'ιμoυν τεμπέλης, θα πορεύουμουν κι έγω δπως δλοι οΙ καθως πρέπει άνθρωποι, θά 'χα ξεσκολίσει κι έγω μιαν τέχνη, θά 'χα άνοίξει άργαστήρι, μαραγκός, άνυφαντής, χτίστης, θα δούλευα δλη μέρα, θα παντρεύουμουν, δε θά 'χα καιρό να ζητ(b τό Θεό, ψύλλους στ' άχερα, ετσι θά 'λεγα, δ νο()ς κι δ λογισμός μου π(bς να βγάλω το ψωμί μου, π(bς να θρέψω τα παιδιά μου, π(bς να κάμω κουμάντο τή γυναίκα μου' μεγάλες εγνοιες, άνάθεμά τις, πο() καιρός, πο() κέφι πιά, πο() άγνη καρδια να συλλογιέσαι τό Θεό!
»Μα εδωκε ή χάρη το() Θεο() καΙ γεννήθηκα τεμπέλης βαριόμουν να δουλέψω, βαριόμουν να παντρευτ(b, να κάμω παιδιά,
να μπ(b στα βάσανα' κάθουμουν στόν "λιο τό χειμώνα, στόν ίσκιο τό καλοκαίρι' καΙ τή νύχτα, ξαπλωμένος στην ταράτσα το() σπιτιο() μου τ' άνάσκελα, κοίταζα τό φεγγάρι καΙ τ' άστρα
Κι δταν κοιτάς τό φεγγάρι καΙ τ' άστρα, π(bς θες να μην πάει
δ νο()ς σου στο Θεό; Δεν μπορο()σα πια να κοιμηθ(b, ποιός
τά 'καμε δλα έτο()τα συλλογίζουμουν καΙ γιατί, ποιός μ' εκαμε καΙ μένα καΙ γιατί, καΙ καταπο() να βρίσκεται δ Θεός, να πάω
νά Τονε βρ(b, να Τον ρωτήσω; Κι ή ευλάβεια, μαθές, καΙ μην άκοΟς, θέλει τεμπελιά, θέλει νά 'χεις καιρό, ενας μεροδΘύλης μεροφας γυρίζει σπίτί του τό βράδυ ξεθεωμένος, πεινάει, ρίχνεται στό φαΤ, τρώει, τρώει μάνι μάνι, μαλώνει μέ;τη γυναίκα του, δέρνει τα παιδιά του, χωρΙς αιτία κι άφορμή, ετσι, γιατί 'ναι κουρασμένος, νευριασμένος, κι ύστερα σφίγγει τΙς γροθιές του καΙ κοιμάται Μια στιγμή μεταπνίζει, βρίσκει δίπλα τη γυναίκα του, τήν άγκαλιάζει, ξανασφίγγει τΙς γροθιές του, ξαναβουλιάζει στόν ύπνο Πο() καιρός τό λοιπόν γιά Θεό; Μα δποιος δεν
31
Trang 27�χει δουλειά, παιδιά, -yuvaiKa, συλλογιέται τό Θεό, στην άρχή άπό περιέργεια κι i'ίστερα μέ άγωνία Μήν κουνάς τό κεφάλι σου, σιόρ Φραγκίσκο' μέ ρώτησες, σοΙ) άποκρίθηκα, συμπάθησέ με
- Λέγε άκόμα, λέγε, φράτε Λεόνε, μή σταματάς κι δ διάβολος τό λοιπόν δουλεύει τό Θεό; Κι ή τεμπελια τό λοιπόν δουλεύει τό Θεό; μοl) δίνεις κουράγιο, φράτε Λεόνε, λέγε άκόμα
- Τί να σοΙ) π&, σιόρ Φραγκίσκο μου; Τ' ιίλλα τα ξέρεις λίγο βιός μοl) 'χαν άφήσει ο! γοναίοι μου, τό 'φαγα· πηρα τότε
τό ταγάρι, μπηκα στΙς στράτες καΙ κίνησα, άπό πόρτα σε πόρτα, από μοναστήρι σε μοναστήρι, άπό χωριό σε χωριό, να ζητ&
τό Θεό· πο\} είναι; ποιός Τόν είδε; πο\} μπορ& να Τόν βρ&;
Σα νά 'ταν κανένα φοβερό θεριο καί βγηκα κυνήγι " Αλλοι γελο\}σαν, ιίλλοι μοl:> πετο\}σαν πέτρες, ιίλλοι μ' έριχναν κάτω καΙ μ' έσπαζαν στο ξύλο· μα πάλι έγώ πετιόμουν άπάνω, ξανάπαιρνα τΙς στράτες και κυνηγο\}σα τό Θεό
- Και Τόν βρηκες; ένιωσα άπάνω μου τό αγκομαχητό τοl:> Φραγκίσκου Τόν βρηκες;
-Πο\} να Τόν βρ&, άρχοντόπουλό μου! Ρώτησα κάθε λογης άνθρώπους, σοφούς, άγιους, τρελούς, δεσποτάδες, τροβαδούρους, γέρους έκατοχρονίτες καθένας μο\} 'δινε καί μια συμβουλή, μο\} 'δειχνε fva μονοπάτι: Πάρ' το, μοl:> 'λεγαν, καί θα Τόν βρεΙς! Μα καθένας μοl:> 'δειχνε κι ιίλλο μονοπάτι· ποιό
να διαλέξω; τά 'χα σαστίσει «Ό δρόμος πού πηγαίνει στό Θεό, μο\} 'πε ενας σοφός άπο τή Μπολόνια, είναι ή -yuvaiKa καΙ
το παιδί· παντρέψου.» Κι ενας ιίλλος, τρελός, άγιος άπό το Γκούπιο: «Μή ζητάς το Θεό, αν θες να Τον βρεΙς κλεΙσε τα μάτια σου, αν θες να Τον δείς φράξε τ' αΌτιά σου, να Τον άκού- σεις ΑΌτο κάνω κι έγώ.» Είπε, κι �Kλεισε τα μάτια του, εφρα
ξε τ' αΌτιά του, σταύρωσε τα χέρια κι ιίρχισε να Kλαί�ι ΚαΙ μια -yuvaiKa, πού άσκήτευε στο δάσο, έτρεχε κάτω άπο τα πεl:>κα δλόγυμνη καί φώναζε: «'Αγάπη! 'Αγάπη! 'Αγάπη!» καΙ χτυπο\}σε τα στήθια της κι ιίλλη άπόκριση δε μποροl:>σε να μοl:> δώσει
»Μιαν ιίλλη μέρα βρηκα σε μια σπηλια εναν άγιο· άπό το πολύ κλάμα είχε τυφλωθεί καΙ τό δέρμα του fijtav δλο λέπια άπό ηΊν άπλυσια καΙ τήν άγιοσύνη· αΌτός μο\} 'πε τόν πιό σωστό λόγο, τόν πιό φοβερό Τον άναλογιέμαι, κι ή τρίχα μου σηκώνεται
- Ποιό λόγο; θέλω να τον άκούσω! έκαμε δ Φραγκίσκος και μο\} άρπαξε το χέρι -�τρεμε
-'Έσκυψα, τοl:> 'βαλα μετάνοια κα! τόν ρώτησα: «<' Αγιε
Trang 28άσκητή, κίνησα να βρω τό Θεό· δεΙξε μου τό δρόμο - Δεν όπάρχει δρόμος, μοl) άποκρίθηΚδ χτυπώντας ηΊν πατερίτσα του, στό χωμα· δεν όπάρχει δρόμος! - Τί λοιπόν! εΙπα έγω τρομάζοντας -·Υπάρχει γκρεμός, πήδηξε! - Γκρεμός!; Αότός εΙναι ό δρόμος; φώναξα - Αότός δλοι οΙ δρόμοι φέρνουν στη γης, τό πήδημα στό Θεό· πήδηξε! -Δεν μπορω, γέροντά μου! -Τότε παντρέψου, ησύχασε!» εΙπε, κι άπλώνοντας τό σκελεθρωμένο του μπράτσο μ' εδιωξε κι dKOυya άκόμα άπό μακρια
τό θρηνο του
- 'Όλοι �Kλαιγαν; μουρμούρισε δ Φραγκίσκος νος, δλοι; Κι δσοι βρηκαν τό Θεό κι δσοι δεν Τόν βρηκαν; -'Όλοι
τρομαγμέ-: Γιατί, φράτε Λεόνε;
-Δεν ξέρω· δλοι!
Σωπάσαμε ·0 Φραyιcίσκoς ε{χε χώσει τώρα τό πρόσωπό του στη μαξιλάρα κι άνάπνεε άγκουσεμένος ΚΙ έγώ, για να τόν παρηγορήσω:
-"Ακουσε, σιόρ ΦραΎκίσκο μου, το\) 'πα, μοΟ φαίνεται κάποτε εΙδα τ' άχνάρια Του Μια φορά, μα iiμουν πιωμένος Τόν εΙδα μια στιγμη άπό πίσω· dνοιξε ηΊν πόρτα της ταβέρνας, δπου Υλεντο\)σα με τους φίλους μου, κι εφυγε Μιαν dλλη φα
ρά, lβρεχε, dστραφτε, περνο\)σα �να δάσο, και πρόφτασε καΙ πηρε τό μάτι μου την dKpa το\) ρούχου Του· μα η άστραπη εσβη
σε, τό ρο\)χο χάθηκε· για μπας κι η άστραπη ήταν τό ρο\)χο Του; Μιαν dλλη φορα πάλι, πέρυσι τό χειμώνα, σ' lva άψηλό βουνό, άπάνω στα χιόνια, εΙδα τ' άχνάρια το\) ποδιο\) Του· lvar; βοσκός περνο\)σε: «Κοίτα, τοΟ κάνω, τ' άχνάρια το\) Θε-00!» Μα ό βοσκός γέλασε: «Τά 'χεις χαμένα, κακομοίρη, μο\) 'πε· εΙναι τ' άχνάρια το\) λύκου· λύκος πέρασε άπό δω.»
Δε μίλησα· τί να πω το\) βοσκάνθρωπου; χοντρό τό μυαλό του, γιομάτο πρόβατα καΙ λύκους, πο\) να καταλάβει τα παραπέραl Έγω iiμουν σίγουρος πως ήταν τό περπάτημα το\) Θεο\) άπάνω στα χιόνια Σιόρ Φραγκίσκο, συχώρεσέ με· δώδεκα χρόνια τόν κυνηγω, τίποτα dλλο δε βρήκα
Ό Φραγκίσκος lσκυψε τό κεφάλι βυθίστηκε σε λογισμούς Και σε λίΎΟ:
- Ποιός, ξέρει, μουρμούρισε, μη στενάζεις, φράτε Λεόνε, ποιός ξέρει, τό να ζητας τό Θεό, αότό 'ναι ό Θεός!
Τρόμαξα ν' άκούσω τό λόΎΟ α6τόν, τρόμαξε κι έκεΤνος κι
εΚ"ρυψε καΙ με τα δυό του χέρια τό πρόσωπο
- Ποιός δαίμονας μιλάει μέσα μου; lΎρουξε άπελπισμένος
33
Trang 29Κι έγω δεν �βγαλα lixva' �τρεμα' το νά ζητiiς το Θεό, αύτό 'ναι Θεός; , Αλίμονο τότε!
Σωπάσαμε κι οΙ δυό' τά μάτια το[) Φραγκίσκου εΙχαν πάλι άπογείρει' δεν �βλεπα παρά τ' άσπράδια: το μάγουλό του ε{χε κοκκινίσει καΙ τά δόντια του καταχτυπο[)σαν Τόν σκέπασα
με μιά χοντρη μάλλινη κουβέρτα, μά αύτός την πέταξε πέ
ρα
- Θέλω νά κρυώνω, ε{πε' liφησέ με! Μη με κοιτάζεις, κοίτα πέρα!
Σηκώθηκα νά φύγω' μά τό πρόσωπό του άγρίεψε
- Κάθισε, μο[) κάνει, πο\) πiiς; 'Έτσι με άφήνεις μοναχό στόν κίντυνο; Μίλησες εσύ, άλάφρωσες θέλω κι εγω νά μιλήσω, ν' άλαφρώσω Πο[) �χεις τό νο\) σου; πεινiiς; Φάε, liνοιξε τό κελάρι και φάε, πιες καΙ κρασί, στερεώσου, ν' άκούσεις Βαρύ λόγο θά πω, βάστα!
-Δεν εχω άνάγκη νά φάω και νά πιω, άποκρίθηκα πειραγμένος θαρρείς πώς εΙμαι μονάχα κοιλιά; Έγώ, νά ξέρεις, γι' αυτό Ύεννήθηκα, Ύιά ν' άκούω Μίλα, τό λοιπόν, δ,τι κι αν πείς, άντέχω
- Δωσ' μου �να ποτήρι νερό, διψίb
'Ήπιε, άκούμπησε στη μαξιλάρα, μεσάνοιξε τό στόμα, στύλωσε τό αυτί, άφουκράστηκε' ήσυχία, τό σπίτι άδειανό, στην αυλή fva πετεινάρι λάλησε
- Έμείς, θαΡΡίb, μονάχα οΙ δυό, φράτε Λεόνε, άπομείναμε ' στον κόσμο ' Ακο[)ς εσύ κανένα μέσα στό σπίτι; �ξω άπό το σπίτι; ρήμαξε δ κόσμος εμείς οί δυο μονάχα άπομείναμε Σώπασε, κα! σε λΙΎΟ:
-Δόξα σοι δ Θεός, ε{πε
'Έκαμε το σταυρό του και με κοίταξε' ενιωσα τό μάτι του
νά διαπερνάει βαθιά την ψυχή μου
Σώπασε πάλι' liπλωσε τό χέρι, �Π\ασε τά Ύόνατά μου: -Βλόγησέ με, πάτερ Λεόνε, εΙπε' έσύ 'σαι δ πνευματικός μου' ξομολογιέμαι
ΚαΙ βλέποντάς με νά διστάζω:
-Βάλε τό χέρι σου άπάνω στό κεφάλι μου, εΙπε προσταχτικά, βάλε τό χέρι σου άπάνω στό κεφάλι μου, πάτερ Λεόνe, πές: «Στ' δνομα το\} Θεο\), ξομολογήσου, άμαρτωλε Φρα-Υκ{σκο, γιε το\} Μπερναρντόνε' Ύεμάτη άμαρτίες ή καρδιά σου, liδειασέ τη, ν' άλαφρώσεις!»
Μά εγώ σώπαινα
- Κάμε δ, τι σο\} λέω! εΙπε τότε με θυμό
Trang 30"Έβαλα στό 'Χέρι μου δ:πάνω στό κεφάλι του, κάρβουνο δ:ναμμένο "'ταν, �Kαιγε
-Στ" δνομα τοl1 Θεοl1, μουρμούρισα, ξομολογήσου, δ:μαρτωλε ΦραγK{ΣΙCO, γιε τοl1 Μπερναρντόνε· γεμάτη άμαρτίες ή καρδιά σου, άδειασέ τη, ν" άλαφρώσεις!
ΚαΙ τότε, iicru'Xa σηΊν δ:ρ'Χή, μά δσο προχωροl1σε ταράζονταν κι άγκομαχοl1σε, κίνησε δ ΦραγK{ΣΙCOς ηΊν ξομολόγησή του
- Φαγιά καΙ κρασιά καΙ λαγΟl1τα καΙ ροl1χα μεταξωτά καΙ κόκκινα φτερά &ς τώρα ή ζωή μου· δλη μέρα έμπόριο, κρατοl1σα τον πήχη, γελΟl1σα τούς άνθρώπους, μάζευα χρυσάφι, το σπαταλοl1σα διπλοπάλαμα καΙ γι" αότο με βγάλαν Τρυποχέρη· τή νύχτα, κρασί καΙ τραγούδι Αότή "ταν ή ζωή μου
»Μά χτές, περασμένα μεσάνυχτα, πού γυρίσαμε σπίτι καΙ
σύ �πεσες καΙ κοιμήθηκες, μιά κατασκέπαση με πλάκωσε, δέ
με χωροl1σε τό σπίτι, πλαντοl1σα Κατέβηκα σιγά σιγά τή σκά
λα, γλίστρησα στήν αόλή, άνοιξα ΙCΛεφτάτα τήν ξώπορτα, πετάχτηκα στο δρόμο ΤΟ φεγγάρι εΤ'Χε χλωμιάσει, �γερνε πιά
νά βασιλέψει· ήσυ'Χία· σβημένα τά φ&τα, κοιμόταν ή πολιτεία μέσα στις άΓΙCάλες τοl1 Θεοl1
»"' Ανοιξα τά μπράτσα, πf'jρα βαθιάν δ:νάσα, άλάφρωσα λίγο·
κι άρχισα το δ:νηφόρι Γύριζα, γύριζα, πέρασα δ:π" τήν έκκλησιά τοl1 • Αι-Ρουφίνου, εΤ'Χα κουραστεΤ κιόλα, κάθισα στο μαρμαρένιο λιοντάρι πού φρουράει τήν μπασιά τf'jς έιcιcλησιiiς· Ισια ίσια έκεΤ πού σε πέτυχα σήμερα τό πρωΙ νά κάθεσαι νά ζητιανεύεις το χάδεψα δ:ργά με τή φούχτα μου, βρf'jκα στο στόμα του το μικρο δ:νθρωπάκι πού �τρωγε, τρόμαξα
νά το άπλώσει δ:πάνω άπο τό κεφάλι μου; Ζαλίζουμαι, θά πέσω!
Ό Φραγιc{σκOς, δσο μιλol1σε, άνοιγε τά μπράτσα,
πλαντοl1-σε, δεν μποροΟσε νά πάρει δ:ναπνοή ΕΤχε σηκώσει τά μάτια καΙ κοίταζε, lξω δ:πό τό παράθυρο, τόν οόρανό "Έκαμα νά
3S
Trang 31τοΟ πιάσω το χέρι, νά τόν γαληνέψω, μά τινάχτηκε πίσω άνταρεμένος
- , Ασε με, εγρουξε, άσε με, δε θέλω νά γαληνέψω
Κουλουριάστηκε στην άκρα τοΟ ιφεβατιοΟ, ή φωνή του τώ
ρα εΤχε γίνει βραχνή, άγκομαχοοσε:
- Φώναζα' φώναζα πότε τό Θεό, πότε τό Σατανά, δποιος καΙ νά 'ναι άπό τους δυό τους νά προβάλει, νά νιώσω πως δεν εΙμαι μόνος Γιατί ετσι ξαφνικά με εΙχε κυριέψει δ τρόμος αύτός της μοναξιάς; 'Ήμουν ετοιμος τη στιγμη έκείνη νά παραδώσω την ψυχή μου στό Θεό iΊ στό Σατανά, δε μ' ένοιαζε, φτάνει νά 'χα ενα σύντροφο Νά μην είμαι μόνος Κι έκεί πού, άπελπισμένος, κοίταζα τόν ουρανό και περίμενα, άκουσα φωνή Σταμάτησε' ή άναπνοή του mάστηκε
- " Ακουσα φωνή εΤπε πάλι κι ό Ιδρώτας άρχισε νά τρέχει στάλες χοντρες άπό τό πρόσωπό του
- Φωνή; εκαμα, τί φωνή, Φραγκίσκο μου; τί έλεγε;
-Δεν μπόρεσα νά ξεχωρίσω τά λόγια' δχι, δεν �ταν φωνή, ήταν μουγκρητό θεριοΟ' ήταν λιοντάρι Μπάς κι ήταν τό μαρμαρένιο λιοντάρι που κάθουμουν άπάνω" του κι ετρωγε τούς άνθρώπους;
»Πετάχτηκα όρθιος εΙχε άρχίσει νά γλυκοχαράζει' ή
φω-νη κυλοΟσε άκόμα μέσα μου, άντιχτυποΟσε άπό την καρδιά στά νεφρά, άπό τη μιά σπηλιά τοΟ σπλάχνου μου στην ίίλλη,
σά βροντή Αρχισαν νά χτυ�oOν οΙ καμπάνες τοΟ δρθρου, πi'jρα δρόμο, τράβηξα άψηλά κατα το κάστρο, έτρεχα' έτρεχα, καΙ ξάφνου κρύος Ιδρώτας με περίλουσε' κάποιος πίσω μου ρ
» -ΠοΟ τρέχεις, Φραγκίσκο; ΠοΟ τρέχεις, Φραγκίσκο;
δε γλιτώνεις! "
»Στράφηκα' κανένας Αρχισα πάλι νά τρέχω' καΙ σε λίγο πάλι ή φωνή:
» - Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, γι' αότό λοιπόν γεννήθηκες;
νά γλεντάς, νά τραγουδάς, να μαυλίζεις τΙς κοπέλες;
» Δε στράφηκα τώρα πίσω μου, φοβήθηκα' άρχισα πάλι να τρέχω, νά γλιτώσω άπό τη φωνή, καΙ τότε, μιά πέτρα μπροστά μου πi'jρε να φωνάζει:
» - Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, γι' αtτό λοιπόν γεννήθηκες;
νά γλεντΙΙς, να τραγoυδiiς, να μαυλίζεις τΙς κοπέλες:
» Σηκώθηκαν οΙ τρίχες τοΟ κεφαλιοο μου, ετρεχα' μά κι ή φωνη !τρεχε μαζί μου' καΙ τότε πιά τό 'νιωσα καθαρά: ή φω
νη δεν ήταν εξω άπό μένα, όσο κι liv !τρεχα δεν τη γλίτωνα,
Trang 32ή φωνή �ταν μέσα μου· κάποιος μέσα μου φώναζε, δχι έ-γώ, δχι έγώ, δ γιός τοΟ Μπερναρντόνε, δ παραλυμένος, fνας άλλος Μέσα μου Καλύτερός μου Ποιός; δεν ξέρω· ποΟ νά ξέρω; 'Ένας άλλος
» ΕΙ χα πιά φτάσει λαχανιασμένος στό κάστρο· δ ηλιος, τή στιγμή εκείνη, πρόβαινε άπό τό βουνό, ζεστάθηκα Φωτίστηκε
δ κόσμος, ζεστάθηκε κι αύτός κάποιος μέσα μου άρχισε πάλι
νά μιλάει· μά πολυ σιγά τώρα, μουρμουριστά, σά νά μοΟ ξεμυστηρεύουνταν κανένα μυστικό 'Έσκυψα τό κεφάλι στό στi'\θος μου, άφουκράστηκα· σοΟ δρκίζουμαι, πάτερ Λεόνε, λέω τήν πάσα άλήθεια, άκουσα: «Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, ή ψυχή σου εΙναι ή περιστέρα, τό γεράκι που σε κυνηγάει, δ Σατανάς, ελα στόν κόρφο μου.» 'Ήταν τά λόγια που έγώ μοναχός μου
τά 'χα άρμολογήσει και τά 'χα βάλει στόν άχό τοΟ λαγούτου καΙ στέκουμουν, κάθε μεσονύχτι, κάτω άπό ενα παραθύρι και τά τραγουδοΟσα Μά τώρα, γιά πρώτη φορά, φράτε Λεόνε, κατάλαβα γιατί άρμολόγησα τά λόγια ετοΟτα καΙ ποιό τό κρυφό τους τό νόημα
Σώπασε, χαμογέλασε· εσκυψε τό κεφάλι, μουρμούρισε ξα
νά, συνεπαρμένος:
-«ΦραγκίσΙCO, Φραγκίσκ:ο, ή ψυχή σου εΤναι ή περιστέρα,
τό γεράκι που σε κυνηγάει, δ Σατανάς, ελα στόν κόρφο μου » 'Ύστερα σώπασε ΕΙχε γαληνέψει· ενιωσα, μποροΟσα τώ
ρα νά τόν άγγίξω χωρις νά καΙΟ· εσκυψα, τοΟ πi'\ρα τό χέρι, τό φίλησα
-"Αδερφέ Φραγκίσιω, εΙπα κάθε άνθρωπος, κι ό πιό δ-θεος, εχει μέσα του, βαθιά στήν καρδιά του, τυλιμένο σε σάρκες καΙ ξίγκια, τό Θεό· δ Θεός �ταν που άναμέρισε μέσα σου τΙς σάρκες καΙ τά ξίγκια καΙ φώναξε
Ό Φραγκίσκος εκλεισε τά μάτια· δλη τή νύχτα δεν εΤχε κοιμηθεΙ, νύσταζε
- Κοιμήσου, Φραγκ{σκο, τοΟ 'πα σιγά, άγγελος το\) ΘεοΟ
κι δ δπνος, εχε έμπιστοσύνη
Μά αότός τινάχτηκε, γούρλωσε τά μάτια
-ΚαΙ τώρα, τί' νά κάμω; ε{πε με πνιμένη φωνή Δφσε συμβουλή
Τόν πόνεσα· δμοια κι έγώ χρόνια τώρα γύριζα και ζητιάνευα συμβουλή
- "Έχε τό κεφάλι άκουμπισμένο στό στηθος σου, άποκρίθη
κα, κι άφουκράζου· δ "Αλλος που ε{ναι μέσα σου, δε γίνεται,
θά ξαναμιλήσει· καΙ κάμε τότε δ,τι σοΟ πεΙ
37
Trang 33Ακουσα την ξώπορτα ν' άνοίγει άπάλαφρα, στραταριστο περπάτημα άκούστηκε στην αόλή· ή κυρα-Πίκα γύριζε άπο
τη λειτουργιά 'Ήταν μόνη, άνάσανα· δ σιορ Μπερναρντδνε
θά 'χε καβαλήσει το dλογο και θά 'ταν πια στη στράτα κατα τη Φλαιρεντία
- 'Ήρθε ή μάνα σου, Φραγκίσκο, εΤπα· κοιμήσου, φεύγω -Μη φεύγεις δ γέρος λείπει, έδ& θα κοιμάσαι· μη με άφή-νεις μονάχο, σοϋ λέω!
Με αρπαξε άπο το χέρι
- Μη με άφήνεις μονάχο στον κίντυνο! φώναξε
-Δεν εΤσ;αι πια μονάχος, Φραγκ{σκο, το ξέρεις! Τρανος σύντροφος εΤναι μέσα σου, dκουσες τη φωνή του· τί φοβάσαι;
- Μα ίσια ίσια αότον φοβοομαι, φράτε Λεόνε, δεν καταλαβαί νεις; Μ η φύγεις
'Έβαλα το χέρι μου στό μέτωπό του, lKatys eH μητέρα του μπi'\κε μέσα, χαμογελώντας
- Παιδί μου, σοΟ φέρνω χαιρετισμό άπό το κόνισμα τi'\ς Παναγιάς, βοήθειά σου!
ΕΤπε, καΙ τοΟ άπίθωσε στην άπαλάμη lva κλωνί βασιλικό
Trang 34πΙ
ΠΟΣΕΣ ΜΕΡΕΣ, ΠΟΣΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΒΑΣΤΑΞΕ Η ΑΡρώστια το\') Φρα-y1Cίσκου; 'Όλα μπορό) να τα μετρό), τόν καιρό δεν μπορό)· θυμο\')μαι μονάχα πώς τό φεγγάρι μίκρανε, ξαΥαμεγάλωσε και μίκρανε πάλι, κι δ Φραγκίσκος ακόμα να ση�ιoθεΙ 'Ένιωθες, πάλευε μέσα στόν δπνο του, πότε ξεφώνι
ζε αγριεμένος και πετιόταν απάνω, πότε ζάρωνε σε μια γωνια το\') κρεβατιο\') του τουρτουρίζοντας • Αργότερα, σαν �γινε καλά, μας μολόησε πως σε δλη του την αρρώστια πάλευε πότε
με τούς Σαρακηνους κι fμπαινε στην 'Ιερουσαλημ κι αρπαχνε στους ιf)μoυς του τόν Τίμιο Σταυρό, και πότε μέ τους δαιμόνους, που ανέβαιναν από τη γης, κατέβαιναν από τα δέντρα, ξεπετιο\')νταν 6;πό τα σπλάχνα της νύχτας και τόνε κυνηγο\')σαν ΕΤχαμε απομείνει μονάχοι, τι μάνα του κι έγώ, στό μαξιλάρι της αρρώστιας του Σηκώνουνταν τι κυρα-Πίκα, ξεμονάχιαζε
σε μια γωνια κι fκλαιγε, σφούγγιζε με τό dσπρο μαντιλάκι της
τα μάτια, και ξανακάθιζε, fπαιρνε μια βεντάλια από παγονόφτερα
κι fKaw άέρα το\') γιο\') της που καίγουνταν
Μια νύχτα δ dρρωστος εΙδε δνειρο· μας τό διηγΤΙθηκε την dλλη μέρα, δχι τό πρωί, τι ταραχη τοΟ αναστάτωνε ακόμα τό νοΟ, παρα τό βράδυ, σαν �πεσε τι δροσερη νύχτα κι dναψαν τα προύντζινα λυχνάρια το\') λαδιο\') και γλύκανε δ κόσμος Πέθαι
νε, λέει, ψυχομαχο\')σε, κι dνοιξε τι πόρτα και μπηκε δ Χάρος Δεν κρατο\')σε δρεπάνι, δπως τόν lβλεπε να · τόν ζωγραφίζουν στα κονίσματα· μα μια μακρια σιδερένια λαβίδα, σαν κείνη που πιάνει δ μπόγιας τα λυσσασμένα σκυλιά Ζ6Υωσε στό κρεβάτι του «Έμπρός, εΙπε, γιε το\') Μπερναρντόνε, πιiμε! - Πο\');
39
Trang 35- Πo�; καΙ τό ρωτας; εΤχες καιρό' μα τόν σπατάλεψες στα γλέντια, στα λο\}σα, στις καντάδες 1'jρθε ή ώρα να πλερώσεις.»
•• Απλωσε τη λαβίδα, δ Φραγκίσκος στριμώχτηκε στα μαξιλάρια του κι fτρεμε: «" Αφησέ με, κλαψούρισε, dφησέ με fva χρό
νο, fva χρόνο μονάχα, δώσ' μου καιρό να μετανιώσω,» Ό Χάρος γέλασε κι fπεσαν δλα του τα δόντια στα λινομέταξα σεντόνια «Πολύ άργά, ε{πε, αύτή 'ταν ή ζωή σου, dλλη δεν fχει' την fπαιξες, την εχασες, παμε! - ΤρεΙς μηνες μονάχα, fva μή
να, τρεΙς μέρες, μια μέρα!» Μα δ Χάρος πια δεν άποκρίθηκε' άπλωσε τη λαβίδα κι επιασε τό Φραγκίσκο άπό τό λαιμό' καΙ τότε fσυρε φωνη σπαραχτικα δ Φραγκίσκος και ξύπνησε Κοίταξε γύρα του' τό καναρίνι πού 'χε φέρει ή κυρα-Πίκα άπό την κάμαρά της κι εΤχε κρεμάσει τό κλουβί του στό παράθυρο, για να βαστάει συντροφια στόν dρρωστο, με τό ραμφί άψηλά στόν ούρανό, κελαηδοΙ>σε
- Δόξα σοι δ Θεός! εσυρε φωνη χαρούμενη δ Φραγκίσκος
κι ετρεχε δ Ιδρώτας άπό τό μέτωπό του, δόξα σοι δ Θεός! ΑΥΥιζε τα σεντόνια, τα σίδερα το\} κρεβατιο\}, fψαχνε τα γόνατα της μάνας του, στράφηκε σε μένα:
- ΕΤναι άλήθεια, μουρμούρισε καΙ τα μάτια του fλαμπαν, εΤναι άλήθεια, ζώ;
- ΖεΙς καΙ βασιλεύεις, άρχοντόπουλό μου, το\} άποκρίθηκα,
μη φοβασαι!
Χτύπησε τα παλαμάκια, τό πρόσωπό του fλαμψε
- 'Έχω τό λοιπόν καιρό, φώναξε, δόξα σοι δ Θεός! Και γελο\}σε και φιλούσε τα χέρια της μάνας του
- ΕΙδες δνειρο, γιέ μου; έκαμε ή μάνα' καλό κι δύλογημένο!
- 'Έχω καιρό, μουρμούρισε πάλι συνεπαρμένος, δόξα σοι
δ Θεός!
ΚαΙ πάλι δλη τη μέρα εκείνη, δ)ς τό βράδυ, δε μεταμίλησε' fκλεισε τα μάτια καΙ βούλιαξε βαθια στόν ύπνο' καΙ τό πρόσωπό του άλάκερο κι δ λαιμός 1'jtav πλημμυρισμένα φ(i)ς
Κι ή κυρα-Πίκα κρατο\}σε τα παγονόφτερα, το\} 'κανε άέρα, καΙ μια στιγμη άνοιξε τα πικραμένα της χείλια, θυμήθηΚδ πc7)ς τόν νανούριζε τό γιό της, δταν ήταν μωρό, κι dρχισε, στη Ύλώσ
σα τοΙ> τόπου της, άνάλαφρα, Ύλυκά, νά τονε νανουρίζει: Υπνε, που παΙρνεις τα μωρά, κατέβα πάρ' καί τουτο, μικρό μικρό σου τό ' δωκα, μεγάλο φέρε μού το
Σιγoτρα'Yoυδo�σε ώρα πολλή, άέριζε τό Ύ\ό της, κι εΎώ μένος κοίταζα τό πρόσωπό του' πc7)ς fλαμπε, πci)ς lσβηναν σι-
Trang 36σκυμ-γά σισκυμ-γά οί ζάρες 'γύρα άπό τό στόμα του κι άπό τό μεσοφρύδι, ξανατεντώνουνταν τό δέρμα του σαν τοσ μαιροσ παιδιοσ και -γυάλιζε δλο τό πρόσωπό του σα μια πέτρα που περνάει άπό πάνω της, "'συχο και δροσερό, τό πέλαγο
Κατα τό δειλινό, άνοιξε τα μάτια του' i'jtav άναπαμένος κι
"'συχος, άνακάθισε στό κρεβάτι, κοίταξε 'γύρα του, σα νά 'βλεπε για πρώτη φορα τόν κόσμο, μας εΙδε, μας χαμογέλασε κι άρχισε
να μας διηγαται τ' δνειρό του Μα αις τό διηγόταν, δ τρόμος τόν κυρίευε πάλι, τα μάτια του γέμισαν σκοτάδι Ή μάνα του τοσ πηρε τό χέρι, τό χάδεψε, γαλήνεψε
- Μάνα, εΤπε, μου φάνηκε, τώρα που κοιμόμουν, πώς 'iΊμoυν μωρό, με κουνοσσες και με νανούριζες Μου φαίνεται, μάνα,
με ξαναγέννησες!
ΕΙπε, τΙϊς πηρε πάλι τό χέρι και τό φιλουσε' κι ή φωνή του εΤχε γίνει χαδιάρα σαν του παιδιου
- Μάνα, μανούλα, πές μου ενα παραμύθι
Τό πρόσωπό του εΙχε γίνει ξαφνιΙCα σαν του μαιροϋ, ή γλώσ
σα του τσεύδιζε Ή μάνα τρόμαξε' ενας αδερφός της, γλεντζες ιcι αύτός, σαν τό Φραγκίσκο, σπάταλος και φουμιστός τρουβαδοϋρος στό ' Αβινιόν, από τό πολυ τό πιοτό, άπό τό πολυ τό τραγούδι, εΙχε χάσει τα συλλοϊκά του' αρκούδιζε με τα τέσσερα, μπεμπέριζε, εβοσκε χορτάρι, τοϋ 'χε κολλήσει ή τρέλα πως ήταν άρνί ΚαΙ τώρα δ γιός της, θαρρείς ξαναμωράθηκε και της ζητάει να τοσ λέει παραμύθια· μπας κι εΤναι, "'μαρτον Θεέ μου, μολεμένο, μεθυσμένο τό αΤμα της;
- τι παραμύθι, παιδί μου; εΙπε και τοϋ άγγιξε τό μέτωπο
να δροσερέψει
- "Όποιο θές ενα άπό τήν πατρίδα σου· για τόν {ίγριο, πόλυτο καλόγερο, τόν Πέτρο
ξυ Ποιόν Πέτρο;
- Τόν αίρεσιάρχη άπό τή Λυόν
- Μά αύτό δεν εΙναι παραμύθι, γιέ μου!
- Μοϋ τό 'λεγες συχνά, δταν ήμουν μικρός, και μοϋ ταν παραμύθι, και φοβούμουν τόν αγιο αύτόν δράκο σαν μπαμπούλα· δταν εκανα άταξίες, με φοβέριζες, θυμασαι; «Τώρα
φαίνουν-θά 'ρθει δ καλόγερος νά σε πάρει!» μοϋ 'λεγες, κι έγω λούφαζα κάτω άπό μιαν πολυθρόνα και δεν lβγαζα lixva, να μή με βρεί και με άρπάξει
- Για τόν περίφημο καλόγερο, τόν Πέτρο άπό τή Λυόν; πετάχτηκα τότε κι έγώ' τόν γνώρισες, κυρα-Πίκα; 'Έχω άκουστά πολλά γι' αότόν, σημεία και τέρατα Κι έγώ, δ ταπεινός,
41
Trang 37σε παραιcαλό'>, ιcυρά μου, τόν εΙδες; τόν γνώρισες; πil>ς �ταν; ΕΙχα ιcινήσει να πάω να τόν βρι1>, μα δεν τόν πρόλαβα· εΙχε πεθάνει
Ό Φραoyιc{σκOς χαμογέλασε, ΙCαι για να πειράξει τη μάνα του:
- ΕΙχε πετάξει τα σαντάλια της ιcι f\θελε, λέει, να τον Διco· λουθήσει ξυπόλυτη, μο δεν την dφfjιcαν την ιcλείδωσαν, την πάντρεψαν, �Kαμε γιό, κι δλα το ξέχασε· γύρευε τό Ύιό ιcι δχι
τό Θεό
Γέλασε· μα ή ΙCΥρα-ΠίΙCα πειράxτηιcε
- Δεν τόν ξέχασα, μα J!Xro τώρα άλλες J!yνOtBς, lιcaμB κι
άναστέναξε Πil>ς μπoριb να τόν ξεχάσω; συχνα Δκόμα τον βλέπω στ' δνειρό μου
- Πil>ς τον πρωτογνώρισες, μάνα, αυτό να μaς πεΤς , Ακούμπησε στα μαξιλάρια, εΤχε ιcoιμηθεI δλη τη μέρα,
�νιωθε ΎλυΙCια Δνάπαψη άπάνω στό κορμί του 'ΈΙCλεισε το
μάτια
- ' Ακούω, εΤπε
·Η κυρα-Πίιcα εΤχε πυΡΟΙCΟ1CJCινίσει· με τό κεφάλι ΎΌρτό στό στfjθος της, ιcάμπoση tbpa σώπαινε· τα βλέφαρά της Δναπετάριζαν σα φτέΡΟυ-Υες λαβωμένου πoυλιo�· lVlroeBς, πολύ βαθιά της �ταν δ καλόγερος αυτός, μέσα στα σκοτάδια τo� σπλάχνου, καΙ δείλιαζε, δεν f\eSM νά τόν Δνασύρει στό φlOς
- Δε θες να σo� πι1> §να dληθινό παραμύθι, παιδί μου; παρακάλεσε τέλος τό γιό της
·0 ΦραΎΚίσκος άνοιξε τα μάτια, μάζεψε το φρύδια
- 'Όχι, αυτό· αυτό, ιcανένα άλλο! Πil>ς τόν πρωτοείδες, πότε; πo�; καΙ τί σo� εΙπε; καΙ π({)ς Ύλίτωσες; Πολλα λέν,
, Απίθωσε τα χέρια στην ποδιά της το δάχτυλά της "'ταν ιcoντυλένια σαν τo� γιo� της, κι �παιζε νευριιcά στΙς φo�xτες της τό dσπρο της μαντιλάκι
- 'Ήταν δείλι, άρχισε άΡΎά, θαρρείς μoxτo�σε να ΘUμηθεI, Σαββατόβραδο· άργοσάλευα στην αόλη τo� παΤΡΙΙCOσ σπιτιοσ και πότιζα τΙς Ύλάστρες, το βασιλικά, ΤΙς μαντζουράνες, τούς ΙCατηφέδες J!va Ύεράνι ΙCόΚΙCΙνO εΤχε τό δειλινό έΙCείνO άνθίσει, ΙCαι στέκουμουν καΙ καμάρωνα την όμορφιά του
Trang 38» "Όπου, ξάφνου, κάποιος �δωKε δυνατή σπρωξια στήν ξώπορτα κα! μπ1'\κε' στράφηκα τρομαγμένη' �νας άγριος καλόΎερος στέκουνταν μπροστά μου Φoρo�σε κουρελιασμένο ράσο, �να χοντρο σκoινi �ζωνε τή μέση του 1C\ 'iίταν ξυπόλυτος
» " Ανοιγα το στόμα να φωνάξω, μα αότος {iπλωσε το χέρι καΙ μo� 'φραξε το στόμα «ΕΙρήνη στο σπίτι έτοί)το!» σήκωσε
το χέρι κα! το βλόγησε Ή φωνή του 'iίταν βαριά, άγρια' μα στή μέση μέση τ1'\ς φων1'\ς fνιωσα ανείπωτη τρυφεράδα 'Ήθε
λα να τον ρωτήσω ποιος εΙναι, τί θέλει, γιατί 'ναι λαχανιασμένος, ποιο! τον κυνηγo�ν; Μα το λαρ6γΥι μου 'iίταν σφιμένο,
ή φωνή δεν fβγαινε
» - ΝαΙ, με κυνηγo�ν, εΙπε - μάντεψε απο το σάλεμα -rlbv χειλιlbν το ρώτημά μου' με Kυνηγo�ν ο{ αντίχριστοι' εΙμαι δ καλόγερος Πέτρος, δεν fχεις ακουστά; που σήκωσε τήν κουρελιασμένη σημαία τo� Χριστοί) με τ' άσπρα κρίνα' που γυρίζει χώρες και χωρια ξυπόλυτος κα! πεινασμένος, κα! π1'\ρε
το φραγγέλιο απο το χέρι τοί) Xριστo� καΙ διώχνει απο το ναο τo� Θεοί) τούς πόρνους, τούς ψε�τες, τούς άτιμους
» Μιλουσε ακόμα, κι ακούστηκε βουή μεγάλη στο δρόμο, τσούρμα πολλή περνo�σε και γιουχάιζε καΙ φοβέριζε καΙ χτυπo�σε τις πόρτες, κι ή καμπάνα τ1'\ς έκκλησιας Τ1'\ς γειτονιας μας άρχισε να βαράει μανιασμένη
» ·0 καλόγερος fσφιξε τή γροθιά του, στράφηκε κατα τήν ξώπορτα καΙ στρούφιξε το χείλι του σαρκαστικά
» - Μυρίστηκαν στον αέρα το Χριστό, το μεγάλο τους όχτρό, fγρουξε, κα! χιμo�ν πάλι να τον σταυρώσουν 'Έ Πιλάτοι και ΚαΤάφες, fpxstat, fpxstat, fφτασε ή Δευτέρα Παρουσία!
» Το τσo�ρμo πέρασε, δεν αποκότησε να χτυπήσει τήν πόρ
τα μας, π1'\ραν κατα το γιοφύρι, χάθηκαν ' Απόμεινα δλομόναχη με τον καλόγερο μέσα στήν αόλή, ε{χα καρφωμένα τα μάτια στο κό1C1Cινο γεράνι κι fτρεμα: μια δύναμη πετιόταν άπο τον άγριο έτo�o καλόγερο, και δεν μπoρo�σα να τη βαστάξω" κα! τα μάτια του με κοίταζαν με αλλόκοτο θυμο κα! τρυφεράδα Φούχτωσε το κόΚ1C\νο γεράνι, τo� 'δωκε μια και το μάδησε' κι έγω fσopa φωνή κα! τα μάτια μου βούρκωσα\! Μάζεψε τα χοντρα φρύδια του
» - Δεν ντρέπεσαι να χάνεις τήν ψυχή σου να κοιτάζεις
τα πλάσματα κα! να μήν κοιτας τον Πλάστη; "Όλες ο{ όμορφιες τ1'\ς γf\ς πρέπει να χαθo�ν, γιατ! μας έμποδίζουν να βλέπουμε τον • Αόρατο
43
Trang 39Ό Φραγκίσκος, που lός τωρα ήταν σκυμμένος 1C\ ακουγε, τινά1τηκε' τά μάγουλά του εΙ1αν άνάψει
- , Ο1Ι, δ1Ι, φώναξε, δ1Ι!
Στράφηκε σε μένα:
- Τί λες και σύ, φράτε Λεόνε;
- Τί νά π&, άΡ1οντόπουλό μου, εγώ 1οντρος άνθρωπος μαι, γιά νά πιστέψω, πρέπει νά δ& καΙ ν' άκούσω καΙ ν' άγγίξω' μονά1α δταν βλέπω τά δρατά μπορ& νά μαντέψω τί θά 'ναι δ 'Αόρατος αν ελειπαν αυτά, θά 'μουν 1αμένος
ει Ή ομορφιά εΙναι θυγατέρα του Θεου, εκαμε δ Φραγκίσκος κοιτάζοντας άπό τό άνΟΙ1ΤΟ παράθυρο ηΊν αόλή, την κληματαριά και μερικά ασπρα συννεφάκια που άρμένιζαν στον οόρανό' ή ομορφιά εΙναι θυγατέρα του Θεου, αυτο ξέρω εγώ' καί μονά1α, δταν ηΊν κοιτάζουμε, μπορουμε νά μαντέψουμε το πρόσωπο του Θεου Αυτο το γεράνι που μάδησε ό καλόγερός σου, μάνα, θά τον βουλιάξει στην Κόλαση
- Τό 'καμε γιά νά σώσει την ψυ1ή μου, Δντιμίλησε ή κυραΠίκα' τί 'ναι �να γεράνι μπρος στην ψυ1η του άνθρωπου; ·0 καλόγερός μου, καθώς λές, θά μπεί στην Παράδεισο με το κόκκινο αότο γεράνι στο 1έρι' γιατι εσωσε την ψυχή μου
- Πc7>ς; εκαμε δ Φραγκίσκ:ος και κοίταξε ξαφνιασμένος τη μάνα του' εσωσε την ψυ1ή σου; Μά δεν ήρθε τότε ό πατέρας σου καΙ τον εδιωξε κι δλα τέλειωσαν; 'Έτσι μου εΙ1ες πεί, καΙ τώρα Γιατί δε μου 'πες την άλήθεια;
- Γιατ! δταν ήσουν μικρος δε θά καταλάβαινες, κι δταν μεγάλωσες, νά σου τό 'λεγα, θά γελουσες τώρα που άρρώστησες, παιδί μου, και ξεθύμανε μιά στάλα ή σάρκα σου, μπορείς ν' άκούσεις τά μυστικά μηνύματα του Θεου 1ωρίς νά γελάσεις γι' αότο σου το λέω
- Λέγε, μάνα, λέγε, εκαμε ό Φραγκίσκ:ος ταραΎμένος, δ1Ι,
δε θά γελάσω' μπορεί καί ν' άΡ1{σω τά κλάματα' ήρθε ή στιγμή, ε1εις δίκιο, μάνα, ήρθε ή στιγμη ν' άκούσω
Δεν πρόφτασε ν' άποσώσει το λόγο κι άπότομα ξέσπασε στά κλάματα
Ή μάνα τρόμαξε, τον άγκάλιασε
- Γιατί κλαίς, παιδί μου, γιατί τρέμεις;
- ΓιατΙ νιώθω μέσα μου το αΤμα σου, τό αΙμα σου, μάνα
Ή κυρα-Πίκα σκούπισε με το μαντιλάκι της τον Ιδρώτα στά μελίγγια της καί στο λαιμό, με κοίταξε' δίστασε μιά στιγμή, λες και δεν ήθελε νά μιλήσει μπροστά μου Κι εγώ σηκώθηκα:
- Θες νά φύγω, κυρά μου; φεύγω
44
Trang 40Ό Φραγκίσκος άπλωσε προσταχτικα τό χέρι
- Μείνε' δε θα πας πουθενά' μην ντρέπεσαι, μάνα, μίλα Κοίταξα την κυρα-Πίκα, κι έκείνη μοΟ 'ριξε μια κοφτερη ματιά, τα φρύδια της κουνήθηκαν, με ζύγιαζε
- Μείνε, ε{πε τέλος δεν ε{ναι καμια ντροπή, καθαρη ή καρδιά μου, θα μιλήσω
- Λοιπόν; fκαμε δ Φραγκίσκος κοιτάζοντας ανυπόμονα
τη μάνα του
- 'Έβαλε δ καλόγερος τό χέρι του απάνω στό κεφάλι μου κι ενιωσα μια φλόγα να κατεβαίνει στό μυαλό μου, να πιάνει τό λαιμό μου, να καίει τα σωθικά μου' τί 'ταν ή φλόγα έκείνη; μοΟ έρχόταν να βάλω τα κλάματα '" ν' αρχίσω στη μέση της αύλης να χορεύω fι να ξεχυθι'.ίl στους δρόμους, να πετάξω τα σαντάλια μου και να πάρω τις στράτες, να μην ξαναγυρίσω στό σπίτι τοΟ κυρο() μου Καίγουμουν' τί 'ταν έκείνη ή φλόγα;
Θά 'ταν δ Θεός, αύτός θά 'ταν δ Θεός, φώναξα μέσα μου, ετσι μπαίνει στόν άνθρωπο
τα μάγουλα, δ λαιμός τf'jς κυρα-Πίκας ε{χαν ανάψει Σηκώθηκε, πf'jρε από τό παράθυρο την κρουσταλλένια μποτίλια
τό νερό, γέμισε �να ποτήρι, τό 'πιε' ξαναγέμισε τό ποτήρι, ήπιε πάλι, σα νά 'θελε να σβήσει τη φλόγα μέσα της
- Και τότε; Ικαμε δ Φραγκίσκος που δεν κρατιόταν πιά, τότε;
Ή κυρα-Πίκα Ισκυψε τό κεφάλι
- Τότε, παιδί μου, δ νοΟς μου σάλεψε, δε με χωροΟσε πια τό σπίτι το() πατέρα μου, κι δταν δ καλόγερος άνοιξε την πόρτα και στάθηκε και μο() ' Υνεψε « 'Έλα!», έγω πέταξα τα σαντάλια μου στη μέση τf'jς αύλης κι fτρεξα πίσω του
·0 Φραγκίσκος γούρλωσε τα μάτια' fκαμε να μιλήσει, δεν μπορο()σε' τόν κοίταζα ανήσυχος δεν μπορο()σα να καταλάβω, τρόμος ήταν αύτός που αναστάτωνε και στρούφιζε τό πρόσωπό του, τρόμος, χαρά, περγέλιο; γιά και τα τρία, τό �να ύστερα από τό άλλο; γιά και τα τρία μαζί, και τό πρόσωπό του πότε fσβηνε κατάχλωμσ; πότε άναβε κατακόκκινο κι άχνιζε Τέλος μπόρεσε να παίξει τα χείλια του, μίλησε:
- 'Έφυγες; πηγες μαζί του; παράτησες �ό σπίτι σου;
- Ναί, αποκρίθηκε ή κυρα-Πίκα κι ή φωνή της i'jtav τώρα i1συχη, αλαφρωμένη 'Ήμουν δεκάξι χρoνι'.ίlν, ή καρδιά μου i'jταν ανοιχτή, �τoιμη να δεχτεΙ δλα τα θάματα κι δ Θεός μο() παρουσιάστηκε, τό δειλινό έκεΤνο, δπως αυτός ήθελε' σε άλλες κοπέλες παρουσιάζεται σαν δμορφο αρχοντόπουλο, σε μένα
4S