Γιατί, πράγματι, είναι γεγονός αναντίρρητο ότι τα ρούχα, οι τρόποι και οι εκφράσεις του Ροβεσπιέρου και του Saint-Just δεν θα ήταν εκτός τόπου σ' ένα σαλόνι του «παλαιού καθεστώτος», και
Trang 2Eric John Hobsbawm
Η Εποχή των Επαναστάσεων
1789-1848
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΕΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ
δ' ανατύπωση
ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ
ΑΘΗΝΑ 2002
Trang 3Τίτλος του πρωτοτύπου: The Age of Revolution 1789-1848
A Meritor Book New American Library ΗΠΑ και Καναδάς 1962
Το κείμενο της μετάφρασης στη β' έκδοση θεωρήθηκε από την Αγλαΐα Κάσδαγλη
© Copyright για την ελληνική γλώσσα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992
Trang 4ΤΑ ΕΞΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ανάμεσα στο 1789, όταν ακόμα βασίλευε ο Λουδοβίκος ΙΣΤ', και το 1848, όταν ο Μαρξ και
ο Ένγκελς δημοσίευσαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, υπήρξαν για την Ευρώπη η εποχή μιας διττής επανάστασης,
η οποία προκάλεσε τον μεγαλύτερο κοινωνικό μετασχηματισμό που υπέστη ο κόσμος μετά τους αρχαίους χρόνους
Το βιβλίο αυτό αναλύει και ερμηνεύει τις εκπληκτικές αλλαγές που προκάλεσαν η πολιτική Γαλλική Επανάσταση και η αγγλική Βιομηχανική Επανάσταση: τα «παλαιά καθεστώτα» καταρρέουν μπροστά στη δύναμη των νέων καπιταλιστικών χωρών Νέοι δρόμοι ανοίγονται στην επιστήμη, τη φιλοσοφία, τη θρησκεία, την τέχνη Νέες μέθοδοι εφαρμόζονται στον πόλεμο και στη διπλωματία, στη βιομηχανία, το εμπόριο και τη διακυβέρνηση των κρατών Νέες λέξεις δημιουργούνται για να εκφράσουν τις νέες ιδέες Η ιστορία της διττής επανάστασης, ωστόσο, δεν είναι απλώς η ιστορία του θριάμβου της νέας αστικής κοινωνίας· είναι και η ιστορία της εμφάνισης των δυνάμεων που, μέσα σ' έναν αιώνα από το 1848, έμελλε να μετατρέψουν την επέκταση σε συρρίκνωση
Ο EPIK ΧΟΜΠΣΜΠΩΜ γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1917 και σπούδασε στη Βιέννη, το Βερολίνο, το Λονδίνο και το Κέμπριτζ Είναι μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας και επίτιμο μέλος του King's College του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ Δίδασκε στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου έως τη συνταξιοδότησή του Εκτός από την Εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848, κυκλοφορούν στις εκδόσεις του ΜΙΕΤ και τα έργα του Η εποχή τον κεφαλαίου, 1848-1875 και Η εποχή των αυτοκρατοριών, 1875-1914
Trang 5ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στο βιβλίο αυτό επιχειρείται η επισκόπηση του μετασχηματισμού που υπέστη ο κόσμος ανάμεσα στο
1789 και το 1848, στο βαθμό που αυτός οφειλόταν στη «διττή επανάσταση» —δηλαδή τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 και τη σύγχρονή της (βρετανική) Βιομηχανική Επανάσταση Δεν πρόκειται, συνεπώς, για καθαρά ευρωπαϊκή ιστορία, αλλ' ούτε για παγκόσμια Προσπάθησα να αναφερθώ, συχνά επιτροχάδην, στις χώρες που αισθάνθηκαν τις συνέπειες της διττής επανάστασης, ενώ παρέλειψα εκείνες στις οποίες ήταν αμελητέος ο αντίκτυπός της Ο αναγνώστης, συνεπώς, θα βρει εδώ κάτι για την Αίγυπτο, αλλ' όχι για την Ιαπωνία, περισσότερες μνείες για την Ιρλανδία παρά για
τη Βουλγαρία, περισσότερες για τη Λατινική Αμερική παρά για την Αφρική Τούτο δεν σημαίνει ασφαλώς ότι η ιστορία των χωρών και των λαών που δεν περιλαμβάνει ο τόμος αυτός είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα ή λιγότερο σημαντική από των άλλων Αν η οπτική γωνία του βιβλίου είναι κυρίως ευρωπαϊκή, ή, πιο συγκεκριμένα, γαλλοβρετανική, είναι διότι, κατά την περίοδο αύτη, ο μετασχηματισμός που υπέστη ο κόσμος —ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος του— είχε ευρωπαϊκή, ή μάλλον γαλλοβρετανική αφετηρία Εντούτοις, ορισμένα θέματα που ίσως θα άξιζαν λεπτομερέστερη ανάλυση παραλείφθηκαν επίσης, όχι μόνο για λόγους χώρου αλλά και διότι εξετάζονται διεξοδικά
σε άλλους τόμους της σειράς αυτής (όπως η ιστορία των ΗΠΑ)
Στόχος του βιβλίου δεν είναι η λεπτομερής αφήγηση αλλά η ερμηνεία και αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν haute vulgarisation Ο ιδανικός του αναγνώστης είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, ο ευφυής δηλαδή και πεπαιδευμένος πολίτης που δεν είναι απλώς περίεργος για το παρελθόν αλλά επιθυμεί να καταλάβει πώς και γιατί ο κόσμος πήρε τη σημερινή του μορφή και προς τα που κατευθύνεται Έτσι, θα 'ταν υπερβολικά σχολαστικό και αναίτιο να φορτώσουμε το κείμενο με όλα εκείνα τα στοιχεία που θα έπρεπε να έχει αν απευθυνόταν σε πιο ειδικό κοινό Οι σημειώσεις μου, επομένως, αναφέρονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στις πηγές των παραθεμάτων και των αριθμητικών στοιχείων ή, κάποτε, στην τεκμηρίωση ορισμένων αμφισβητούμενων ή απροσδόκητων απόψεων
Θα έπρεπε ωστόσο κάτι να λεχθεί για το υλικό στο οποίο βασίζεται ένα βιβλίο με τόσο ευρύ θέμα Όλοι οι ιστορικοί είναι πιο ειδικευμένοι (ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, περισσότερο αδαείς) σε ορισμένα θέματα απ' ό,τι σε άλλα Έξω από το αρκετά στενό τους πεδίο, είναι υποχρεωμένοι να βασιστούν στο έργο άλλων ιστορικών Η βιβλιογραφία για την περίοδο 1789-1848 είναι τόσο μεγάλη ώστε ξεπερνά τις δυνατότητες γνώσης οποιουδήποτε ατόμου, ακόμη κι εκείνου που μπορεί να διαβάζει όλες τις γλώσσες στις οποίες είναι γραμμένη (Στην πραγματικότητα, φυσικά, όλοι οι ιστορικοί περιορίζονται σε τρεις τέσσερις γλώσσες το πολύ.) Μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι, συνεπώς, από δεύτερο ή και τρίτο χέρι, και αναπόφευκτα περιέχει σφάλματα, καθώς και τις αναπότρεπτες συντομεύσεις για τις οποίες ο ειδικός θα λυπηθεί όσο και ο συγγραφέας του τόμου αυτού Η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος ίσως να χρησιμεύσει ως οδηγός για περαιτέρω μελέτη
Μολονότι δεν μπορεί κανείς να χωρίσει τον ιστορικό ιστό σε επιμέρους κλωστές χωρίς να τον καταστρέψει, πρακτικοί λόγοι υπαγορεύουν μια κάποια υποδιαίρεση του θέματος: Προσπάθησα χονδρικά να χωρίσω το βιβλίο σε δύο μέρη Το πρώτο πραγματεύεται τις κύριες εξελίξεις της περιόδου σε γενικές γραμμές, ενώ το δεύτερο περιγράφει τον τύπο της κοινωνίας που προέκυψε από τη διττή επανάσταση Υπάρχουν ωστόσο εσκεμμένες επικαλύψεις, και η διαίρεση υπακούει σε πρακτικά μάλλον παρά σε θεωρητικά κριτήρια
Οφείλω ευχαριστίες σε διάφορους ανθρώπους με τους οποίους συζήτησα κάποια επιμέρους θέματα του βιβλίου, καθώς και σε όσους διάβασαν ορισμένα κεφάλαια στο χειρόγραφο ή το δακτυλόγραφο
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ευθύνονται ασφαλώς για τα δικά μου σφάλματα Ευχαριστώ ιδίως τους J D Bernal, Douglas Dakin, Ernst Fischer, Francis Haskell, H G Koenigsberger και R F Leslie Το κεφάλαιο
Trang 6ΙΔ' οφείλει πολλές από τις ιδέες του στον Ernst Fischer Η P Ralph βοήθησε σημαντικά ως γραμματέας και ερευνητική βοηθός, ενώ η Ε Mason συνέταξε το ευρετήριο
Λονδίνο, Δεκέμβριος 1961
E.J.H.
Trang 7ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι λέξεις είναι μάρτυρες που συχνά μιλούν πιο καθαρά από τα ντοκουμέντα· ας εξετάσουμε μερικές που ουσιαστικά πλάστηκαν ή απέκτησαν τη σύγχρονη έννοιά τους στην περίοδο των εξήντα χρόνων την οποία πραγματεύεται το βιβλίο αυτό Πρόκειται για λέξεις όπως «βιομηχανία», «βιομήχανος»,
Είναι προφανές ότι ένας τόσο ριζικός μετασχηματισμός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς ιστορική αναδρομή πολύ προ του 1789, ακόμη και πριν από τις δεκαετίες που προηγήθηκαν, οι
Το ίδιο ισχύει για την «απεργία» και την «απαθλίωση»
Αν μπορούσε κανείς να φανταστεί τον σύγχρονο κόσμο δίχως αυτές τις λέξεις (δίχως δηλαδή τα
πράγματα και τις έννοιες που εκφράζονται μ' αυτές), θα διαπίστωνε το μέγεθος και το βάθος της επανάστασης που ξέσπασε ανάμεσα στο 1789 και το 1848, επανάστασης που προκάλεσε τον μεγαλύτερο μετασχηματισμό στην ιστορία της ανθρωπότητας από την μακρινή εποχή που ο άνθρωπος εφεύρε τη γεωργία και τη μεταλλουργία, τη γραφή, την πόλη και το κράτος Η επανάσταση αυτή μεταμόρφωσε και εξακολουθεί να μεταμορφώνει ολόκληρο τον κόσμο Μελετώντας την, ωστόσο, πρέπει να κάνουμε προσεκτική διάκριση ανάμεσα στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της, που δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο, πολιτική οργάνωση
ή καταμερισμό της εξουσίας και των πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο, και στην πρώτη αποφασιστική της φάση, που ήταν στενά συνδεδεμένη με μια συγκεκριμένη κοινωνική και διεθνή κατάσταση Η μεγάλη επανάσταση του 1789-1848 ήταν ο θρίαμβος όχι απλώς της «βιομηχανίας», αλλά της
καπιταλιστικής βιομηχανίας· όχι της ελευθερίας και της ισότητας γενικά, αλλά της αστικής φιλελεύθερης κοινωνίας· όχι της «σύγχρονης οικονομίας» ή του «σύγχρονου κράτους», αλλά της
οικονομίας και των κρατών σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου (μέρος της Ευρώπης και τμήματα της Βόρειας Αμερικής), με επίκεντρο τα γειτονικά και ανταγωνιζόμενα κράτη της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας Ο μετασχηματισμός του 1789-1848 είναι ουσιαστικά η διπλή επαναστατική έκρηξη που σημειώθηκε στις δύο αυτές χώρες, και από εκεί απλώθηκε σ' ολόκληρο τον κόσμο
Θα ήταν όμως ορθότερο να θεωρήσουμε τη διττή αυτή επανάσταση —περισσότερο πολιτική στη
Γαλλία και βιομηχανική στην Αγγλία— όχι τόσο ως γεγονός που ανήκει στην ιστορία των δύο χωρών
οι οποίες αποτέλεσαν τους κύριους φορείς της και τα κύρια σύμβολά της, αλλά σαν διπλό κρατήρα ενός μεγαλύτερου ηφαιστείου στην ευρύτερη περιοχή Το ότι οι ταυτόχρονες εκρήξεις του σημειώθηκαν στη Γαλλία και στην Αγγλία και εμφανίζουν κάπως διαφορετικό χαρακτήρα δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε αδιάφορο Αλλά από την άποψη λ.χ του ιστορικού του 3000 μ.Χ., όπως και από την άποψη του Κινέζου ή του Αφρικανού παρατηρητή, έχει περισσότερη σημασία να επισημανθεί ότι οι εκρήξεις αυτές σημειώθηκαν κάπου στη βορειοδυτική Ευρώπη και στις υπερπόντιες προεκτάσεις της, και ότι την εποχή εκείνη δεν θα μπορούσε για κανένα λόγο να συμβούν σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου Εξίσου σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι, εκείνη την εποχή, τέτοιες εκρήξεις είναι σχεδόν αδιανόητες με οποιαδήποτε άλλη μορφή παρά μόνον ως θρίαμβος ενός αστικοφιλελεύθερου καπιταλισμού
i
Οι περισσότερες από τις λέξεις αυτές είτε είναι διεθνείς είτε μεταφράστηκαν κατά γράμμα στις διάφορες γλώσσες Έτσι ο «σοσιαλισμός»
ή η «δημοσιογραφία» είναι λέξεις σχεδόν διεθνείς, ενώ ο «σιδηρόδρομος» παράγεται από τις λέξεις «σιδηρούς δρόμος» παντού εκτός από τη χώρα της καταγωγής του (στα αγγλικά railway).
Trang 8οποίες απεικονίζουν σαφώς (τουλάχιστον εκ των υστέρων) την κρίση των παλαιών καθεστώτων (anciens régimes) του βορειοδυτικού κόσμου, που θα τα σάρωνε η διττή επανάσταση Η Αμερικανική Επανάσταση του 1776, ασχέτως αν τη δούμε ως έκρηξη ίσης σπουδαιότητας με τις αγγλογαλλικές ή ως τον σημαντικότερο άμεσο πρόδρομο και υποκινητή τους, καθώς και οι συνταγματικές κρίσεις και οι οικονομικές ανακατατάξεις και αναταραχές των ετών 1760-1789, όποια σημασία και αν τους αποδώσει κανείς, ερμηνεύουν μονάχα την αφορμή και, το πολύ πολύ, την επιλογή της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής για τη μεγάλη επαναστατική αλλαγή, και όχι τα θεμελιώδη αίτιά της Το πόσο πίσω θα πρέπει να ανατρέξει ο ιστορικός —στην αγγλική επανάσταση των μέσων του 17ου αιώνα, στη Μεταρρύθμιση και στην απαρχή των ευρωπαϊκών κατακτήσεων και της αποικιοκρατίας στις αρχές του 16ου αιώνα, ή ακόμη πιο πίσω— δεν μας ενδιαφέρει στο σημείο αυτό, γιατί μια τέτοια ανάλυση σε βάθος θα υπερέβαινε κατά πολύ τα χρονολογικά όρια του βιβλίου
Εδώ αρκεί απλώς να παρατηρήσουμε ότι οι κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, τα πολιτικά και πνευματικά εργαλεία αυτού του μετασχηματισμού ήταν ήδη έτοιμα, τουλάχιστον σε ένα τμήμα της Ευρώπης αρκετά μεγάλο για να ξεσηκώσει το υπόλοιπο Το πρόβλημά μας δεν είναι να περιγράψουμε την εμφάνιση μιας παγκόσμιας αγοράς, μιας αρκετά δραστήριας τάξης ιδιωτών επιχειρηματιών, ή ακόμη (στην Αγγλία) ενός κράτους προσκολλημένου στην άποψη ότι το μέγιστο δυνατό ιδιωτικό κέρδος αποτελεί το θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής Ούτε σκοπεύουμε να
παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της τεχνολογίας, της επιστημονικής γνώσης ή της ιδεολογίας μιας
ατομιστικής, «κοσμικής», ορθολογικής πίστης στην πρόοδο Ήδη στη δεκαετία του 1780 μπορούμε
να θεωρήσουμε ως δεδομένα όλα αυτά τα στοιχεία, μολονότι δεν ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά ή διαδεδομένα Αντίθετα, δεν θα πρέπει με κανένα τρόπο να παραβλέψουμε τον νεωτεριστικό χαρακτήρα της διττής επανάστασης εξαιτίας των εξωτερικών χαρακτηριστικών που μας φαίνονται οικεία Γιατί, πράγματι, είναι γεγονός αναντίρρητο ότι τα ρούχα, οι τρόποι και οι εκφράσεις του Ροβεσπιέρου και του Saint-Just δεν θα ήταν εκτός τόπου σ' ένα σαλόνι του «παλαιού καθεστώτος»,
και ότι ο Jeremy Bentham, του οποίου οι αναμορφωτικές ιδέες εξέφραζαν την αστική Βρετανία της
δεκαετίας του 1830, ήταν αυτός που είχε προτείνει τις ίδιες ιδέες στη Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας· και είναι επίσης αλήθεια ότι οι πιο ακραίες δηλώσεις για την αστική πολιτική οικονομία προέρχονταν από μέλη της βρετανικής Βουλής των Λόρδων του 18ου αιώνα
Το ζήτημα είναι, συνεπώς, να ερμηνεύσουμε όχι την ύπαρξη αυτών των στοιχείων μιας νέας οικονομίας και κοινωνίας αλλά το θρίαμβό τους· να παρακολουθήσουμε όχι την πρόοδο της βαθμιαίας διάβρωσης και υπονόμευσης που προκάλεσαν στο σύστημα, στη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, αλλά την οριστική κατάκτηση του οχυρού Το ζήτημα επίσης είναι να παρακολουθήσουμε τις βαθιές αλλαγές που προκάλεσε ο αιφνίδιος αυτός θρίαμβος στις χώρες που επηρεάστηκαν αμεσότερα από αυτόν, καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο που ήταν έτοιμος να δεχτεί όλον τον εκρηκτικό αντίκτυπο των νέων δυνάμεων, των «αστών κατακτητών» (les bourgeois conquérants), για να παραθέσουμε τον τίτλο ενός πρόσφατου εγχειριδίου παγκόσμιας ιστορίας της περιόδου αυτής
Αναπόφευκτα, εφόσον η διττή επανάσταση σημειώθηκε σε ένα τμήμα της Ευρώπης, και οι εμφανέστερες και αμεσότερες συνέπειές της έγιναν εκεί περισσότερο αισθητές, η ιστορία που
πραγματεύεται το βιβλίο αυτό είναι κατά κύριο λόγο τοπική Επίσης αναπόφευκτα, η παγκόσμια
επανάσταση, εφόσον ξεχύθηκε από τον διπλό κρατήρα της Αγγλίας και της Γαλλίας, πήρε αρχικά τη μορφή ευρωπαϊκής επέκτασης και κατάκτησης του υπόλοιπου κόσμου Πράγματι, η πιο εντυπωσιακή της συνέπεια για την παγκόσμια ιστορία ήταν ότι κυριάρχησαν στη γη μερικά δυτικά καθεστώτα (και ιδίως το βρετανικό), γεγονός που δεν έχει παράλληλο στην ιστορία Μπροστά στους εμπόρους, τις ατμομηχανές, τα πλοία και τα κανόνια της Δύσης —και μπροστά στις ιδέες της— οι πανάρχαιοι πολιτισμοί και οι αυτοκρατορίες του κόσμου υποχώρησαν και κατέρρευσαν Η Ινδία μεταβλήθηκε σε επαρχία με Βρετανούς διοικητές, τα ισλαμικά κράτη κλονίστηκαν από την κρίση, η Αφρική έγινε πρόσφορο έδαφος για άμεση κατάκτηση Ακόμη και η μεγάλη Κινεζική Αυτοκρατορία
Trang 9αναγκάστηκε το 1839-42 να ανοίξει τα σύνορά της στη δυτική εκμετάλλευση Το 1848 τίποτε πια δεν στεκόταν εμπόδιο στην κατάκτηση οποιουδήποτε εδάφους αν οι δυτικές κυβερνήσεις ή οι επιχειρηματίες θεωρούσαν συμφέρον τους να το καταλάβουν, όπως ακριβώς τίποτε, εκτός από το χρόνο, δεν στεκόταν εμπόδιο στην πρόοδο του δυτικού καπιταλιστικού εγχειρήματος
Η ιστορία της διττής επανάστασης, ωστόσο, δεν είναι απλά και μόνο η ιστορία του θριάμβου της νέας αστικής κοινωνίας Είναι επίσης η ιστορία της εμφάνισης των δυνάμεων που μέσα σ' έναν αιώνα από το 1848 επρόκειτο να μετατρέψουν την επέκταση σε συρρίκνωση Κι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι, ήδη το 1848, αύτη η εκπληκτική μελλοντική αναστροφή είχε, ως ένα βαθμό, αρχίσει να διαφαίνεται Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι ελάχιστα μπορούσε κανείς να διακρίνει την παγκόσμια αντίδραση που κυριαρχεί στα μέσα του 20ού αιώνα κατά της Δύσης Μόνο στον ισλαμικό κόσμο μπορούμε να επισημάνουμε τα πρώτα στάδια της διαδικασίας με την οποία όσοι κατακτήθηκαν από τη Δύση υιοθέτησαν τις ιδέες και την τεχνική της για να ανακτήσουν την υπεροχή τους απέναντί της: στις απαρχές της εσωτερικής μεταρρύθμισης για τον εξευρωπαϊσμό της Τουρκικής Αυτοκρατορίας στη δεκαετία του 1830, και κυρίως στη σημαντική αλλά παραγνωρισμένη σταδιοδρομία του Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου Αλλά και μέσα στην Ευρώπη οι δυνάμεις και οι ιδέες που απέβλεπαν στην ανατροπή της θριαμβεύτριας νέας κοινωνίας είχαν ήδη αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους Το «φάσμα του κομουνισμού» στοίχειωνε ήδη την Ευρώπη το 1848 Την ίδια χρονιά
το εξόρκισαν Έκτοτε, και για μακρό διάστημα, παρέμεινε ανίσχυρο όπως όλα τα φαντάσματα, ιδίως στον δυτικό κόσμο, που είχε υποστεί τον αμεσότερο μετασχηματισμό από τη διττή επανάσταση
Εξετάζοντας όμως τον κόσμο της δεκαετίας του 1960, δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε την ιστορική
δύναμη της επαναστατικής σοσιαλιστικής και κομουνιστικής ιδεολογίας την οποία γέννησε η αντίδραση στη διττή επανάσταση και η οποία ως το 1848 είχε βρει την πρώτη κλασική της
διατύπωση Η ιστορική περίοδος που αρχίζει με την οικοδόμηση του πρώτου εργοστασιακού
συγκροτήματος του σύγχρονου κόσμου στο Lancashire και με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 τελειώνει με την κατασκευή του πρώτου σιδηροδρομικού δικτύου και με την έκδοση του Κομουνιστικού Μανιφέστου
Trang 10ΜΕΡΟΣ Α'
ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Trang 11οι γνώσεις των ανθρώπων σχετικά με τον θαλάσσιο βυθό θα παρέμεναν αμελητέες ως τα μέσα του 20ού αιώνα Τα βασικά περιγράμματα των ηπείρων και των περισσότερων νησιών ήταν γνωστά, όχι όμως με απόλυτη ακρίβεια, αν κρίνουμε με τα σύγχρονα μέτρα Το μέγεθος και το ύψος των ευρωπαϊκών οροσειρών ήταν γνωστά με αρκετή ακρίβεια, ενώ των βουνών της Λατινικής Αμερικής πολύ λίγο, της Ασίας σχεδόν καθόλου, και της Αφρικής (με εξαίρεση τον Άτλαντα), ήταν στην ουσία εντελώς άγνωστα Με εξαίρεση τους ποταμούς της Κίνας και των Ινδιών, ο ρους των μεγάλων ποταμών του κόσμου αποτελούσε μυστήριο για όλους, εκτός από λίγους κυνηγούς, εμπόρους ή coureurs-de-bois, που πράγματι γνώριζαν, ή είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν, τα ποτάμια της περιοχής τους Εκτός από ορισμένες περιοχές —σε μερικές ηπείρους δεν ξεπερνούσαν τα λίγα μίλια από την ακτή προς την ενδοχώρα— ο χάρτης του κόσμου αποτελούνταν από λευκά διαστήματα, με σημειωμένες μόνο τις διαδρομές εμπόρων ή εξερευνητών Κι αν δεν υπήρχαν τα πρόχειρα, από δεύτερο και τρίτο χέρι στοιχεία, που συγκέντρωναν περιηγητές ή υπάλληλοι σε απομακρυσμένα σημεία, τα λευκά αυτά διαστήματα θα ήταν ακόμη μεγαλύτερα
Όχι μόνο ο «γνωστός κόσμος», αλλά και ο πραγματικός κόσμος ήταν μικρότερος, τουλάχιστον από άποψη πληθυσμού Εφόσον στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν απογραφές, όλες οι δημογραφικές εκτιμήσεις είναι απλώς εικασίες· είναι ωστόσο προφανές ότι ο πληθυσμός της γης τότε ήταν πολύ μικρότερος από τον σημερινό, ίσως δεν ξεπερνούσε κατά πολύ το ένα τρίτο Αν οι εικασίες που προβάλλονται συχνότερα δεν απέχουν υπερβολικά από την
πραγματικότητα, τότε η Ασία και η Αφρική περιλάμβαναν κάπως μεγαλύτερο ποσοστό του
παγκόσμιου πληθυσμού από ό,τι σήμερα, η Ευρώπη, με περίπου 187 εκατομμύρια κατοίκους
το 1800 (έναντι 600 εκατομμυρίων σήμερα), ένα κάπως μικρότερο, ενώ η Αμερική προφανώς πολύ μικρότερο Σε γενικές γραμμές, το 1800, δύο στα τρία άτομα θα ήταν από την Ασία, ένα στα πέντε από την Ευρώπη, ένα στα δέκα από την Αφρική, ένα στα τριάντα τρία από την Αμερική και την Ωκεανία Είναι φανερό ότι αυτός ο πολύ μικρότερος πληθυσμός ήταν πολύ αραιότερα διασκορπισμένος στην υδρόγειο, εκτός ίσως από ορισμένες μικρές περιοχές εντατικής καλλιέργειας ή υψηλής αστικής συγκέντρωσης, όπως σε τμήματα της Κίνας, των Ινδιών και της δυτικής ή κεντρικής Ευρώπης, όπου μπορεί να υπήρχε πυκνότητα πληθυσμού ανάλογη με της σύγχρονης εποχής Ο πληθυσμός ήταν μεν μικρότερος αλλά και η έκταση των κατοικημένων περιοχών ήταν και αυτή πιο περιορισμένη Οι κλιματικές συνθήκες (ίσως κάπως ψυχρότερες ή πιο υγρές από τις σημερινές, μολονότι όχι πια τόσο ψυχρές ή υγρές όσο
Trang 12στη χειρότερη περίοδο της «μικρής εποχής των παγετώνων» των ετών 1300-1700 περίπου) περιόριζαν την εγκατάσταση πληθυσμών στην αρκτική ζώνη Επιδημίες όπως η ελονοσία δεν επέτρεπαν ακόμη την επέκταση σε πολλές περιοχές, όπως τη νότια Ιταλία, όπου τα παράκτια πεδινά, που ήταν για καιρό σχεδόν ακατοίκητα, εποικίστηκαν βαθμιαία κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα Πρωτόγονες μορφές της οικονομίας, κυρίως το κυνήγι και (στην Ευρώπη) η
εποχική μεταφορά των ζώων από τα πεδινά στα ορεινά, πρακτική που άφηνε μεγάλο μέρος
της γης ανεκμετάλλευτο, απέκλειαν την εξάπλωση μεγάλων οικισμών σε ολόκληρες περιφέρειες —όπως τα πεδινά της Απουλίας: οι γκραβούρες των περιηγητών των αρχών του 19ου αιώνα, που απεικονίζουν την εξοχή της Ρώμης, ένα χώρο ελώδη και άδειο με μερικά ερείπια, λίγα ζωντανά και κανένα γραφικό ληστή, αποτελούν γνώριμες εικόνες τέτοιων τοπίων Και, φυσικά, μεγάλες εκτάσεις της γης που έκτοτε καλλιεργήθηκαν, ήταν και στην Ευρώπη ακόμη χερσότοποι, έλη, άγρια βοσκοτόπια ή δάση
Η ανθρωπότητα ήταν μικρότερη και από μια τρίτη άποψη: οι Ευρωπαίοι ήταν κατά κανόνα αισθητά κοντύτεροι και ελαφρότεροι από σήμερα Για να δώσουμε ένα παράδειγμα από την πληθώρα των στατιστικών στοιχείων σχετικά με τη φυσική διάπλαση των στρατολογημένων αντρών στις οποίες βασίζεται η γενίκευση αυτή, αρκεί να πούμε ότι σ' ένα καντόνι των ακτών της Λιγουρίας 72% των νεοσυλλέκτων στα 1792-99 είχαν ύψος μικρότερο από 1,50 μέτρο.2
Ωστόσο, αν και ο κόσμος ήταν από πολλές απόψεις μικρότερος, οι δυσχέρειες ή η αβεβαιότητα στην επικοινωνία τον έκαναν στην πράξη πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι είναι σήμερα Δεν θέλω να υπερτονίσω τις δυσκολίες αυτές Τα τέλη του 18ου αιώνα, με τα μέτρα του Μεσαίωνα ή του 16ου αιώνα, ήταν εποχή άφθονων και γρήγορων μέσων επικοινωνίας και, ακόμη και πριν από την επανάσταση των σιδηροδρόμων, είναι εκπληκτικές οι βελτιώσεις που έγιναν στους δρόμους, στα ιππήλατα οχήματα και στις ταχυδρομικές υπηρεσίες Ανάμεσα στη δεκαετία του 1760 και στο τέλος του αιώνα η διάρκεια του ταξιδιού από το Λονδίνο στη Γλασκόβη μειώθηκε από τις δέκα ή δώδεκα ημέρες στις εξήντα δύο ώρες Το σύστημα των ταχυδρομικών αμαξών, που δημιουργήθηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και διαδόθηκε ευρύτατα ανάμεσα στο τέλος των ναπολεόντειων πολέμων και στην εμφάνιση του σιδηροδρόμου, πρόσφερε όχι μόνο σχετικά γρήγορη επικοινωνία —το ταχυδρομείο από
το Παρίσι στο Στρασβούργο έφτανε σε τριάντα έξι ώρες το 1833— αλλά και τακτικά δρομολόγια Ελάχιστη όμως μέριμνα είχε ληφθεί για τις χερσαίες μεταφορές επιβατών, ενώ για τα εμπορεύματα τα μεταφορικά μέσα ήταν και αργά αλλά και απαγορευτικά πολυδάπανα Οι έμποροι και όσοι εκτελούσαν κυβερνητική υπηρεσία δεν ήταν καθόλου αποκομμένοι μεταξύ τους· υπολογίζεται ότι είκοσι εκατομμύρια επιστολές πέρασαν από τα βρετανικά ταχυδρομεία στην αρχή των πολέμων με τον Βοναπάρτη (στα τέλη της περιόδου μας ο αριθμός είχε δεκαπλασιαστεί) Για τη μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της γης πάντως
τα γράμματα ήταν άχρηστα, γιατί λίγοι ήξεραν να διαβάσουν· όσο για τα ταξίδια —με εξαίρεση ίσως τις μετακινήσεις προς και από τις αγορές— ήταν κάτι εντελώς ασυνήθιστο Αν
οι ίδιοι ή τα εμπορεύματά τους διακινούνταν διά ξηράς, αυτό γινόταν ως επί το πλείστον πεζή
ή με τα αργά κάρα που ακόμη και στις αρχές του 19ου αιώνα μετέφεραν τα 5/6 των γαλλικών εμπορευμάτων με ταχύτητα μικρότερη από 20 μίλια την ημέρα Αγγελιαφόροι μετέφεραν μηνύματα σε μεγάλες αποστάσεις· αμαξάδες οδηγούσαν ταχυδρομικές άμαξες με δώδεκα
Αυτό δεν σήμαινε ότι οι άντρες στο τέλος του 18ου αιώνα ήταν πιο λεπτεπίλεπτοι από εμάς
Οι λιπόσαρκοι, κοντοί κι αγύμναστοι στρατιώτες της Γαλλικής Επανάστασης είχαν τέτοια φυσική αντοχή, που σήμερα τη συναγωνίζονται μόνο οι μικροκάμωτοι αντάρτες στα βουνά των αποικιών Μια συνεχής πορεία για μια εβδομάδα με πλήρη εξάρτυση και με ρυθμό 30 μίλια την ημέρα ήταν κάτι το συνηθισμένο Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι η φυσική διάπλαση των ανθρώπων ήταν τότε πολύ αδύναμη με τα δικά μας μέτρα, κι αυτό αποδεικνύεται από την εξαιρετική αξία που πρόσδιναν οι βασιλείς και οι στρατηγοί στους
«υψηλούς άνδρες», οι οποίοι και αποτελούν τις επίλεκτες ομάδες φρουρών, θωρακοφόρων ιππέων και τα παρόμοια
Trang 13περίπου επιβάτες η καθεμιά, τραντάζοντάς τους ολόκληρους ή, εφόσον ήταν εφοδιασμένες
με τη νέα δερμάτινη ανάρτηση, προκαλώντας τους φοβερή ναυτία Οι ευγενείς έτρεχαν με τις ιδιωτικές τους άμαξες Αλλά για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, στις χερσαίες μεταφορές
επικρατούσε η ταχύτητα του καροτσέρη που βάδιζε πλάι στο άλογο ή το μουλάρι του
Με αυτές τις συνθήκες οι θαλάσσιες μεταφορές ήταν συνεπώς όχι μόνο ευκολότερες και φτηνότερες αλλά και συχνά ταχύτερες (αν εξαιρέσει κανείς το ενδεχόμενο αέρα ή κακού καιρού) Ο Goethe, ταξιδεύοντας στην Ιταλία, χρειάστηκε τέσσερις ημέρες για να φτάσει από
Λονδίνο για το Αμβούργο και την Ολλανδία μεταφερόταν μόνο δύο φορές την εβδομάδα, για
τη Σουηδία και την Πορτογαλία μία φορά, ενώ για τη Βόρεια Αμερική μία φορά το μήνα Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία ότι η Βοστόνη και η Νέα Υόρκη ήταν σε στενότερη επαφή με το Παρίσι από ό,τι, π.χ., η περιοχή Μαραμούρες των Καρπαθίων με τη Βουδαπέστη Και όπως ήταν ευκολότερο να μεταφερθούν μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων και μεγάλος αριθμός επιβατών σε τεράστιες αποστάσεις —ήταν λ.χ ευκολότερο για 44.000 άτομα να σαλπάρουν για την Αμερική από βορειο-ιρλανδικά λιμάνια σε πέντε χρόνια (1769-74) απ' ό,τι να μεταφερθούν 5.000 στο Dundee σε διάστημα τριών γενεών— ευκολότερο ήταν επίσης να συνδεθούν μακρινές πρωτεύουσες μεταξύ τους απ' ό,τι η πόλη με την ύπαιθρο Η είδηση για την πτώση της Βαστίλλης έφτασε στη Μαδρίτη σε δεκατρείς ημέρες· αλλά στην Péronne, 133 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, «τα νέα από το Παρίσι» έφτασαν την εικοστή όγδοη μέρα
Ο κόσμος του 1789 ήταν συνεπώς για τους περισσότερους κατοίκους του ανυπολόγιστα μεγάλος Οι πιο πολλοί, αν δεν τους έβρισκε κάποια φριχτή τύχη, όπως η στρατολογία, ζούσαν και πέθαιναν στην επαρχία, και συχνά ακόμη και στην ενορία όπου είχαν γεννηθεί: ακόμη και το 1861, περισσότεροι από εννέα στους δέκα κατοίκους, στους εβδομήντα από
τους ενενήντα νομούς της Γαλλίας, ζούσαν στο νομό που γεννήθηκαν Ο υπόλοιπος κόσμος
ήταν υπόθεση των κυβερνητικών υπαλλήλων και ανήκε στη σφαίρα της φημολογίας Δεν υπήρχαν εφημερίδες, αν εξαιρέσει κανείς ελάχιστες για τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις (5.000 φύλλα ήταν η συνήθης κυκλοφορία μιας γαλλικής εφημερίδας το 1814), και άλλωστε πολύ λίγοι ήξεραν έτσι κι αλλιώς να διαβάσουν Στους περισσότερους τα νέα έφταναν από τους ταξιδιώτες και από το μετακινούμενο τμήμα του πληθυσμού: από εμπόρους και γυρολόγους, περιοδεύοντες μεροκαματιάρηδες, πλανόδιους τεχνίτες και εποχικούς εργάτες, από τον μεγάλο και μεικτό πληθυσμό των περιπλανώμενων, που κινούνταν ελεύθερα και περιλάμβανε από μοναχούς ή προσκυνητές έως λαθρέμπορους, ληστές και πανηγυριώτες· και, φυσικά, από τους στρατιώτες, που είτε έκαναν επιθέσεις στον πληθυσμό σε καιρό πολέμου είτε τον φρουρούσαν σε καιρό ειρήνης Ασφαλώς τα νέα έφταναν και από τα επίσημα κανάλια —από την Πολιτεία ή την Εκκλησία Αλλά και η πλειονότητα των τοπικών υπαλλήλων τέτοιων κρατικών ή οικουμενικών οργανώσεων ήταν ντόπιοι ή άτομα που είχαν εγκατασταθεί στον τόπο για ισόβια υπηρεσία Έξω από τις αποικίες, ο τύπος του υπαλλήλου που διόριζε η κεντρική κυβέρνηση και έστελνε σε διάφορες επαρχιακές θέσεις μόλις άρχιζε να κάνει την εμφάνισή του Από όλους τους κατώτερους κρατικούς υπαλλήλους, ίσως μόνο ο αξιωματικός του στρατού μπορούσε να περιμένει ότι η ζωή του δεν θα είχε περιορισμένους ορίζοντες, με μόνη του παρηγοριά την ποικιλία του κρασιού, τις γυναίκες και τα άλογα του τόπου του
Trang 14II
Ο κόσμος του 1789 ήταν κατεξοχήν αγροτικός, και όποιος δεν έχει αφομοιώσει το θεμελιώδες αυτό γεγονός δεν μπορεί να τον κατανοήσει Σε χώρες όπως η Ρωσία, η Σκανδιναβία ή τα Βαλκάνια, όπου η πόλη ποτέ δεν είχε υπερβολική άνθηση, ο πληθυσμός ήταν αγροτικός κατά
90 με 97% Ακόμη και σε περιοχές με ισχυρή αν και φθίνουσα αστική παράδοση, το αγροτικό
ή γεωργικό ποσοστό ήταν εξαιρετικά υψηλό: 85% στη Λομβαρδία, 72-80% στη Βενετία, πάνω από 90% στην Καλαβρία και τη Λουκανία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που διαθέτουμε.3
Οι επαρχιακές αυτές πόλεις, αν και μικρές, ήταν ωστόσο «αστικές» Οι κάτοικοί τους περιφρονούσαν τη γύρω τους ύπαιθρο με την περιφρόνηση του εύστροφου και μορφωμένου για τον δυνατό, τον αργόστροφο, τον αδαή και τον ανόητο (Με τα μέτρα όμως του αληθινού
«ανθρώπου του κόσμου», οι νυσταλέοι δήμοι δεν είχαν λόγο να κομπορρημονούν: οι γερμανικές λαϊκές κωμωδίες κορόιδευαν την «Krähwinkel» —τη μικρή πόλη— τόσο σκληρά όσο και τους κατεξοχήν αγροίκους κατοίκους της υπαίθρου.) Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, ή μάλλον ανάμεσα στις ενασχολήσεις της πόλης και στις ενασχολήσεις της υπαίθρου ήταν ευδιάκριτη Σε πολλές χώρες το φράγμα των δασμών, ή κάποτε ακόμη και η παλιά γραμμή του τείχους, χώριζε τους δύο κόσμους Σε ακραίες περιπτώσεις, όπως στην Πρωσία, η κυβέρνηση, πασχίζοντας να κρατά υπό πλήρη έλεγχο τους φορολογούμενους πολίτες της, εξασφάλιζε τον ολοκληρωτικό διαχωρισμό αστικών και αγροτικών δραστηριοτήτων Ακόμη και εκεί όπου δεν υπήρχε τόσο άκαμπτη διοικητική διαίρεση, οι άνθρωποι των πόλεων διακρίνονταν από τους αγρότες συχνά και λόγω εμφάνισης Σε μια εκτενή περιοχή της ανατολικής Ευρώπης υπήρχαν γερμανικές, εβραϊκές ή
Έξω, μάλιστα, από λίγες ακμάζουσες βιομηχανικές ή εμπορικές περιοχές, θα δυσκολευόμαστε πολύ να βρούμε ένα αρκετά μεγάλο ευρωπαϊκό κράτος όπου τουλάχιστον τέσσερις στους πέντε κατοίκους να μην είναι άνθρωποι της υπαίθρου Ακόμη και στην ίδια την Αγγλία, ο αστικός πληθυσμός ξεπέρασε τον αγροτικό για πρώτη φορά μόλις το 1851
Η λέξη «αστικός» είναι ασφαλώς αμφίσημη Καλύπτει τις δύο ευρωπαϊκές πόλεις που το 1789
θα μπορούσαν να θεωρηθούν πραγματικά μεγάλες με τα δικά μας μέτρα, το Λονδίνο, με ένα εκατομμύριο, και το Παρίσι, με 500.000 περίπου, και καμιά εικοσαριά άλλες με πληθυσμό
μεγαλύτερο από 100.000: δύο στη Γαλλία, δύο στη Γερμανία, κάπου τέσσερις στην Ισπανία, ίσως πέντε στην Ιταλία (η Μεσόγειος ήταν από παράδοση η εστία των πόλεων), δύο στη Ρωσία και από μία στην Πορτογαλία, Πολωνία, Ολλανδία, Αυστρία, Ιρλανδία, Σκοτία και Ευρωπαϊκή Τουρκία Η λέξη «αστικός» καλύπτει επίσης την πληθώρα των μικρών επαρχιακών πόλεων στις οποίες ζούσε η πλειονότητα των «κατοίκων των άστεων»· πόλεις όπου κανείς μπορούσε σε μερικά λεπτά να περπατήσει από τον καθεδρικό ναό, με γύρω του τα δημόσια κτίρια και τα σπίτια των προυχόντων, ως τα χωράφια Από το 19% των Αυστριακών που ζούσαν σε πόλεις, ακόμη και στα τέλη της περιόδου μας (1834), πολύ πάνω από τα 3/4 ζούσαν σε πόλεις με πληθυσμό μικρότερο από 20.000 κατοίκους, οι μισοί σε πόλεις μεταξύ δύο και πέντε χιλιάδων κατοίκων Αυτές ήταν οι πόλεις που περιδιάβαιναν οι Γάλλοι μεροκαματιάρηδες κάνοντας το «γύρο της Γαλλίας», οι πόλεις που τη φυσιογνωμία τους του 16ου αιώνα, διατηρημένη σαν απολίθωμα μέσα στο χρόνο από την τελμάτωση των επόμενων αιώνων, απεικόνιζαν οι Γερμανοί ρομαντικοί ποιητές στο φόντο των γαλήνιων τοπίων τους· πόλεις, που πάνω τους δέσποζαν οι όγκοι των ισπανικών καθεδρικών ναών· πόλεις, που στους λασπόδρομούς τους οι Ασιδαίοι Εβραίοι λάτρευαν τους θαυματουργούς ραβίνους τους και οι πιο ορθόδοξοι συζητούσαν τις λεπτές διακρίσεις του θείου νόμου· πόλεις, όπου έφτανε
ο γενικός επιθεωρητής του Γκόγκολ για να τρομοκρατήσει τους πλούσιους και ο Τσίτσικοφ για
να εξετάσει το θέμα της αγοράς νεκρών ψυχών Αλλά αυτές ήταν και οι πόλεις από τις οποίες ξεκινούσαν οι φλογεροί και φιλόδοξοι νέοι για να κηρύξουν επαναστάσεις ή να μαζέψουν το πρώτο τους εκατομμύριο, ή και τα δύο Ο Ροβεσπιέρος από το Arras, ο Gracchus Babeuf από
το Saint-Quentin, ο Ναπολέων από το Αιάκειο
Trang 15ιταλικές νησίδες στη μέση μιας σλαβικής, μαγιάρικης ή ρουμανικής λίμνης Ακόμη και οι άνθρωποι των πόλεων που ανήκαν στην ίδια θρησκεία και στην ίδια εθνότητα με τους γύρω αγρότες είχαν διαφορετική εμφάνιση: φορούσαν διαφορετικά ρούχα, και τις πιο πολλές φορές μάλιστα (αν εξαιρέσουμε τον καταπονημένο εργατικό και βιομηχανικό πληθυσμό) ήταν ψηλότεροι, αν και ίσως πιο αδύνατοι.i
III
Πιθανόν να διέθεταν —και ασφαλώς ήταν καύχημά τους— μεγαλύτερη ευστροφία και ήταν πιο εγγράμματοι Ωστόσο, στην καθημερινή ζωή τους ήταν σχεδόν τόσο αδαείς για το τι συνέβαινε έξω από τον άμεσο κόσμο τους, σχεδόν τόσο αποκομμένοι, όσο και οι χωρικοί
Η επαρχιακή πόλη ανήκε ακόμη κατά βάση στην οικονομία και την κοινωνία της υπαίθρου Ζούσε απομυζώντας την αγροτιά που την περιστοίχιζε και (με σχετικά λιγοστές εξαιρέσεις) δεν ασχολούνταν παρά με τις δικές της μικροδουλειές Οι επαγγελματικές και οι μεσαίες τάξεις της ήταν οι έμποροι σιταριού και οι ζωέμποροι, όσοι καταγίνονταν με τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι που διαχειρίζονταν τις περιουσίες των ευγενών ή ασχολούνταν με τις ατέρμονες δικαστικές υποθέσεις, στοιχείο χαρακτηριστικό των κοινοτήτων που ζούνε από τη γη, οι έμποροι-επιχειρηματίες που ανέθεταν εργασίες και είχαν δοσοληψίες με τους κλώστες και τους υφαντουργούς της υπαίθρου, οι πιο ευυπόληπτοι εκπρόσωποι της κυβέρνησης, του άρχοντα ή της Εκκλησίας Οι τεχνίτες και οι καταστηματάρχες της προμήθευαν αγαθά στους αγρότες της περιοχής ή στους ανθρώπους της πόλης που ζούσαν από την αγροτιά Η επαρχιακή πόλη είχε παρακμάσει οικτρά από την εποχή της μεγάλης άνθησής της στα υστερομεσαιωνικά χρόνια Σπάνια ήταν
«ελεύθερη πόλη» ή «πόλη-κράτος»· σπάνια μόνο αποτελούσε πια βιοτεχνικό κέντρο για μια ευρύτερη αγορά ή σταθμό στη διακίνηση του διεθνούς εμπορίου Καθώς παράκμαζε, με όλο και μεγαλύτερο πείσμα έμενε προσκολλημένη σ' αυτό το τοπικό μονοπώλιο της αγοράς της, την οποία υπεράσπιζε ενάντια σε όλους τους επερχόμενους: μεγάλο μέρος του επαρχιωτισμού που κορόιδευαν οι νεαροί ριζοσπάστες και οι πρωτευουσιάνοι προερχόταν από αυτή την οικονομική αυτοάμυνα Στη νότια Ευρώπη, οι εύποροι εισοδηματίες, και κάποτε και οι ευπατρίδες, ζούσαν στην πόλη από τα ενοίκια των κτημάτων τους Στη Γερμανία, η γραφειοκρατία των αναρίθμητων μικρών πριγκιπάτων, που τα ίδια ήταν στην ουσία σαν μεγάλα κτήματα, εφάρμοζε τις επιθυμίες του τοπικού Serenissimus συγκεντρώνοντας τα εισοδήματα από μια υπάκουη και σιωπηλή αγροτική τάξη Η επαρχιακή πόλη του τέλους του 18ου αιώνα μπορεί να ήταν μια ευημερούσα και αναπτυσσόμενη κοινότητα, όπως μαρτυρεί η αρχιτεκτονική ορισμένων πόλεων στη δυτική Ευρώπη, όπου κυριαρχούν τα πέτρινα κτίρια, χτισμένα σε απλοποιημένο κλασικό ή ροκοκό ρυθμό Η ευημερία όμως αυτή προερχόταν από την ύπαιθρο
Το αγροτικό συνεπώς πρόβλημα ήταν το πιο βασικό για τον κόσμο του 1789, και είναι εύκολο
να καταλάβουμε γιατί η πρώτη σημαντική σχολή των οικονομολόγων της ηπειρωτικής Ευρώπης, οι Γάλλοι Φυσιοκράτες, θεωρούσαν αυτονόητο ότι η γη και οι πρόσοδοι της γης αποτελούσαν τη μόνη πηγή καθαρού εισοδήματος Ο πυρήνας του αγροτικού προβλήματος ήταν η σχέση ανάμεσα σε όσους καλλιεργούσαν τη γη και στους ιδιοκτήτες της, ανάμεσα
στους παραγωγούς του πλούτου της και σε όσους συσσώρευαν τον πλούτο αυτόν
Από την άποψη των σχέσεων αγροτικής ιδιοκτησίας, η Ευρώπη —ή μάλλον το οικονομικό συγκρότημα που είχε κέντρο τη δυτική Ευρώπη— μπορεί να χωριστεί σε τρία μεγάλα
i
Στα 1823-24 οι κάτοικοι των Βρυξελλών ήταν κατά μέσο όρο 3 εκατοστά ψηλότεροι από τους κατοίκους των γύρω αγροτικών κοινοτήτων, ενώ οι πολίτες της Louvain 2 εκατοστά Υπάρχουν αρκετές στρατιωτικές στατιστικές για το θέμα αυτό, αλλά όλες
είναι από τον 19ο αιώνα [Quêtelet, παρατίθεται από Manouvrier, «Sur la taille des Parisiens», Bulletin de la Société
Anthropologique de Paris, 1888, σ 171.]
Trang 16τμήματα Στα δυτικά της Ευρώπης βρίσκονταν οι υπερπόντιες αποικίες Με την καταφανή εξαίρεση του βορείου τμήματος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και κάποιων λιγότερο σημαντικών τμημάτων, όπου υπήρχε ανεξάρτητη αγροκαλλιέργεια, ο τυπικός καλλιεργητής στις αποικίες αυτές ήταν ο Ινδιάνος, που εξαναγκαζόταν να δουλεύει ως αγρεργάτης, ή, στην ουσία, δουλοπάροικος, ή ο Νέγρος, που δούλευε ως σκλάβος· σπανιότερα έβλεπε κανείς αγρότες ενοικιαστές, επίμορτους, ή κάτι παρόμοιο (Στις αποικίες των Ανατολικών Ινδιών, όπου η προσωπική επίβλεψη από τους Ευρωπαίους γαιοκτήμονες ήταν σπανιότερη, η χαρακτηριστική μορφή εξαναγκασμού που ασκούσαν οι διαχειριστές της γης ήταν η αναγκαστική παράδοση μέρους της συγκομιδής, π.χ μπαχαρικά ή καφέ στα ολλανδικά νησιά.) Με άλλα λόγια, ο τυπικός καλλιεργητής ήταν ανελεύθερος ή σε πολιτικό περιορισμό
Ο τυπικός γαιοκτήμονας ήταν ο ιδιοκτήτης του μεγάλου κτήματος φεουδαλικού, θα λέγαμε, τύπου (hacienda, finca, estancia) ή φυτείας την οποία καλλιεργούσαν δούλοι Η χαρακτηριστική οικονομία του σχεδόν φεουδαλικού αγροκτήματος ήταν πρωτόγονη και αυτάρκης, ή, πάντως, προσανατολισμένη σε καθαρά περιφερειακές ανάγκες: η ισπανική Αμερική εξήγε μεταλλεύματα τα οποία εξόρυσσαν Ινδιάνοι (στην ουσία δουλοπάροικοι), αλλά δεν εξήγε πολλά γεωργικά προϊόντα Η χαρακτηριστική οικονομία της ζώνης των φυτειών που τις καλλιεργούσαν σκλάβοι, ζώνης που το κέντρο της ήταν τα νησιά της Καραϊβικής, κατά μήκος των βόρειων ακτών των ΗΠΑ, ήταν η παραγωγή λίγων ζωτικής σημασίας εξαγωγικών προϊόντων, ζάχαρης, καπνού και καφέ σε μικρότερο βαθμό, χρωστικών ουσιών, και, μετά τη βιομηχανική επανάσταση, βαμβακιού κατά κύριο λόγο Η οικονομία αυτή αποτελούσε, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής και, μέσω του δουλεμπορίου, της αφρικανικής οικονομίας Κατά βάση, η ιστορία της ζώνης αυτής στην περίοδο που μας απασχολεί μπορεί
να γραφεί με επίκεντρο το σχήμα: «παρακμή της ζάχαρης— ακμή του βαμβακιού»
Στα ανατολικά της δυτικής Ευρώπης, και πιο συγκεκριμένα στα ανατολικά της ζώνης κατά μήκος του ποταμού Έλβα, στα δυτικά σύνορα της σημερινής Τσεχοσλοβακίας και ύστερα νότια, ως την Τεργέστη, διαχωρίζοντας την ανατολική από τη δυτική Αυστρία, ήταν η περιοχή της αγροτικής δουλοπαροικίας Η Ιταλία στα νότια της Τοσκάνης και της Ουμβρίας, καθώς και
η νότια Ισπανία ανήκαν στην περιοχή αυτή από κοινωνική άποψη, Όχι όμως και η Σκανδιναβία (με τη μερική εξαίρεση της Δανίας και της νότιας Σουηδίας) Η εκτεταμένη αυτή
ζώνη περιλάμβανε τμήματα με αγρότες που στην πράξη ήταν ελεύθεροι: Γερμανούς αποίκους
σκορπισμένους σ' ολόκληρη την έκτασή της από τη Σλοβενία ως τον ποταμό Βόλγα, ουσιαστικά ανεξάρτητες φυλετικές ομάδες στους άγριους βράχους της ιλλυρικής ενδοχώρας, σχεδόν το ίδιο άγριους αγρότες-πολεμιστές όπως οι Πανδούροι και οι Κοζάκοι (στο χώρο που μέχρι πρόσφατα ήταν το στρατιωτικό σύνορο ανάμεσα σε χριστιανούς και Τούρκους ή Τατάρους), ελεύθερους πρωτοπόρους αποίκους που δεν τους έλεγχε ο γαιοκτήμονας και το κράτος, ή αυτούς που ζούσαν στα τεράστια δάση, όπου η μεγάλης κλίμακας καλλιέργεια ήταν
πράγμα αδύνατο Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, ο τυπικός καλλιεργητής δεν ήταν ελεύθερος,
αντίθετα μάλιστα κινδύνευε να κατακλυστεί από την πλημμύρα της δουλοπαροικίας που
βρισκόταν σε σχεδόν αδιάκοπη άνοδο από το τέλος του 15ου ή τις αρχές του 16ου αιώνα Το
ρεύμα αυτό ήταν λιγότερο εμφανές στα Βαλκάνια, που στο παρελθόν, ή ακόμη και τότε, ήταν υπό άμεση τουρκική διοίκηση Μολονότι το αρχικό αγροτικό σύστημα του τουρκικού προφεουδαλισμού (που προέβλεπε διανομή της γης σε άνισες μονάδες που η καθεμιά συντηρούσε έναν Τούρκο πολεμιστή χωρίς κληρονομικά δικαιώματα) είχε από καιρό εκφυλιστεί σ' ένα σύστημα κληρονομικών αγροκτημάτων υπό μωαμεθανούς άρχοντες, οι άρχοντες αυτοί σπάνια ασχολούνταν με τη γεωργία Απομυζούσαν, απλώς, ό,τι μπορούσαν
από την αγροτιά Αυτός είναι ο λόγος που τα Βαλκάνια, νοτίως του Δούναβη και του Σάβου,
βγήκαν από την τουρκική κυριαρχία τον 19ο και τον 20ο αιώνα ως κατεξοχήν χώρες μικροαγροτών, εξαιρετικά φτωχές είναι αλήθεια, και όχι ως χώρες με μεγάλη συγκέντρωση γης Ο Βαλκάνιος αγρότης ήταν νομικώς ανελεύθερος ως χριστιανός και de facto ανελεύθερος
ως αγρότης, τουλάχιστον για όσον καιρό υπέκειτο στον έλεγχο του γαιοκτήμονα
Trang 17Στην υπόλοιπη περιοχή, εντούτοις, ο μέσος αγρότης ήταν δουλοπάροικος και αφιέρωνε μεγάλο μέρος της εβδομάδας σε αναγκαστική εργασία στη γη του γαιοκτήμονα, ή αντίστοιχο
ως υπηρέτες, σχεδόν το 5% όλων των δούλων στη Ρωσία το 1851.4
Ο χαρακτηριστικός άρχοντας στις περιοχές όπου επικρατούσε η δουλοπαροικία ήταν, συνεπώς, ο ευγενής γαιοκτήμονας και καλλιεργητής ή εκμεταλλευτής μεγάλων αγροκτημάτων Η έκταση των αγροκτημάτων αυτών ξεπερνά κάθε φαντασία: η Μεγάλη Αικατερίνη έδωσε σαράντα ως πενήντα χιλιάδες δουλοπάροικους σε κατά καιρούς ευνοουμένους της· οι Radziwill της Πολωνίας είχαν αγροκτήματα όσο η μισή Ιρλανδία· ο Potocki ήταν ιδιοκτήτης δώδεκα εκατομμυρίων στρεμμάτων στην Ουκρανία· οι Ούγγροι Esterhazy (οι πάτρωνες του Haydn) είχαν μια εποχή περί τα είκοσι οκτώ εκατομμύρια στρέμματα Αγροκτήματα με έκταση μερικές εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα ήταν κάτι το συνηθισμένο
) Στην ενδοχώρα της Βαλτικής —την κύρια οδό εμπορικής επικοινωνίας με τη δυτική Ευρώπη— η γεωργία από δουλοπάροικους εξασφάλιζε κυρίως την παραγωγή εξαγωγικών προϊόντων για τις χώρες της Δύσης που έκαναν εισαγωγές: σιτάρι, λινάρι, καννάβι και προϊόντα δασοκομίας που χρησιμοποιούνταν κυρίως στη ναυπηγική Σε άλλες περιφέρειες η γεωργία βασιζόταν περισσότερο στην τοπική αγορά, που περιλάμβανε μία τουλάχιστον προσιτή περιοχή με αρκετά προηγμένη βιομηχανία και αστική ανάπτυξη, όπως η Σαξονία και η Βοημία και η μεγάλη πρωτεύουσα, η Βιέννη Μεγάλο μέρος της, ωστόσο, παρέμενε καθυστερημένο Το άνοιγμα της οδού της Μαύρης Θάλασσας και ο όλο και μεγαλύτερος εξαστισμός της δυτικής Ευρώπης, και κυρίως της Αγγλίας, είχε μόλις αρχίσει να επιφέρει τόνωση των εξαγωγών σιτηρών από τη ρωσική ζώνη της μαύρης γης, που επρόκειτο να παραμείνουν το βασικό προϊόν του ρωσικού εξωτερικού εμπορίου ως την εποχή της εκβιομηχάνισης της ΕΣΣΔ Η υπό δουλοπαροικία ανατολική περιοχή μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί κι αυτή ως
«εξαρτώμενη οικονομία» της δυτικής Ευρώπης για την οποία παρήγε τρόφιμα και πρώτες ύλες, οικονομία ανάλογη με των υπερπόντιων αποικιών
Οι περιοχές της Ιταλίας και της Ισπανίας όπου επικρατούσε η δουλοπαροικία εμφάνιζαν παρόμοια οικονομικά χαρακτηριστικά, μολονότι οι νομικές λεπτομέρειες του καθεστώτος των αγροτών ήταν κάπως διαφορετικές Σε γενικές γραμμές ήταν περιοχές με μεγάλα αγροκτήματα ευγενών Δεν είναι απίθανο μερικά από αυτά, στη Σικελία και την Ανδαλουσία,
να ήταν οι κατευθείαν απόγονοι των ρωμαϊκών λατιφουντίων, των οποίων οι σκλάβοι και οι coloni μεταμορφώθηκαν στους χαρακτηριστικούς ακτήμονες μεροκαματιάρηδες των περιοχών αυτών Το εισόδημα των δουκών και βαρόνων ιδιοκτητών τους εξασφαλιζόταν από την κτηνοτροφία, τη σιτοπαραγωγή (η Σικελία είναι παμπάλαιος σιτοβολώνας) και την απομύζηση της απαθλιωμένης αγροτιάς
i
i
Ογδόντα αγροκτήματα πάνω από 100.000 στρέμματα περίπου (10.000 εκτάρια) δημεύθηκαν στην Τσεχοσλοβακία μετά το 1918· μεταξύ αυτών 2.000.000 στρέμματα από τους Schönborn και άλλα τόσα από τους Schwarzenberg, 1.600.000 στρέμματα από τους
Liechtenstein, 680.000 στρέμματα από τους Kinsky [Th Haebich, Deutsche Latifundien, 1947, σ 27 κ.ε.]
Μολονότι οι εκτάσεις αυτές ήταν συχνά παραμελημένες, πρωτόγονες και ανεπικερδείς, εξασφάλιζαν ηγεμονικά εισοδήματα Όπως παρατήρησε ένας Γάλλος επισκέπτης σχετικά με τα παραμελημένα αγροκτήματα του Medina Sidonia, οι Ισπανοί
Trang 18ευγενείς μπορούσαν «να βασιλεύουν σαν το λιοντάρι των δασών, που ο βρυχηθμός του τρομάζει και απομακρύνει οτιδήποτε μπορεί να το πλησιάσει»,5 αλλά δεν τους έλειπαν τα μετρητά, ακόμη και με τα πλούσια μέτρα του Βρετανού μιλόρδου
Υπό τους μεγιστάνες υπήρχε μια τάξη ευγενών της υπαίθρου, ποικίλου μεγέθους και οικονομικών πόρων, που εκμεταλλευόταν την αγροτιά Σε μερικές χώρες η τάξη αυτή ήταν υπερβολικά μεγάλη, και συνεπώς φτωχή και δυσαρεστημένη, διακρινόμενη από την τάξη των
μη ευγενών κυρίως λόγω των πολιτικών και κοινωνικών προνομίων της αλλά και από την απροθυμία της να καταπιαστεί με ανάρμοστες για ευπατρίδες ενασχολήσεις, όπως η εργασία Στην Ουγγαρία και την Πολωνία αντιστοιχούσε στο 1/10 περίπου του συνολικού πληθυσμού, στην Ισπανία, στα τέλη του 18ου αιώνα, σε μισό εκατομμύριο περίπου —ή, το 1827, στο 10% του συνόλου των Ευρωπαίων ευγενών·6
IV
σε άλλες χώρες ήταν πολύ μικρότερη
Στην υπόλοιπη Ευρώπη η αγροτική δομή δεν διέφερε και πολύ από κοινωνική άποψη Δηλαδή, για τον αγρότη ή τον αγρεργάτη, όποιος είχε κτήματα ήταν «ευγενής» και μέλος της άρχουσας τάξης Αντιστρόφως, η ιδιότητα του ευγενούς (που παρείχε κοινωνικά και πολιτικά
προνόμια, ενώ τυπικά αποτελούσε ακόμη τον μόνο δρόμο προς τα υψηλότερα κρατικά
αξιώματα) ήταν αδιανόητη χωρίς έγγεια ιδιοκτησία Στις περισσότερες χώρες της δυτικής Ευρώπης η φεουδαλική τάξη των πραγμάτων, την οποία προϋπέθετε αυτός ο τρόπος του σκέπτεσθαι, ήταν ακόμη πολύ ζωντανή πολιτικά, μολονότι από οικονομική άποψη έφθινε ολοένα Μάλιστα, αυτή η οικονομική της παρακμή, που έκανε τα εισοδήματα των ευγενών να υπολείπονται όλο και πιο πολύ από την αύξηση των τιμών και των εξόδων, ανάγκαζε και την αριστοκρατία να εκμεταλλεύεται με όλο και μεγαλύτερη ένταση το μόνο αναφαίρετο περιουσιακό της στοιχείο, τα προνόμια της ευγενούς καταγωγής και της κοινωνικής της τάξης
Σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη ο ευγενής παραγκώνιζε τους κοινωνικά κατώτερους αντιπάλους του και τους απομάκρυνε από τα επικερδή αξιώματα του στέμματος: από τη Σουηδία, όπου το ποσοστό των αξιωματούχων κοινών θνητών έπεσε από 66% το 1719 (42%
το 1700) στο 23% το 1780,7
Από οικονομική ωστόσο άποψη, η δυτική κοινωνία ήταν πολύ διαφορετική Στα τέλη του Μεσαίωνα, ο μέσος αγρότης είχε χάσει πολλά από τα στοιχεία που συνέθεταν το καθεστώς του ως δουλοπάροικου, μολονότι συχνά διατηρούσε ακόμη πάμπολλα πικρά σημάδια νομικής εξάρτησης Το μέσο αγρόκτημα είχε πάψει από καιρό να αποτελεί μονάδα οικονομικής επιχείρησης και είχε γίνει ένα σύστημα για την είσπραξη ενοικίων και άλλων προσόδων σε χρήμα Καλλιεργητής του εδάφους ήταν συνηθέστατα ο λίγο πολύ ελεύθερος αγρότης με μεγαλύτερη ή μικρότερη ιδιοκτησία Αν ήταν ενοικιαστής της γης, πλήρωνε ενοίκιο (ή, σε ορισμένες περιοχές, ένα μέρος της συγκομιδής) στον γαιοκτήμονα Αν ήταν απόλυτος κύριος της γης του, είχε ίσως ακόμη διάφορες υποχρεώσεις προς τον τοπικό γαιοκτήμονα, υποχρεώσεις που μπορούσε ή δεν μπορούσε να τις μεταφράσει σε χρήμα (όπως η υποχρέωση να στέλνει το σιτάρι του στο μύλο του άρχοντα), καθώς και φόρους στον πρίγκιπα, τη δεκάτη στην Εκκλησία, και κάποιας μορφής υποχρεωτική εργασία Όλα αυτά τον διέκριναν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, που ήταν σχετικά απαλλαγμένα από τέτοιου είδους υποχρεώσεις Αλλά αν οι πολιτικές αυτές δεσμεύσεις εξαφανίζονταν, τότε μεγάλο μέρος της Ευρώπης θα διαμόρφωνε σύστημα μικροϊδιοκτητικής γεωργίας ελεύθερων
ως τη Γαλλία, όπου αυτή η «φεουδαλική αντίδραση» επέσπευσε
τη Γαλλική Επανάσταση (βλ Κεφάλαιο Γ') Αλλά και εκεί όπου η σχέση έγγειας ιδιοκτησίας και άρχουσας τάξης ήταν από ορισμένες απόψεις σαφώς χαλαρή —όπως στη Γαλλία, όπου ήταν σχετικά εύκολο να μπει κανείς στην τάξη των ευγενών γαιοκτημόνων, ή ακόμη περισσότερο στη Βρετανία, όπου ο τίτλος γαιοκτησίας και ευγενείας αποτελούσε την ανταμοιβή για κάθε
είδους πλούτο, με την προϋπόθεση να είναι αρκετά μεγάλος— ακόμη και εκεί η σχέση
διατηρούνταν, και μάλιστα τελευταία είχε γίνει κάπως στενότερη
Trang 19αγροτών: θα απέβαινε, δηλαδή, μια περιοχή όπου μια μειονότητα πλούσιων αγροτών θα καλλιεργούσαν τη γη για λόγους εμπορικούς, πουλώντας ένα μόνιμο πλεόνασμα της παραγωγής στην αγορά της πόλης, και μια πλειονότητα μικρών και μεσαίων καλλιεργητών που θα ζούσαν με κάποια αυτάρκεια από τα κτήματά τους, εκτός κι αν τα κτήματα αυτά ήταν τόσο μικρά ώστε να τους υποχρεώνουν να βρίσκουν μερική απασχόληση στη γεωργία ή τη βιομηχανία ως έμμισθοι εργάτες
Μόνο λίγες περιοχές είχαν προαγάγει ακόμη περισσότερο την αγροτική ανάπτυξη προς μια καθαρά καπιταλιστική γεωργία Πρώτη μεταξύ αυτών ήταν η Αγγλία Εκεί η έγγεια ιδιοκτησία ήταν εξαιρετικά συγκεντρωμένη, αλλά ο τυπικός καλλιεργητής ήταν ένας μέσου μεγέθους
ενοικιαστής-γεωργός προσανατολισμένος στο εμπόριο, ο οποίος μίσθωνε τα εργατικά χέρια
που του χρειάζονταν Ένα σημαντικό υπόστρωμα μικροϊδιοκτητών αγροτών συσκότιζε ακόμη την εικόνα αυτή Όταν όμως αυτό εξαλείφθηκε (χονδρικά μεταξύ του 1760 και του 1830), ό,τι προέκυψε δεν ήταν ένα σύστημα γεωργίας ελεύθερων αγροτών αλλά μια τάξη γεωργικών επιχειρηματιών, οι μεσαίοι ή μικροί κτηματίες, και ένα μεγάλο αγροτικό προλεταριάτο Μερικές ευρωπαϊκές περιοχές όπου οι εμπορικές επενδύσεις διοχετεύονταν κατά παράδοση στη γεωργία, όπως σε τμήματα της βόρειας Ιταλίας και στην Ολλανδία, ή όπου υπήρχαν εμπορεύσιμες μονοκαλλιέργειες, παρουσίασαν επίσης ισχυρές καπιταλιστικές τάσεις, αλλά οι περιοχές αυτές ήταν εξαίρεση Εξαίρεση επίσης αποτελούσε η Ιρλανδία, ένα άμοιρο νησί που συνδύαζε τα μειονεκτήματα των καθυστερημένων περιοχών της Ευρώπης με τα μειονεκτήματα της γειτνίασής του με την πιο προηγμένη οικονομία Μια φούχτα μεγαλοϊδιοκτήτες, παρόμοιοι με της Ανδαλουσίας ή της Σικελίας, εκμεταλλεύονταν από απόσταση μια τεράστια μάζα ενοικιαστών, επιβάλλοντας υπέρογκα χρηματικά ποσά ως ενοίκιο
Από τεχνολογική άποψη, η ευρωπαϊκή γεωργία, με εξαίρεση ορισμένες ανεπτυγμένες περιοχές, ήταν ακόμη και παραδοσιακή και εκπληκτικά αναποτελεσματική Τα προϊόντα της παρέμεναν ακόμη τα παραδοσιακά: σίκαλη, σιτάρι, κριθάρι, βρόμη, και στην ανατολική Ευρώπη φαγόπυρο, η βασική τροφή του λαού· βόδια, πρόβατα, αίγες και τα γαλακτοκομικά τους προϊόντα, χοίροι και πουλερικά, κάποιες ποσότητες οπωροκηπευτικών, κρασί, και κάποιες βιομηχανικές πρώτες ύλες, όπως μαλλί, λινάρι, καννάβι για σχοινιά, κριθάρι για την μπίρα κ.ά Η Ευρώπη εξακολουθούσε να τρέφεται με τα είδη που παρήγε η ίδια Τα προϊόντα άλλων κλιμάτων σπάνιζαν και προσέγγιζαν τα όρια της πολυτέλειας, με εξαίρεση ίσως τη ζάχαρη, το πιο σημαντικό προϊόν που εισαγόταν από τις τροπικές χώρες, η γλυκύτητα του οποίου προκάλεσε την πιο μεγάλη ανθρώπινη πικρία από κάθε άλλο Στην Αγγλία (ομολογουμένως την πιο προηγμένη χώρα) η μέση κατά κεφαλήν ετήσια κατανάλωση στα
1790 ήταν περίπου 7 κιλά Αλλά, ακόμη και στην Αγγλία, η μέση κατά κεφαλήν κατανάλωση τσαγιού τη χρονιά της Γαλλικής Επανάστασης ήταν μόλις 2 ουγγιές το μήνα
Τα νέα προϊόντα τα εισαγόμενα από την Αμερική ή από μέρη της τροπικής ζώνης είχαν σημειώσει κάποια ανάπτυξη Στη νότια Ευρώπη και τα Βαλκάνια η καλλιέργεια του αραβοσίτου ήταν ήδη αρκετά διαδεδομένη —είχε συμβάλει στο να παραμείνουν προσκολλημένοι στη γη τους αρκετοί διακινούμενοι αγρότες στα Βαλκάνια— και στη βόρεια Ιταλία το ρύζι είχε κάνει κάποια πρόοδο Καπνά καλλιεργούνταν σε διάφορες ηγεμονίες, κατά κανόνα ως κρατικό μονοπώλιο για εισοδηματικούς λόγους, μολονότι η χρήση του με τα σημερινά μέτρα ήταν αμελητέα: ο μέσος Άγγλος στα 1790 κάπνιζε, ρουφούσε ή μασούσε περίπου μία και ένα τρίτο ουγγιά το μήνα Η καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα ήταν διαδεδομένη σε τμήματα της νότιας Ευρώπης Το κυριότερο από τα νέα προϊόντα, η πατάτα, μόλις άρχιζε να διαδίδεται, εκτός ίσως από την Ιρλανδία, όπου η δυνατότητα που πρόσφερε
να τρέφει περισσότερα άτομα ανά στρέμμα σε επίπεδο απλής συντήρησης από οποιοδήποτε άλλο προϊόν την είχε ήδη κάνει το βασικό είδος καλλιέργειας Έξω από την Αγγλία και τις Κάτω Χώρες, η συστηματική καλλιέργεια βολβών και ζωοτροφών (πλην σανού) ήταν ακόμη η
Trang 20εξαίρεση, ενώ μόνο με τους ναπολεόντειους πολέμους άρχισε η μαζική παραγωγή ζαχαροτεύτλων
Ο 18ος αιώνας δεν ήταν φυσικά αιώνας γεωργικής στασιμότητας· αντίθετα, μια μακρά εποχή δημογραφικής επέκτασης, αυξανόμενου εξαστισμού, εμπορίου και βιομηχανίας, ευνοούσε αλλά και απαιτούσε γεωργική βελτίωση Στο δεύτερο μισό του αιώνα άρχισε η εκπληκτική και έκτοτε αδιάλειπτη πληθυσμιακή αύξηση που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμο: ανάμεσα στο
1755 και το 1784, π.χ., ο αγροτικός πληθυσμός της Βραβάντης (Βέλγιο) αυξήθηκε κατά 44%.8
V
Αυτό όμως που εντυπωσίαζε τους πολυάριθμους υπέρμαχους της γεωργικής βελτίωσης, οι οποίοι πολλαπλασίασαν τις εταιρείες τους, τις κυβερνητικές εκθέσεις και τα προπαγανδιστικά έντυπα από την Ισπανία ως τη Ρωσία, ήταν μάλλον το μέγεθος των εμποδίων που αντιμετώπιζε η αγροτική ανάπτυξη παρά η πρόοδος της
Ο κόσμος της γεωργίας ήταν νωθρός, εκτός ίσως από τον καπιταλιστικό του τομέα Ο κόσμος του εμπορίου, της βιομηχανίας και των σχετικών τεχνολογικών και πνευματικών δραστηριοτήτων ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση, ζωηρότητα και τάση για ανάπτυξη, ενώ οι τάξεις που αντλούσαν οφέλη από τον κόσμο αυτόν ήταν δραστήριες, αποφασιστικές και αισιόδοξες Τον σύγχρονο παρατηρητή θα εντυπωσίαζε αμέσως η ευρύτατη ανάπτυξη του εμπορίου, στενά συνδεδεμένη με την αποικιοκρατική εκμετάλλευση Ένα σύστημα θαλάσσιου εμπορίου που γρήγορα αναπτυσσόταν σε όγκο και αποδοτικότητα περικύκλωνε τη γη και απέφερε τα κέρδη του στις εμπορικές κοινότητες της βορειοατλαντικής Ευρώπης Χρησιμοποιούσαν την αποικιοκρατική δύναμη για να ληστεύουν τους κατοίκους των Ανατολικών Ινδιώνi
Ο επιχειρηματίας ή ο ιδιοκτήτης φυτειών γύριζε από τις αποικίες με πλούτη που ξεπερνούσαν
τα όνειρα της επαρχιώτικης φιλαργυρίας Ο έμπορος και ο μεγαλέμπορος ναυλωτής πλοίων που τα υπέροχα λιμάνια τους —Bordeaux, Bristol, Liverpool— χτίστηκαν ή ξαναχτίστηκαν μέσα στον αιώνα, φαίνονταν οι πραγματικοί οικονομικοί νικητές της εποχής: συγκρίνονταν μόνο με τους μεγάλους αξιωματούχους και τους κεφαλαιούχους που αντλούσαν τον πλούτο τους από την επικερδή κρατική υπηρεσία, γιατί ήταν ακόμη η εποχή που ο όρος «επικερδές αξίωμα υπό το στέμμα» είχε κυριολεκτική σημασία Πλάι τους, η μεσαία τάξη των δικηγόρων, των διαχειριστών κτημάτων, των τοπικών ποτοποιών, των εμπορευομένων που συσσώρευαν από τον γεωργικό κόσμο κάποιο μικρότερο πλούτο, ζούσαν περιορισμένη και ήσυχη ζωή Και
και να τους αποσπούν τα βασικά προϊόντα που θα εξάγονταν από εκεί
προς την Ευρώπη και την Αφρική Εκεί, τα προϊόντα αυτά και άλλα ευρωπαϊκά είδη χρησιμοποιούνταν για την αγορά δούλων για τα ταχύτατα αναπτυσσόμενα συστήματα φυτειών της Αμερικής Οι αμερικανικές φυτείες, με τη σειρά τους, έκαναν εξαγωγές ζάχαρης, βαμβακιού κ.ά σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες και με όλο και χαμηλότερο κόστος στα λιμάνια του Ατλαντικού και της Βόρειας θάλασσας, απ' όπου διοχετεύονταν ξανά προς τα ανατολικά, μαζί με τα παραδοσιακά βιομηχανικά και γεωργικά προϊόντα του ευρωπαϊκού εμπορίου Ανατολής-Δύσης: κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, αλάτι, κρασί κ.ά Από τη Βαλτική ερχόταν το σιτάρι, η ξυλεία, το λινάρι Από την ανατολική Ευρώπη ερχόταν το σιτάρι, η ξυλεία,
το λινάρι και τα λινά (επικερδής εξαγωγή προς τις τροπικές χώρες), το καννάβι και ο σίδηρος της δεύτερης αυτής ζώνης αποικιών Και ανάμεσα στις σχετικά ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης —που περιλάμβαναν, από οικονομική άποψη, τις όλο και πιο δραστήριες κοινότητες των λευκών αποίκων στις βόρειες βρετανικές αποικίες της Αμερικής (μετά το 1783, τις βόρειες ΗΠΑ)— ο ιστός του εμπορίου πύκνωνε συνεχώς
i
Μέχρις ένα βαθμό και της Άπω Ανατολής, απ' οπου έφερναν τσάι, μεταξωτά, πορσελάνες κ.α., προϊόντα για τα οποία υπήρχε αυξανόμενη ζήτηση στην Ευρώπη Αλλά η πολιτική ανεξαρτησία της Κίνας και της Ιαπωνίας περιόριζε κάπως τον πειρατικό χαρακτήρα των συναλλαγών αυτών.
Trang 21ο βιομήχανος ακόμη δεν έμοιαζε πολύ πιο ευκατάστατος από φτωχό συγγενή Γιατί, μολονότι
τα μεταλλεία και οι βιομηχανίες αναπτύσσονταν γρήγορα και παντού στην Ευρώπη, παρέμεναν βασικά υπό τον έλεγχο των εμπόρων (και στην ανατολική Ευρώπη συχνά και των φεουδαλικών γαιοκτημόνων)
Αυτό συνέβαινε διότι η κύρια μορφή της αναπτυσσόμενης βιομηχανικής παραγωγής ήταν το λεγόμενο σύστημα οικιακής βιοτεχνίας (ανάθεσης εργασίας κατά κομμάτι) Ο έμπορος αγόραζε και κατόπιν πουλούσε σε μια ευρύτερη αγορά τα προϊόντα των βιοτεχνών ή των αγροτών που συμπλήρωναν το εισόδημά τους με μη γεωργικές εργασίες Και μόνο η ανάπτυξη ενός τέτοιου εμπορίου δημιουργούσε αναπόφευκτα υποτυπώδεις συνθήκες για έναν πρώιμο βιομηχανικό καπιταλισμό Ο χειροτέχνης που πουλούσε τα είδη του δεν μπορούσε να εξελιχτεί παρά σε εργάτη αμειβόμενο κατά κομμάτι (ιδίως όταν ο έμπορος του προμήθευε την πρώτη ύλη και ίσως του νοίκιαζε τον παραγωγικό εξοπλισμό) Ο αγρότης που συγχρόνως ύφαινε στον αργαλειό ήταν δυνατόν να γίνει υφαντής που επίσης διέθετε ένα μικρό κομμάτι γης Η εξειδίκευση στις μεθόδους εργασίας και στις δραστηριότητες μπορούσε
να διασπάσει την παλιά τέχνη ή να δημιουργήσει ένα πλέγμα ημιειδικευμένων εργατών ανάμεσα στους αγρότες Οι παλιοί αρχιτεχνίτες, ή κάποιες συγκεκριμένες μορφές βιοτεχνίας,
ή κάποια ομάδα τοπικών μεσαζόντων μπορούσε να εξελιχτούν σε υπεργολάβους ή εργοδότες Αλλά αυτός που κυρίως έλεγχε τις αποκεντρωμένες αυτές μορφές παραγωγής, αυτός που συνέδεε την εργασία των απομακρυσμένων χωριών ή των φτωχομαχαλάδων με την παγκόσμια αγορά, ήταν κάποιος μεγαλέμπορος Και οι «βιομήχανοι» που είχαν αρχίσει ή άρχιζαν να εμφανίζονται μέσα από τους κόλπους των ίδιων των παραγωγών ήταν μικροεπιχειρηματίες σε σύγκριση με τον έμπορο, ακόμη και όταν δεν είχαν άμεση εξάρτηση από αυτόν Υπήρχαν λίγες εξαιρέσεις, ιδίως στη βιομηχανική Αγγλία Σιδηρουργοί ή άνθρωποι όπως ο μεγάλος κεραμέας Josiah Wedgwood ήταν διάσημοι και έχαιραν σεβασμού, και περίεργοι απ' όλη την Ευρώπη επισκέπτονταν τα εργαστήριά τους Αλλά ο μέσος βιομήχανος (η λέξη δεν είχε ακόμη επινοηθεί) ήταν ακόμη ένας απλός υπαξιωματικός στο καράβι της βιομηχανίας, και όχι ο κυβερνήτης του
Ανεξάρτητα από το γόητρο που ασκούσαν, οι εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες σημείωναν λαμπρή άνθηση Το πιο επιτυχημένο ευρωπαϊκό κράτος του 18ου αιώνα, η Βρετανία, όφειλε καθαρά τη δύναμή της στην οικονομική της πρόοδο Ως το 1780, όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που διατείνονταν ότι ασκούσαν κάποια ορθολογική πολιτική υπέθαλπαν συνεπώς την οικονομική και ιδίως τη βιομηχανική ανάπτυξη, με αποτελέσματα όμως που ποίκιλλαν πολύ από χώρα σε χώρα Οι επιστήμες, που ο ακαδημαϊσμός του 19ου αιώνα δεν τις είχε ακόμη χωρίσει σε έναν ανώτερο «καθαρό» και έναν κατώτερο
«εφαρμοσμένο» κλάδο, ήταν αφιερωμένες στην επίλυση προβλημάτων της παραγωγής: η πιο εντυπωσιακή πρόοδος της δεκαετίας του 1780 ήταν της χημείας, η οποία από παράδοση ήταν στενότερα συνδεδεμένη με την πρακτική των εργαστηρίων και τις ανάγκες της βιομηχανίας Η μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Diderot και του d'Alembert δεν ήταν απλά και μόνο απάνθισμα της προοδευτικής κοινωνικής και πολιτικής σκέψης, αλλά και της τεχνολογικής και επιστημονικής προόδου Γιατί πράγματι ο «Διαφωτισμός», η πίστη στην πρόοδο της ανθρώπινης γνώσης, τον ορθολογισμό, τον πλούτο, τον πολιτισμό και το δαμασμό της φύσης,
με την οποία ήταν βαθιά εμποτισμένος ο 18ος αιώνας, αντλούσε τη δύναμή του κυρίως από την εμφανή ανάπτυξη της παραγωγής, του εμπορίου και του οικονομικού και επιστημονικού ορθολογισμού, που πιστευόταν ότι ήταν αναπόφευκτα συνδεδεμένος και με τα δύο Και οι μεγαλύτεροι υπέρμαχοι του «Διαφωτισμού» ήταν οι πιο προοδευτικές οικονομικά τάξεις, αυτές που συνδέονταν άμεσα με τις απτές προόδους της εποχής: οι εμπορικοί κύκλοι και οι οικονομικά «φωτισμένοι» γαιοκτήμονες, οι τραπεζίτες, οι διοικητικοί υπάλληλοι με επιστημονικό νου στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, η μορφωμένη μεσαία τάξη, οι βιομήχανοι και οι επιχειρηματίες Αυτοί ήταν οι άνδρες που χαιρέτισαν τον Βενιαμίν Φραγκλίνο, τυπογράφο και δημοσιογράφο, εφευρέτη, μεσάζοντα, πολιτικό και δαιμόνιο
Trang 22επιχειρηματία, ως το σύμβολο του δραστήριου, αυτοδημιούργητου, γεμάτου ορθολογισμό πολίτη του μέλλοντος Αυτοί ήταν οι άνδρες που στην Αγγλία, όπου οι ανερχόμενες ομάδες δεν είχαν ανάγκη από υπερατλαντικούς ήρωες επαναστάτες, συγκροτούσαν τις επαρχιακές εταιρείες από τις οποίες ξεπήδησε η επιστημονική βιομηχανική και πολιτική πρόοδος Η
Σεληνιακή Εταιρεία (Lunar Society) του Birmingham περιλάμβανε στα μέλη της τον κεραμέα
Josiah Wedgwood, τον εφευρέτη της σύγχρονης ατμομηχανής James Watt και τον συνεργάτη του Matthew Boulton, τον χημικό Priestley, τον αριστοκράτη βιολόγο και πρωτεργάτη των εξελικτικών θεωριών Έρασμο Δαρβίνο (παππού του διασημότερου Κάρολου Δαρβίνου), τον μεγάλο τυπογράφο Baskerville Οι άνδρες αυτοί συνέρρεαν στις στοές των Ελευθεροτεκτόνων, όπου δεν υπολογίζονταν οι ταξικές διακρίσεις και όπου η ιδεολογία του Διαφωτισμού διαδιδόταν με ανυστερόβουλο ζήλο
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δύο μεγάλα κέντρα της ιδεολογίας του Διαφωτισμού ήταν επίσης
τα κέντρα της δυτικής επανάστασης, η Γαλλία και η Αγγλία, μολονότι στην πραγματικότητα οι ιδέες του χρησιμοποιήθηκαν διεθνώς κυρίως στη γαλλική τους διατύπωση (ακόμη και όταν δεν επρόκειτο παρά για αγγλικούς όρους που εκγαλλίστηκαν) Ένας «κοσμικός», ορθολογικός και προοδευτικός ατομισμός κυριαρχούσε στη «φωτισμένη» σκέψη Η απελευθέρωση του ατόμου από τα δεσμά που το αλυσόδεναν ήταν ο κύριος στόχος της: απελευθέρωση από την αδαή παραδοσιαρχία του Μεσαίωνα, που ακόμη έριχνε τη σκιά της πάνω στον κόσμο, από τη δεισιδαιμονία των Εκκλησιών (διακρινόμενη από τη «φυσική» ή «ορθολογική» θρησκεία), από το παράλογο που χώριζε τους ανθρώπους και τους ενέτασσε σε μια ιεραρχία με ανώτερους και κατώτερους βαθμούς, ανάλογα με την καταγωγή τους ή κάποια άλλα άσχετα κριτήρια Ελευθερία, ισότητα και (στη συνέχεια) αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων ήταν τα συνθήματά της, που με τον καιρό έγιναν τα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης Η κυριαρχία της ατομικής ελευθερίας δεν μπορούσε παρά να έχει ευεργετικές συνέπειες Μπορεί κανείς να αναζητήσει τα πιο εκπληκτικά της αποτελέσματα στην ανεμπόδιστη άσκηση των ιδιαίτερων ικανοτήτων του ατόμου μέσα σ' έναν κόσμο λογικής —μπορεί μάλιστα ήδη να διακρίνει κανείς ότι προέρχονται από εκεί Η ένθερμη πίστη του χαρακτηριστικού
«φωτισμένου» στοχαστή στην πρόοδο αντανακλούσε τα ορατά επιτεύγματα σε γνώση και τεχνική, σε πλούτο, ευημερία και πολιτισμό, που μπορούσε να τα δει γύρω του και τα απέδιδε, κάπως δικαιολογημένα, στην πρόοδο των ιδεών του Στις αρχές του αιώνα του έκαιγαν ακόμη τις μάγισσες με μεγάλη συχνότητα· στο τέλος του, οι φωτισμένες κυβερνήσεις, όπως η αυστριακή, είχαν ήδη καταργήσει όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και τη δουλεία Και
τι δεν θα μπορούσε να περιμένει κανείς μετά την εξάλειψη και των υπόλοιπων εμποδίων της προόδου, όπως τα κατεστημένα συμφέροντα της φεουδαρχίας και της Εκκλησίας!
Δεν είναι απολύτως ακριβές να ονομάσουμε το Διαφωτισμό ιδεολογία της αστικής τάξης, μολονότι πολλοί διαφωτιστές —και από πολιτική άποψη οι πιο αποτελεσματικοί— θεώρησαν
ως δεδομένο ότι η ελεύθερη κοινωνία θα ήταν μια καπιταλιστική κοινωνία.9
Είναι σωστότερο να ονομάσουμε τον «Διαφωτισμό» επαναστατική ιδεολογία, παρά την πολιτική επιφυλακτικότητα και μετριοπάθεια πολλών υπερμάχων της στην ηπειρωτική Ευρώπη, που οι πιο πολλοί — ως τη δεκαετία του 1780— πίστεψαν στη φωτισμένη απόλυτη μοναρχία Γιατί η διαφώτιση προϋπέθετε την κατάργηση της επικρατούσας κοινωνικής και πολιτικής τάξης στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης Θα ήταν παράλογο να περιμένει κανείς από τα παλαιά καθεστώτα να αυτοκαταργηθούν οικειοθελώς Αντίθετα, όπως είδαμε, σε
Στη θεωρία, ο στόχος της ήταν η απελευθέρωση όλων των ανθρώπων Κάθε προοδευτική, ορθολογική και ανθρωπιστική ιδεολογία εμπεριέχεται σιωπηρά στο Διαφωτισμό, και μάλιστα προέκυψε από αυτόν Στην πράξη, ωστόσο, οι ηγέτες της χειραφέτησης που ζητούσε ο Διαφωτισμός ήταν κυρίως τα μεσαία στρώματα της κοινωνίας, οι ανερχόμενοι ορθολογιστές που διακρίνονταν για τις ικανότητες και την αξία τους, και όχι για την ευγενή καταγωγή τους Και η κοινωνική τάξη που προέκυψε από τις δραστηριότητές τους ήταν «αστική» και καπιταλιστική
Trang 23ορισμένες περιπτώσεις αυτοενισχύονταν για να αντισταθούν στην πρόοδο των νέων κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων Και τα προπύργιά τους (εκτός από τη Βρετανία, τις Ηνωμένες Επαρχίες και κάποια άλλα μέρη, όπου είχαν ήδη ηττηθεί) ήταν οι ίδιες οι μοναρχίες, στις οποίες οι μετριοπαθείς διαφωτιστές εναπέθεταν την εμπιστοσύνη τους
VI
Με εξαίρεση τη Βρετανία, που είχε κάνει την επανάστασή της τον 17ο αιώνα, και κάποια
ήσσονος σπουδαιότητας κράτη, απόλυτοι μονάρχες βασίλευαν σε όλα τα σημαντικά κράτη
της ηπειρωτικής Ευρώπης Οι χώρες που δεν είχαν απόλυτη μοναρχία έπεσαν σε αναρχία και αφομοιώθηκαν από τους γείτονές τους, όπως η Πολωνία Κληρονομικοί «ελέω Θεού» μονάρχες ηγούνταν μιας ιεραρχίας ευγενών γαιοκτημόνων, που υποστηριζόταν από την παραδοσιακή οργάνωση και την ορθοδοξία των εκκλησιών και περιστοιχιζόταν από ένα όλο και μεγαλύτερο συνονθύλευμα θεσμών που είχαν υπέρ τους μόνο το μακρό παρελθόν τους Είναι αλήθεια ότι οι ανάγκες για κρατική συνοχή και αποτελεσματικότητα σε μια εποχή οξέος διεθνούς ανταγωνισμού είχε από καιρό υποχρεώσει τους μονάρχες να χαλιναγωγήσουν τις αναρχικές τάσεις των ευγενών τους και άλλα κατεστημένα συμφέροντα και να επανδρώσουν την κρατική μηχανή με όσο γινόταν περισσότερους μη αριστοκράτες δημόσιους υπαλλήλους Εξάλλου, στο τελευταίο μέρος του 18ου αιώνα οι ανάγκες αυτές και η καταφανής διεθνής επιτυχία της καπιταλιστικής βρετανικής ισχύος οδήγησαν τους πιο πολλούς από τους μονάρχες αυτούς (ή μάλλον τους συμβούλους τους) να επιχειρήσουν προγράμματα οικονομικού, κοινωνικού, διοικητικού και πνευματικού εκσυγχρονισμού Τον καιρό εκείνο οι ηγεμόνες υιοθετούσαν το σύνθημα του «διαφωτισμού», όπως στις μέρες μας οι κυβερνήσεις, για παρεμφερείς λόγους, υιοθετούν το σύνθημα του «προγραμματισμού» Και, όπως συμβαίνει στην εποχή μας, ορισμένοι από όσους υιοθετούσαν το σύνθημα στη θεωρία, πολύ λίγα πράγματα έκαναν στην πράξη Τους πιο πολλούς άλλωστε τους ενδιέφεραν λιγότερο τα αόριστα ιδανικά που κρύβονταν πίσω από τη «φωτισμένη» (ή την «προγραμματισμένη») κοινωνία και περισσότερο το πρακτικό πλεονέκτημα που είχε η εφαρμογή των πιο σύγχρονων μεθόδων πολλαπλασιασμού των εσόδων τους, του πλούτου και της δύναμής τους
Αντιστρόφως, οι μεσαίες και μορφωμένες τάξεις, καθώς και αυτές που ενδιαφέρονταν για την πρόοδο, πρόσβλεπαν συχνά στην ισχυρή κεντρική μηχανή μιας «φωτισμένης» μοναρχίας για
να υλοποιήσουν τις ελπίδες τους Ο ηγεμόνας χρειαζόταν μια μεσαία τάξη και τις ιδέες της για
να εκσυγχρονίσει το κράτος του· μια ανίσχυρη μεσαία τάξη χρειαζόταν έναν ηγεμόνα για να κάμψει την αντίσταση που τα κατεστημένα συμφέροντα της αριστοκρατίας και του κλήρου πρόβαλλαν στην πρόοδο
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η απόλυτη μοναρχία, όσο κι αν ήταν εκσυγχρονισμένη και νεωτεριστική, δεν μπόρεσε —αλλά ούτε και φάνηκε ιδιαίτερα πρόθυμη— να αποδεσμευτεί από την ιεραρχία των ευγενών γαιοκτημόνων, στην οποία άλλωστε ανήκε, της οποίας τις αξίες συμβόλιζε και ενστερνιζόταν και στην υποστήριξη της οποίας βασιζόταν κατά μέγα μέρος Η απόλυτη μοναρχία, όσο κι αν θεωρητικά ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ήθελε, στην πράξη
ανήκε στον κόσμο που ο Διαφωτισμός είχε βαφτίσει féodalité (φεουδαλισμό), όρος που
αργότερα διαδόθηκε ευρύτατα από τη Γαλλική Επανάσταση Μια τέτοια μοναρχία ήταν έτοιμη να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για να ενισχύσει το κύρος της και τα φορολογικά της έσοδα στο εσωτερικό, καθώς και την ισχύ της έξω από τα σύνορα, κι αυτό μπορούσε πιθανότατα να την οδηγήσει στο να υποθάλπει τις δυνάμεις της ανερχόμενης κοινωνίας Ήταν πρόθυμη να ενισχύσει την πολιτική της δύναμη υποκινώντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων γαιοκτημόνων, των τάξεων ή των επαρχιών Οι ορίζοντές της, ωστόσο, ήταν οι ορίζοντες της ιστορίας της, του ρόλου και της τάξης της Ποτέ σχεδόν δεν θέλησε, ούτε και κατόρθωσε, να επιτύχει τον ριζικό κοινωνικό και οικονομικό μετασχηματισμό που απαιτούσε η ανάπτυξη της οικονομίας και ζητούσαν οι ανερχόμενες
Trang 24κοινωνικές ομάδες
Εμφανές παράδειγμα αποτελεί το εξής: Λίγοι μόνο στοχαστές, ακόμη και ανάμεσα στους συμβούλους των ηγεμόνων, αμφισβητούσαν σοβαρά την ανάγκη να καταργηθούν η δουλοπαροικία και τα δεσμά της φεουδαλικής εξάρτησης των αγροτών Η μεταρρύθμιση αυτή αναγνωριζόταν ως ένα από τα κύρια σημεία οποιουδήποτε «φωτισμένου» προγράμματος, και δεν υπήρξε σχεδόν κανένας ηγεμόνας, από τη Μαδρίτη ως την Πετρούπολη και από τη Νεάπολη ως τη Στοκχόλμη, που να μην αποδεχτεί ένα τέτοιο πρόγραμμα, κάποια στιγμή στο τέταρτο του αιώνα που προηγήθηκε της Γαλλικής Επανάστασης Ωστόσο, τα μόνα αποδεσμευτικά υπέρ των αγροτών μέτρα που εφαρμόστηκαν από τους κυβερνώντες πριν από το 1789 ήταν σε μικρά, όχι αντιπροσωπευτικά κράτη, όπως η Δανία και η Σαβοΐα, καθώς και στα προσωπικά κτήματα κάποιων άλλων ηγεμόνων Μια τέτοια σημαντική κίνηση αποδέσμευσης των αγροτών επιχειρήθηκε από τον Ιωσήφ Β' της Αυστρίας το 1781, αλλά απέτυχε γιατί προσέκρουσε στην πολιτική αντίσταση των εδραιωμένων συμφερόντων και στην αγροτική εξέγερση που ξεπέρασαν κατά πολύ το αναμενόμενο, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί η προσπάθεια Αυτό που πράγματι εξάλειψε τις αγροτικές φεουδαλικές σχέσεις σε ολόκληρη τη δυτική και κεντρική Ευρώπη ήταν η Γαλλική Επανάσταση, είτε άμεσα με τη δράση της, είτε με την αντίδραση που προκάλεσε και το παράδειγμά της, καθώς και η επανάσταση του 1848
Υπήρχε, συνεπώς, μια λανθάνουσα σύγκρουση —που σύντομα θα γινόταν ανοιχτή— μεταξύ των δυνάμεων της παλιάς και της νέας «αστικής» κοινωνίας, σύγκρουση που δεν μπορούσε
να διευθετηθεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων πολιτικών καθεστώτων, εκτός φυσικά αυτών που ήδη εξέφραζαν το θρίαμβο του αστισμού, όπως συνέβαινε στη Βρετανία Ό,τι έκανε περισσότερο ευπρόσβλητα τα καθεστώτα αυτά ήταν ότι υπόκεινταν σε πιέσεις από τρεις πλευρές: από τις νέες δυνάμεις, από την αδιάλλακτη, όλο και σκληρότερη αντίσταση των παλιότερων εδραιωμένων συμφερόντων, και από ξένους ανταγωνιστές
Το πιο τρωτό σημείο τους ήταν εκεί όπου συνέπιπτε η αντίδραση του παλιού και του καινούριου: στα αυτονομιστικά κινήματα των πιο απομακρυσμένων επαρχιών ή αποικιών ή εκείνων με τον χαλαρότερο έλεγχο Έτσι, στη μοναρχία των Αψβούργων, οι μεταρρυθμίσεις του Ιωσήφ Β' στη δεκαετία του 1780 προκάλεσαν αναταραχή στις αυστριακές Κάτω Χώρες (το σημερινό Βέλγιο) και ένα επαναστατικό κίνημα που το 1789 συνέπραξε φυσικά με το κίνημα των Γάλλων Συνηθέστατα, οι κοινότητες των λευκών αποίκων στις υπερπόντιες αποικίες ευρωπαϊκών κρατών αγανακτούσαν με την πολιτική της κεντρικής τους κυβέρνησης, η οποία υπέτασσε όλα τα συμφέροντα της αποικίας στα συμφέροντα της μητρόπολης Σε όλα τα τμήματα της Αμερικής, τα ισπανικά, τα γαλλικά και τα βρετανικά, καθώς επίσης και στην
Ιρλανδία, τα κινήματα αυτά των αποίκων ζητούσαν αυτονομία —χωρίς ο σκοπός τους να είναι
πάντοτε να φέρουν στην εξουσία καθεστώτα που εκπροσωπούσαν δυνάμεις πιο προοδευτικές οικονομικά απ' ό,τι η μητρόπολη Αρκετές βρετανικές αποικίες είτε κέρδισαν την αυτονομία τους ειρηνικά για κάποιο χρονικό διάστημα, όπως η Ιρλανδία, ή την κέρδισαν
με επανάσταση, όπως οι ΗΠΑ Η οικονομική πρόοδος, η ανάπτυξη των αποικιών και οι εντάσεις που προκάλεσαν οι επιχειρούμενες από τη «φωτισμένη δεσποτεία» μεταρρυθμίσεις πολλαπλασίασαν τις αφορμές για τέτοιες συγκρούσεις στις δεκαετίες του 1770 και του 1780
Η αντίδραση των επαρχιών ή των αποικιών δεν ήταν από μόνη της μοιραία Οι παλιές μοναρχίες μπορούσαν να επιβιώσουν μετά την απώλεια μιας ή δύο επαρχιών, και το κύριο θύμα του αυτονομισμού των αποικιών, η Βρετανία, δεν υπέφερε από τις αδυναμίες των παλαιών καθεστώτων, και συνεπώς παρέμεινε σταθερή και δυναμική παρά την Αμερικανική Επανάσταση Σε λιγοστές μόνο περιοχές υπήρχαν αποκλειστικά εσωτερικές συνθήκες για σημαντική μεταβίβαση της εξουσίας· η κατάσταση γινόταν εκρηκτική από τον διεθνή ανταγωνισμό
Trang 25Ο διεθνής ανταγωνισμός, δηλαδή ο πόλεμος, δοκίμαζε τις δυνατότητες του κράτους περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο Όταν δεν κατόρθωναν να περάσουν επιτυχώς τη δοκιμασία αυτή, τα κράτη κλονίζονταν, ράγιζαν ή κατέρρεαν Ένας τέτοιος σημαντικός ανταγωνισμός κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διεθνή σκηνή για το μεγαλύτερο μέρος του 18ου αιώνα και αποτέλεσε τον πυρήνα των γενικών πολέμων των ετών 1689-1713, 1740-48, 1756-63, 1776-83 και, καλύπτοντας ένα μέρος της περιόδου που μας ενδιαφέρει, 1792-1815 Πρόκειται για τη σύγκρουση Βρετανίας και Γαλλίας που ήταν επίσης, κατά μία έννοια, και η σύγκρουση ανάμεσα στα παλαιά και τα νέα καθεστώτα Διότι η Γαλλία, μολονότι προκαλούσε την εχθρότητα της Βρετανίας με τη γρήγορη ανάπτυξη του εμπορίου της και της αποικιοκρατικής της αυτοκρατορίας, ήταν επίσης η πιο ισχυρή, η πιο εξέχουσα και σημαίνουσα, με μια λέξη η κλασική αριστοκρατική απόλυτη μοναρχία Η ανωτερότητα της νέας κοινωνικής τάξης πραγμάτων απέναντι στην παλιά πουθενά δεν φάνηκε πιο καθαρά απ' ό,τι στη σύγκρουση των δύο αυτών δυνάμεων Γιατί οι Βρετανοί όχι μόνο νίκησαν σε όλους αυτούς τους πολέμους πλην ενός — ο βαθμός της οριστικής επιβολής τους ποίκιλλε κατά περίπτωση— αλλά άντεξαν και την προσπάθεια οργάνωσης, χρηματοδότησης και διεξαγωγής τους με σχετική ευκολία Το γαλλικό βασίλειο, από την άλλη μεριά, μολονότι πολύ μεγαλύτερο, πολυανθρωπότερο και δυνάμει πλουσιότερο σε παραγωγικές πηγές από τη Βρετανία, βρήκε την προσπάθεια υπερβολικά μεγάλη Μετά την ήττα του στον Επταετή Πόλεμο (1756-63), η εξέγερση των αμερικανικών αποικιών τού έδωσε την ευκαιρία να ανακτήσει το κύρος του έναντι της αντιπάλου του Βρετανίας Η Γαλλία εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία αυτή Πράγματι, στη διεθνή σύρραξη που ακολούθησε, η Βρετανία ηττήθηκε οικτρά, χάνοντας το πιο σημαντικό μέρος της αμερικανικής της αυτοκρατορίας· και νικήτρια ήταν συνεπώς η Γαλλία, η σύμμαχος των νέων ΗΠΑ Αλλά το κόστος ήταν υπερβολικό, και οι δυσχέρειες της γαλλικής κυβέρνησης την οδήγησαν αναπόφευκτα στην περίοδο εκείνη της εσωτερικής πολιτικής κρίσης από την οποία, έξι χρόνια αργότερα, ξεπήδησε η Επανάσταση
VII
Για να ολοκληρωθεί αυτή η εισαγωγική ανασκόπηση του κόσμου την παραμονή της διττής επανάστασης, δεν μένει παρά να ρίξουμε ένα βλέμμα στις σχέσεις της Ευρώπης (ή, ακριβέστερα, της βορειοδυτικής Ευρώπης) και του υπόλοιπου κόσμου Η πλήρης πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία της Ευρώπης πάνω στον κόσμο (της Ευρώπης και των υπερπόντιων προεκτάσεών της, των κοινοτήτων των λευκών αποίκων) ήταν το προϊόν της εποχής της διττής επανάστασης Στα τέλη του 18ου αιώνα μερικές μεγάλες μη ευρωπαϊκές δυνάμεις και πολιτισμοί αντιμετώπιζαν ακόμη τον λευκό έμπορο, τον ναυτικό και τον στρατιώτη με ίσους φαινομενικά όρους Η μεγάλη Κινεζική Αυτοκρατορία, στην ακμή της δύναμής της υπό τη δυναστεία των Μαντσού (Τσινγκ), δεν φοβόταν κανέναν Αντίθετα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το ρεύμα της πολιτικής επιρροής κινούνταν από την Ανατολή προς τη Δύση, και οι Ευρωπαίοι φιλόσοφοι λάβαιναν υπόψη τα μαθήματα που τους έδινε ο πολύ διαφορετικός αλλά καταφανώς μεγάλος πολιτισμός, ενώ οι καλλιτέχνες και οι τεχνίτες ενέτασσαν τα συχνά παρεξηγημένα μοτίβα της Άπω Ανατολής στα έργα τους και προσάρμοζαν τα νέα υλικά (κινέζικη πορσελάνη) στις ευρωπαϊκές χρήσεις Οι ισλαμικές χώρες, μολονότι (όπως η Τουρκία) κλονίζονταν κατά περιόδους από τις στρατιωτικές δυνάμεις των γειτονικών ευρωπαϊκών κρατών (της Αυστρίας και, κυρίως, της Ρωσίας), δεν ήταν ακόμη ούτε κατά διάνοιαν τα σαπιοκάραβα που επρόκειτο να γίνουν τον 19ο αιώνα Η Αφρική παρέμενε ουσιαστικά άτρωτη από την ευρωπαϊκή στρατιωτική διείσδυση Εκτός από μερικές περιοχές γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, οι λευκοί περιορίζονταν σε παράκτιους εμπορικούς σταθμούς
Ωστόσο, η γρήγορη, όλο και πιο εντυπωσιακή ανάπτυξη του ευρωπαϊκού εμπορίου και του καπιταλιστικού επιχειρηματικού πνεύματος υπονόμευε ήδη το κοινωνικό τους καθεστώς:
στην Αφρική με την άνευ προηγουμένου ένταση του φριχτού δουλεμπορίου, στην περιοχή
Trang 26του Ινδικού Ωκεανού με τη διείσδυση των αντίπαλων αποικιοκρατικών δυνάμεων, στην Εγγύς
και τη Μέση Ανατολή με το εμπόριο και τη στρατιωτική σύρραξη Ήδη, η άμεση ευρωπαϊκή κατάκτηση άρχισε να επεκτείνεται πολύ πέρα από την περιοχή που από καιρό είχαν καταλάβει οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι πρωτοπόροι αποικιστές τον 16ο αιώνα και οι λευκοί Βορειοαμερικανοί άποικοι τον 17ο Η αποφασιστική προώθηση έγινε από τους Βρετανούς, που είχαν ήδη αποκτήσει άμεσο εδαφικό έλεγχο σε τμήμα της Ινδίας (συγκεκριμένα τη Βεγγάλη), ανατρέποντας ουσιαστικά την αυτοκρατορία των Μογγόλων, γεγονός που επρόκειτο να τους οδηγήσει, τα χρόνια που μας απασχολούν, να γίνουν κυβερνήτες και διοικητές όλης της Ινδίας Ήδη η σχετική αδυναμία των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών μπροστά στην τεχνολογική και στρατιωτική ανωτερότητα της Δύσης ήταν αναμενόμενη Αυτό που ονομάστηκε «η εποχή του Vasco da Gama», οι τέσσερις αιώνες παγκόσμιας ιστορίας, όταν μια φούχτα ευρωπαϊκών κρατών και η ευρωπαϊκή δύναμη του καπιταλισμού κυριάρχησαν πλήρως, αν και, όπως είναι σήμερα φανερό, προσωρινά σ' ολάκερο τον κόσμο, επρόκειτο τώρα να φτάσει στην κορύφωσή του Η διττή επανάσταση θα έκανε την ευρωπαϊκή επέκταση
ακάθεκτη, μολονότι θα πρόσφερε επίσης στον μη ευρωπαϊκό κόσμο τις συνθήκες και τον
εξοπλισμό για την εν καιρώ αντεπίθεσή του
Trang 27ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Έργα σαν κι αυτά, ανεξάρτητα από τις λειτουργίες, τα αίτια και τις συνέπειές τους, έχουν απεριόριστη αξία και προσπορίζουν μεγάλη τιμή στις ικανότητες αυτού του δαιμόνιου και χρήσιμου ανθρώπου που θα καταξιώνεται, όπου πηγαίνει, γιατί θα αναγκάζει τους ανθρώπους να σκέφτονται [ ] Ελευθερώσου από αυτή την οκνηρή, νυσταλέα και ηλίθια αδιαφορία, από αυτή τη νωθρή ολιγωρία που κρατά δέσμιους τους ανθρώπους στην ίδια ακριβώς τροχιά που ακολουθούσαν οι πρόγονοί τους, δίχως διερεύνηση, δίχως σκέψη και δίχως φιλοδοξία, και να 'σαι σίγουρος ότι πράττεις σωστά Τι σειρά σκέψεων, τι πνεύμα αγωνιστικότητας, τι όγκος και δύναμη προσπάθειας έχουν ξεπηδήσει σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής από τα έργα ανδρών όπως ο Brindley, ο Watt, ο Priestley, ο Harrison, ο Arkwright [ ] Σε ποια πτυχή της κοινωνικής ζωής θα βρεθεί άνθρωπος που να μην εμψυχώνεται στις αναζητήσεις του βλέποντας την ατμομηχανή του Watt;
Απ' αυτό τον ρυπαρό οχετό πηγάζει το μεγαλύτερο ρεύμα ανθρώπινης φιλοπονίας για να γονιμοποιήσει τον κόσμο ολάκερο Απ' αυτό τον βρωμερό υπόνομο κυλά καθαρό χρυσάφι Εδώ η ανθρωπότητα φτάνει στην πιο ολοκληρωμένη και στην πιο κτηνώδη της ανάπτυξη, εδώ ο πολιτισμός κάνει τα θαύματά του και ο πολιτισμένος άνθρωπος μεταμορφώνεται σχεδόν σε άγριο
Ας αρχίσουμε με τη Βιομηχανική Επανάσταση, δηλαδή με τη Βρετανία Εκ πρώτης όψεως η αφετηρία είναι ανεξιχνίαστη, διότι ο αντίκτυπος αυτής της επανάστασης δεν έγινε αισθητός
με τρόπο εμφανή και αλάθητο —τουλάχιστον έξω από την Αγγλία— παρά αρκετά αργά στην περίοδο που μας απασχολεί: σίγουρα όχι πριν από το 1830, και πιθανόν όχι πριν από το 1840,
ή εκεί γύρω Μόνο στη δεκαετία του 1830 άρχισαν η λογοτεχνία και οι τέχνες να ασχολούνται φανερά και έντονα με αυτή την ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοινωνίας, αυτόν τον κόσμο όπου όλοι οι κοινωνικοί δεσμοί συντρίφτηκαν εκτός από τους σκληρούς χρυσούς και
χάρτινους δεσμούς του χρήματος (η φράση είναι του Carlyle) Η Ανθρώπινη Κωμωδία του
Balzac, το εξαίσιο λογοτεχνικό μνημείο αυτής της ανάπτυξης, ανήκει στη δεκαετία του 1830 Μόνο γύρω στο 1840 αρχίζει να κυλά το μεγάλο ρεύμα της επίσημης και της ανεπίσημης φιλολογίας για τις κοινωνικές επιπτώσεις της Βιομηχανικής Επανάστασης: οι σημαντικές
κυβερνητικές εκθέσεις και οι στατιστικές έρευνες στην Αγγλία, το Tableau de l'état physique et moral des ouvriers του Villermé, το Condition of the Working Class in England του Engels, η
δουλειά του Ducpetiaux στο Βέλγιο και το έργο μιας πληθώρας ανήσυχων ή αποτροπιασμένων παρατηρητών από τη Γερμανία ως την Ισπανία και τις ΗΠΑ Μόνο στη δεκαετία του 1840 το προλεταριάτο, αυτό το παιδί της Βιομηχανικής Επανάστασης, και ο κομουνισμός που συνδεόταν τώρα με τα κοινωνικά της κινήματα — το φάσμα του Κομουνιστικού Μανιφέστου— εξαπλώθηκαν στην ευρωπαϊκή ήπειρο Ακόμα και το όνομα της Βιομηχανικής Επανάστασης αντικατοπτρίζει τον σχετικά όψιμο αντίκτυπό της στην Ευρώπη Η έννοια υπήρχε στη Βρετανία πριν από τη λέξη Μόνο στη δεκαετία του 1820 Άγγλοι και Γάλλοι σοσιαλιστές —μια ομάδα που εμφανιζόταν για πρώτη φορά— επινόησαν τον όρο, προφανώς
σε αναλογία με την πολιτική επανάσταση στη Γαλλία.3
Παρ' όλα αυτά, είναι προτιμότερο να εξετάσουμε πρώτη τη Βιομηχανική Επανάσταση για δύο λόγους: αφενός γιατί πράγματι «ξέσπασε» —για να χρησιμοποιήσουμε έναν αμφισβητούμενο όρο— πριν καταληφθεί η Βαστίλλη, και αφετέρου γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να καταλάβουμε τους απρόσωπους αναβρασμούς της ιστορίας, που γέννησαν τους πιο περιφανείς άνδρες και τα πιο σημαντικά γεγονότα της περιόδου μας· δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον ανώμαλο, πολυσύνθετο χαρακτήρα του ρυθμού της
Trang 28Τι σημαίνει η φράση «η Βιομηχανική Επανάσταση ξέσπασε»; Σημαίνει ότι κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1780, και για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, λύθηκαν τα δεσμά της παραγωγικής δύναμης των ανθρώπινων κοινωνιών, που στο εξής μπόρεσαν να επιτύχουν τον συνεχή, ταχύ, και ως σήμερα απεριόριστο πολλαπλασιασμό ανθρώπων, αγαθών και υπηρεσιών Αυτό είναι σήμερα γνωστό στους οικονομολόγους ως «απογείωση για μια αυτοδύναμη ανάπτυξη» Καμία προηγούμενη κοινωνία δεν είχε κατορθώσει να ξεπεράσει τους περιορισμούς που επέβαλλαν στην παραγωγή η προβιομηχανική κοινωνική διάρθρωση,
η ατελής επιστήμη και τεχνολογία και, επομένως, οι περιοδικοί κλονισμοί, ο λιμός και ο θάνατος Η «απογείωση» δεν ήταν φυσικά ένα από τα φαινόμενα που, όπως οι σεισμοί και οι μεγάλοι μετεωρίτες, καταλαμβάνουν εξαπίνης τον μη τεχνολογικό κόσμο Η προϊστορία της στην Ευρώπη μπορεί να αναχθεί πολύ παλιά, ανάλογα με τις προτιμήσεις του ιστορικού και
τη συγκεκριμένη γκάμα των ενδιαφερόντων του, στο 1000 μ.Χ περίπου, αν όχι και παλιότερα
Οι πρωιμότερες απόπειρες για μεγάλα άλματα —στον 13ο αιώνα, στον 16ο, στις τελευταίες δεκαετίες του 17ου— αδέξιες όπως οι πειραματισμοί που κάνουν τα μικρά παπάκια, εξωραΐστηκαν και ονομάστηκαν κι αυτές «βιομηχανική επανάσταση» Από τα μέσα του 18ου αιώνα η «φόρα» που έπαιρνε η οικονομία για να απογειωθεί ήταν τόσο ευδιάκριτη που παλαιότεροι ιστορικοί είχαν την τάση να χρονολογούν τη Βιομηχανική Επανάσταση στο 1760 Αλλά η προσεκτική έρευνα οδήγησε τους πιο πολλούς ειδικούς να επιλέξουν τη δεκαετία του
1780 και όχι του 1760 ως την πιο αποφασιστική, διότι τότε ήταν, απ' όσο μπορούμε να ξέρουμε, που όλοι οι σχετικοί στατιστικοί δείκτες άρχισαν να ανεβαίνουν απότομα, σχεδόν κατακόρυφα, και να σημειώνουν την «απογείωση» Η οικονομία, θα έλεγε κανείς, βρισκόταν
εν πτήσει
Το να ονομάσουμε αυτή τη διαδικασία «Βιομηχανική Επανάσταση» είναι και λογικό και σύμφωνο με μια εδραιωμένη παράδοση, μολονότι έναν καιρό έγινε μόδα ανάμεσα στους συντηρητικούς ιστορικούς —ίσως λόγω μιας κάποιας συστολής μπροστά σε εμπρηστικές έννοιες—να αρνούνται την ύπαρξή της και να χρησιμοποιούν αντ' αυτής κοινότοπους όρους όπως «επιταχυνόμενη εξέλιξη» Αν ο απότομος ποιοτικός και ριζικός μετασχηματισμός που πραγματοποιήθηκε γύρω στη δεκαετία του 1780 δεν ήταν επανάσταση, τότε η λέξη δεν έχει καμιά λογική έννοια Η Βιομηχανική Επανάσταση δεν ήταν πράγματι ένα επεισόδιο με αρχή και τέλος Το να ρωτήσει κανείς πότε «ολοκληρώθηκε» είναι ανόητο, διότι η ουσία της ήταν ότι έκτοτε η επαναστατική αλλαγή έγινε κανόνας Άλλωστε συνεχίζεται ακόμη Το πολύ πολύ που μπορούμε να ρωτήσουμε είναι πότε οι οικονομικοί μετασχηματισμοί προχώρησαν τόσο ώστε να επιβάλουν μια ουσιαστικά βιομηχανική οικονομία, ικανή να παράγει, σε γενικές γραμμές, οτιδήποτε ήθελε στο πλαίσιο των υφιστάμενων τεχνικών μεθόδων, δηλαδή μια
«ώριμη βιομηχανική οικονομία», για να χρησιμοποιήσουμε τον τεχνικό όρο Στη Βρετανία, και συνεπώς στον κόσμο, αυτή η περίοδος της πρώτης εκβιομηχάνισης πιθανόν συμπίπτει σχεδόν ακριβώς με την περίοδο με την οποία ασχολείται το βιβλίο αυτό, διότι, αν άρχισε με την
«απογείωση» στη δεκαετία του 1780, είναι εύλογο να πούμε ότι περατώθηκε με την κατασκευή των σιδηροδρόμων και τη δημιουργία τεράστιας βαριάς βιομηχανίας στη Βρετανία, στη δεκαετία του 1840 Αλλά η Επανάσταση αυτή καθαυτή, η περίοδος της
«απογείωσης», μπορεί να τοποθετηθεί, με όση ακρίβεια επιτρέπουν τέτοιου είδους θέματα,
σε κάποια στιγμή μέσα στα είκοσι χρόνια από το 1780 ως το 1800: είναι δηλαδή σύγχρονη, αλλά κάπως προγενέστερη της Γαλλικής Επανάστασης
Σύμφωνα με όλους τους υπολογισμούς, αυτό ήταν πιθανόν το πιο σημαντικό γεγονός στην παγκόσμια ιστορία, τουλάχιστον από την εποχή που επινοήθηκαν η γεωργία και οι πόλεις Το εγκαινίασε η Βρετανία, και είναι φανερό ότι αυτό δεν ήταν συμπτωματικό Στον αγώνα δρόμου για την πρωτοπορία της Βιομηχανικής Επανάστασης στον 18ο αιώνα, μόνο ένας από τους δρομείς ξεκίνησε πράγματι Υπήρχε άφθονη βιομηχανική και εμπορική ανάπτυξη, που την υπέθαλπαν οι ευφυείς και κάθε άλλο παρά αφελείς οικονομικά υπουργοί και δημόσιοι υπάλληλοι κάθε φωτισμένης μοναρχίας στην Ευρώπη, από την Πορτογαλία ως τη Ρωσία, που
Trang 29όλοι τους ενδιαφέρονταν για την «οικονομική ανάπτυξη» τουλάχιστον όσο και οι σημερινοί επιτελείς των κυβερνήσεων Ορισμένα μικρά κράτη και περιοχές προχώρησαν πράγματι αρκετά εντυπωσιακά στην εκβιομηχάνιση, όπως π.χ η Σαξονία και το επισκοπάτο της Λιέγης, μολονότι τα βιομηχανικά τους συγκροτήματα παραήταν μικρά και τοπικά περιορισμένα για
να ασκήσουν την παγκόσμια επιρροή που άσκησαν τα βρετανικά Φαίνεται όμως καθαρά ότι, ακόμη και πριν από την επανάσταση, η Βρετανία προπορευόταν σημαντικά της κατεξοχήν ανταγωνίστριάς της Γαλλίας στην κατά κεφαλήν παραγωγή και στο εμπόριο, παρόλο που
ακόμη μπορούσε να παραβληθεί με αυτήν ως προς το σύνολο της παραγωγής και των
εμπορικών συναλλαγών
Όπου και να οφειλόταν η πρόοδος της Βρετανίας, ασφαλώς πάντως δεν οφειλόταν σε επιστημονική και τεχνολογική υπεροχή Στις φυσικές επιστήμες οι Γάλλοι ήταν σχεδόν σίγουρα πιο προχωρημένοι από τους Βρετανούς, πλεονέκτημα που το πρόβαλε σε μεγάλο βαθμό η Γαλλική Επανάσταση, τουλάχιστον στα μαθηματικά και τη φυσική, διότι ενθάρρυνε την επιστήμη στη Γαλλία, ενώ οι αντιδραστικοί την υπέβλεπαν στην Αγγλία Ακόμη και στις κοινωνικές επιστήμες οι Βρετανοί απείχαν πολύ ακόμη από εκείνο το στάδιο υπεροχής που έκανε —και διατήρησε σε μεγάλο βαθμό— την οικονομική επιστήμη κατεξοχήν αγγλοσαξονική υπόθεση· αλλά εδώ η Βιομηχανική Επανάσταση ήταν που έδωσε στην οικονομική επιστήμη την αδιαφιλονίκητη πρωτοκαθεδρία Ο οικονομολόγος της δεκαετίας του 1870 θα διάβαζε Adam Smith αλλά και —ίσως επωφελέστερα— τους Γάλλους Φυσιοκράτες και ελεγκτές των δημόσιων εσόδων Quesnay, Turgot, Dupont de Nemours, Lavoisier, και ίσως έναν δύο Ιταλούς Οι Γάλλοι είχαν να παρουσιάσουν πιο πρωτότυπες εφευρέσεις, όπως τον αργαλειό Jacquard (1804) — ένα μηχάνημα πιο σύνθετο απ' όσα επινόησαν οι Βρετανοί— και καλύτερα πλοία Οι Γερμανοί είχαν ιδρύματα τεχνικής
εκπαίδευσης, όπως την πρωσική Bergakademie, που δεν είχε το όμοιό της στη Βρετανία, και η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε αυτό το μοναδικό και εντυπωσιακό ίδρυμα, την École Polytechnique Η αγγλική παιδεία ήταν κακόγουστη φάρσα, μολονότι οι ανεπάρκειές της
αντισταθμίζονταν κάπως με τα σκυθρωπά σχολεία στα χωριά, και τα αυστηρά, πολυτάραχα δημοκρατικά πανεπιστήμια της καλβινιστικής Σκοτίας, που έστελναν στο νότο πάμπολλους ευφυείς, επιμελείς, φιλόδοξους και γεμάτους ορθολογισμό νέους άνδρες: τον James Watt, τον Thomas Telford, τον Loudon McAdam, τον James Mill Η Οξφόρδη και το Cambridge, τα μόνα αγγλικά πανεπιστήμια, ήταν πνευματικά ανύπαρκτα, όπως ανύπαρκτα ήταν και τα νυσταλέα ιδιωτικά σχολεία και τα λύκεια, με εξαίρεση τις Ακαδημίες που ίδρυσαν οι Dissenters (οι αποσχισθέντες από την αγγλικανική Εκκλησία), που είχαν αποκλειστεί από το (αγγλικανικό) εκπαιδευτικό σύστημα Ακόμη και οι αριστοκρατικές οικογένειες που ήθελαν να μορφωθεί ο γιος τους έπρεπε να βασίζονται σε δασκάλους κατ' οίκον ή στα πανεπιστήμια της Σκοτίας Δεν υπήρχε κανένα απολύτως σύστημα στοιχειώδους εκπαίδευσης πριν από τον κουάκερο Lancaster (και μετά απ' αυτόν τους αγγλικανούς ανταγωνιστές του), που καθιέρωσε ένα είδος εθελοντικής μαζικής παραγωγής στοιχειώδους παιδείας στις αρχές του 19ου αιώνα, δίνοντας έτσι την αφορμή για τις ατέρμονες δογματικές διαμάχες που ταλάνισαν την αγγλική παιδεία Οι κοινωνικές φοβίες απομάκρυναν τους φτωχούς από τη μόρφωση
Ευτυχώς, από πνευματική καλλιέργεια λίγα πράγματα ήταν απαραίτητα για να συντελεστεί η Βιομηχανική Επανάσταση.i
i
«Από τη μια μεριά είναι ευχάριστο να διαπιστώνει κανείς ότι οι Άγγλοι αντλούν μεγάλο θησαυρό για την πολιτική τους ζωή από
τη μελέτη των αρχαίων συγγραφέων, όσο κι αν γίνεται αυτό με σχολαστικό τρόπο· οι αγορητες στο κοινοβούλιο, μάλιστα, παρέθεταν συχνά τους αρχαίους συγγραφείς στους λόγους τους, πρακτική που είχε απήχηση και γινόταν ευνοϊκά δεκτή από τη Συνέλευσή τους Από την άλλη, δεν μπορεί παρά να μας εκπλήττει το γεγονός ότι, σε μια χώρα όπου κυριαρχούν οι βιομηχανικές τάσεις, και συνεπώς είναι εμφανής η ανάγκη εξοικείωσης του λαού με τις επιστήμες και τις τέχνες που προάγουν τις ενασχολήσεις αυτές, η απουσία των θεμάτων αυτών στα εκπαιδευτικά προγράμματα της νεολαίας σχεδόν περνά απαρατήρητη Είναι το ίδιο εκπληκτικό ότι, παρ' όλα αυτά, άνθρωποι που δεν έχουν εκπαιδευτεί είδικά για το επάγγελμά τους έχουν επιτύχει
τόσα πολλά» W Wachsmuth, Europäische Sittengeschichte 5, 2 (Λιψία 1839), σ 736.
Οι τεχνικές της εφευρέσεις ήταν υπερβολικά απλοϊκές, και με
Trang 30κανέναν τρόπο δεν ξεπερνούσαν τις δυνατότητες του ευφυούς τεχνίτη που πειραματιζόταν στο εργαστήρι του, ή τις κατασκευαστικές ικανότητες του μαραγκού, του μηχανικού του υφαντουργείου και του κλειδαρά: η ιπτάμενη σαΐτα στην υφαντουργία, διάφοροι τύποι κλωστικών μηχανών Ακόμη και η πιο πολύπλοκη επιστημονική μηχανή, η περιστρεφόμενη μηχανή του James Watt (1784), δεν απαιτούσε περισσότερες γνώσεις φυσικής από αυτές που
υπήρχαν ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα —η θεωρία της ατμομηχανής αυτή
καθαυτή αναπτύχθηκε εκ των υστέρων από τον Γάλλο Carnot στη δεκαετία του 1820— και μπορούσε να βασιστεί στην πρακτική χρήση ατμομηχανών που είχαν περάσει από αρκετές διαδοχικές φάσεις εξέλιξης, κυρίως στα ορυχεία Εφόσον υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες, οι τεχνικές καινοτομίες της Βιομηχανικής Επανάστασης αναπτύχθηκαν αυτοφυώς, εκτός ίσως από τον τομέα της χημικής βιομηχανίας Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι πρώτοι βιομήχανοι δεν ενδιαφέρονταν συχνά για την επιστήμη και δεν επιδίωκαν τα πρακτικά της οφέλη.4
Ο επιχειρηματίας βρισκόταν αναμφίβολα στο δρόμο της απόκτησης περισσότερου χρήματος, μια και το μεγαλύτερο μέρος του 18ου αιώνα ήταν για τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης μια περίοδος ευημερίας και ανεμπόδιστης οικονομικής ανάπτυξης· έτσι εξάλλου εξηγείται η ξένοιαστη αισιοδοξία του Δρα Παγγλώσσου του Βολταίρου Μπορεί κανείς άνετα να ισχυριστεί ότι αργά ή γρήγορα η ανάπτυξη αυτή, με τη βοήθεια ενός ήπιου πληθωρισμού, θα ωθούσε κάποια χώρα να περάσει το κατώφλι που χωρίζει την προβιομηχανική από τη
Αλλά οι κατάλληλες συνθήκες υπήρχαν εμφανώς στη Βρετανία, όπου είχε περάσει περισσότερο από ένας αιώνας από τότε που για πρώτη φορά ένας βασιλιάς είχε επίσημα δικαστεί και εκτελεστεί από το λαό του, και από τότε που το ιδιωτικό κέρδος και η οικονομική ανάπτυξη είχαν θεωρηθεί ως ύψιστοι στόχοι της κυβερνητικής πολιτικής Στην ουσία είχε ήδη εξευρεθεί η απαράμιλλη επαναστατική βρετανική λύση στο αγροτικό πρόβλημα Ήδη μια φούχτα γαιοκτήμονες, προσανατολισμένοι προς το εμπόριο, μονοπωλούσαν σχεδόν τη γη την οποία καλλιεργούσαν ενοικιαστές κτηματίες, προσλαμβάνοντας για το σκοπό αυτό ακτήμονες
ή μικροκληρούχους Υπήρχαν ακόμα αρκετά απομεινάρια της παλιάς συλλογικής οικονομίας του χωριού, τα οποία εξάλειψαν τελικά οι νόμοι περί περιφράξεων (Enclosure Acts) στα 1760-
1830, καθώς και οι ιδιωτικές συναλλαγές· ωστόσο, δεν μπορούμε πια να μιλάμε για βρετανική «αγροτιά» με τον τρόπο που μιλάμε για γαλλική, γερμανική ή ρωσική Η καλλιέργεια της γης γινόταν ήδη κατά κύριο λόγο για την αγορά· η βιομηχανία είχε από καιρό εξαπλωθεί σε μια ύπαιθρο που δεν ήταν πια φεουδαλική Η γεωργία ήταν ήδη έτοιμη να επιτελέσει τις τρεις λειτουργίες που ήταν βασικές σε εποχή εκβιομηχάνισης: να αυξήσει την παραγωγή και την παραγωγικότητα ώστε να εξασφαλιστεί η συντήρηση του μη γεωργικού πληθυσμού, που αυξανόταν ταχύτατα, να εξασφαλίσει ένα μεγάλο και αυξανόμενο πλήθος ατόμων που θα μπορούσαν να επανδρώσουν τις πόλεις και τις βιομηχανίες, και να προσφέρει ένα μηχανισμό συσσώρευσης κεφαλαίου που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στους πιο σύγχρονους τομείς της οικονομίας (Λιγότερο σημαντικές για τη Βρετανία ήταν πιθανόν οι δύο άλλες λειτουργίες: η δημιουργία αρκετά μεγάλης αγοράς στον γεωργικό πληθυσμό —που συνήθως αποτελούσε τη μεγάλη μάζα του λαού— και η δημιουργία εξαγωγικού πλεονάσματος, που συμβάλλει στην εξασφάλιση εισαγωγών κεφαλαίου.) Ήδη είχε αρχίσει να δημιουργείται ένας σημαντικός όγκος κοινωνικού πάγιου κεφαλαίου —ο πολυδάπανος γενικός εξοπλισμός που ήταν απαραίτητος για την ομαλή ανάπτυξη ολόκληρης της οικονομίας— και κυρίως στη ναυτιλία, στις λιμενικές εγκαταστάσεις και στη βελτίωση των χερσαίων και των πλωτών συγκοινωνιών Η πολιτική ήταν ήδη προσανατολισμένη στην κερδοσκοπία Οι συγκεκριμένες αξιώσεις του επιχειρηματία κάποτε έβρισκαν αντίσταση από
άλλα κατεστημένα συμφέροντα και, όπως θα δούμε, οι αγρότες επρόκειτο να υψώσουν ένα
τελευταίο εμπόδιο για να αναχαιτίσουν την πρόοδο των βιομηχάνων ανάμεσα στο 1795 και
το 1846 Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, ήταν αποδεκτό ότι το χρήμα όχι μόνο μιλούσε αλλά και κυβερνούσε Αυτό που χρειαζόταν ο βιομήχανος για να γίνει δεκτός στην ηγετική τάξη της κοινωνίας ήταν μονάχα το χρήμα
Trang 31βιομηχανική οικονομία Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό Στην πραγματικότητα, η βιομηχανική ανάπτυξη του 18ου αιώνα δεν οδήγησε ούτε αμέσως ούτε σχετικά γρήγορα σε
βιομηχανική επανάσταση, δηλαδή στη δημιουργία ενός μηχανικά εξοπλισμένου
εργοστασιακού συστήματος που να παράγει τόσο μεγάλες ποσότητες και με κόστος που να μειώνεται τόσο γρήγορα ώστε να μην εξαρτάται πλέον από την υπάρχουσα ζήτηση, αλλά να δημιουργεί τη δική του αγορά.i
Οι πρωτοπόρες βιομηχανικές επαναστάσεις συντελέστηκαν άλλωστε σε μια ειδική ιστορική συγκυρία, στο πλαίσιο της οποίας η οικονομική ανάπτυξη γεννιέται από το πλέγμα των αποφάσεων αναρίθμητων ιδιωτικών επιχειρηματιών και επενδυτών, που ο καθένας τους ακολουθεί την πρώτη εντολή της εποχής, να αγοράζει δηλαδή στη φτηνότερη αγορά και να πουλά στην ακριβότερη Πώς θα ανακάλυπταν ότι το μέγιστο κέρδος θα προερχόταν από την οργάνωση βιομηχανικής επανάστασης και όχι από πιο οικείες (και στο παρελθόν πιο επικερδείς) επιχειρηματικές δραστηριότητες; Πώς θα μάθαιναν κάτι που κανένας δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει, ότι δηλαδή η βιομηχανική επανάσταση θα προκαλούσε μια πρωτοφανή επιτάχυνση στην ανάπτυξη των αγορών τους; Δεδομένου ότι τα κύρια κοινωνικά θεμέλια μιας βιομηχανικής κοινωνίας είχαν ήδη τεθεί, όπως σχεδόν σίγουρα είχαν τεθεί στην Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα, οι επιχειρηματίες χρειάζονταν δύο πράγματα: πρώτον, μια βιομηχανία που αντάμειβε ήδη πλουσιοπάροχα τον βιομήχανο, ο οποίος μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του γρήγορα, στην ανάγκη με σχετικά φτηνές και απλές καινοτομίες,
και δεύτερον, μια παγκόσμια αγορά την οποία θα μονοπωλούσε κατά μέγα μέρος ένα μόνο
παραγωγικό έθνος
Οι οικοδομικές επιχειρήσεις π.χ., ή οι πολυάριθμες βιομηχανίες μικρής κλίμακας που παρήγαν μεταλλικά είδη οικιακής χρήσης —καρφιά, κατσαρόλες, μαχαίρια, ψαλίδια κλπ.— στα Midlands και στο Yorkshire της Βρετανίας, σημείωσαν στην περίοδο αυτή μεγάλη ανάπτυξη, αλλά πάντα στο πλαίσιο της υπάρχουσας αγοράς Το 1850, ενώ η παραγωγή τους ήταν πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι το 1750, ο τρόπος παραγωγής ήταν ουσιαστικά ο παλιός Αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν μια ανάπτυξη οποιασδήποτε μορφής αλλά ο ειδικός τύπος ανάπτυξης ο οποίος γέννησε το Manchester και όχι το Birmingham
ii
Τα παραπάνω ισχύουν από μια άποψη για όλες τις χώρες στην περίοδο που μας απασχολεί
Σε όλες τους π.χ το προβάδισμα στην οικονομική ανάπτυξη το είχαν οι κατασκευαστές ειδών μαζικής κατανάλωσης —κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων5
i
Η σύγχρονη αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί ενα καλό παράδειγμα Δεν ήταν η ζήτηση αυτοκινήτου που υπήρχε στη δεκαετία του 1890 αυτό που δημιούργησε τη βιομηχανία των σημερινών διαστάσεων: ήταν η ικανότητα παραγωγής φτηνών αυτοκινήτων που δημιούργησε τη σύγχρονη μαζική ζήτηση για τα προϊόντα αυτά.
ii
«Η αγοραστική δύναμη, ο πληθυσμός, το κατά κεφαλήν εισόδημα, τα μεταφορικά έξοδα και οι περιορισμοί στο εμπόριο αυξήθηκαν με αργό μόνο ρυθμό Αλλά η αγορά αναπτυσσόταν, και το ζωτικό ερώτημα ήταν πότε ο παραγωγός κάποιων ειδών μαζικής κατανάλωσης θα κατακτούσε αρκετά μεγάλο μέρος της αγοράς αυτής που θα επέτρεπε τη γρήγορη και συνεχή αύξηση
της παραγωγής των ειδών αυτών.» [Κ Berrill, «International Trade and the Rate of Economic Growth», Economic History Review,
XII, 1960, σ 358.]
— διότι ήδη υπήρχε η μεγάλη αγορά για τα είδη αυτά, και οι επιχειρηματίες μπορούσαν σαφώς να διακρίνουν τις δυνατότητες για την ανάπτυξή της Από μια άλλη άποψη, ωστόσο, ισχύουν μονάχα για τη Βρετανία Διότι οι πρωτοπόροι βιομήχανοι αντιμετώπιζαν και τα πιο δύσκολα προβλήματα Από τη στιγμή που η Βρετανία ξεκίνησε την εκβιομηχάνισή της μπορούσαν και οι άλλες χώρες να αποκομίσουν τα οφέλη της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης που υποκίνησε η πρωτοπόρος βιομηχανική επανάσταση Επιπλέον, η επιτυχία της Βρετανίας απέδειξε τι μπορούσε να κατορθωθεί με την επανάσταση αυτή· θα μπορούσε κανείς να μιμηθεί τη βρετανική τεχνική και να εισαγάγει τις βρετανικές ειδικές γνώσεις και το κεφάλαιο
Η σαξονική κλωστοϋφαντουργία, μια και η ίδια αδυνατούσε να καινοτομήσει, αντέγραψε τις αγγλικές επινοήσεις, κάποτε υπό την εποπτεία Άγγλων μηχανικών Άγγλοι που τους άρεσε η
Trang 32ηπειρωτική Ευρώπη, όπως οι Cockerill, εγκαταστάθηκαν στο Βέλγιο και σε διάφορα μέρη της Γερμανίας Ανάμεσα στο 1789 και το 1848 η Ευρώπη και η Αμερική κατακλύστηκαν από Βρετανούς εμπειρογνώμονες, ατμομηχανές, μηχανήματα επεξεργασίας βαμβακιού και επενδύσεις
Η Βρετανία δεν είχε τέτοια πλεονεκτήματα Διέθετε όμως μια οικονομία αρκετά ισχυρή και μια πολιτεία αρκετά επιθετική ώστε να μπορεί να κατακτά τις αγορές των ανταγωνιστών της Πράγματι, οι πόλεμοι των ετών 1793-1815, η τελευταία και αποφασιστική φάση της αγγλογαλλικής μονομαχίας ενός αιώνα, στην ουσία εξάλειψαν όλους τους ανταγωνιστές από τον μη ευρωπαϊκό κόσμο, εκτός ίσως από τις νεαρές ΗΠΑ Η Βρετανία άλλωστε διέθετε μια βιομηχανία που προσφερόταν θαυμάσια για πρωτοπόρο βιομηχανική επανάσταση με καπιταλιστικούς όρους, καθώς και μια ευνοϊκή γι' αυτό οικονομική συγκυρία: τη βαμβακοβιομηχανία και την αποικιοκρατική εξάπλωση
II
Όπως όλες οι βαμβακοβιομηχανίες, έτσι και η βρετανική αναπτύχθηκε αρχικά ως παραπροϊόν του υπερπόντιου εμπορίου, που εξασφάλιζε τις πρώτες ύλες (ή μάλλον μία από τις πρώτες
ύλες, εφόσον το αρχικό προϊόν ήταν ένα μείγμα βαμβακερού και λινού, το fustian) καθώς και
τα ινδικά βαμβακερά ή κάλικα που επικράτησαν στις αγορές, τις οποίες οι Ευρωπαίοι
βιομήχανοι θα επιχειρούσαν να κατακτήσουν με τις δικές τους απομιμήσεις Στην αρχή δεν είχαν μεγάλη επιτυχία, μολονότι μπορούσαν καλύτερα να αναπαράγουν με ανταγωνιστικούς όρους τα φτηνά και χοντροφτιαγμένα είδη απ' ό,τι τα φίνα και καλοδουλεμένα Ευτυχώς, ωστόσο, τα παλαιά και ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα του εμπορίου μάλλινων ειδών επέβαλλαν κατά καιρούς την απαγόρευση εισαγωγής ινδικών κάλικων (που τα καθαρά εμπορικά συμφέροντα της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών επεδίωκαν να εξάγονται από την Ινδία στις μεγαλύτερες δυνατές ποσότητες), και έτσι δινόταν μια ευκαιρία στα υποκατάστατα προϊόντα της εγχώριας βαμβακοβιομηχανίας Τα βαμβακερά και τα μείγματα ήταν φτηνότερα από το μαλλί, με αποτέλεσμα να κατακτήσουν μια περιορισμένη αλλά χρήσιμη εσωτερική αγορά Οι σημαντικότερες όμως ευκαιρίες για ταχεία ανάπτυξη επρόκειτο να δοθούν στο εξωτερικό
Το αποικιακό εμπόριο είχε δημιουργήσει τη βαμβακοβιομηχανία και εξακολουθούσε να τη συντηρεί Τον 18ο αιώνα αυτή αναπτύχθηκε στην ενδοχώρα των σημαντικότερων λιμανιών του αποικιακού εμπορίου, όπως το Bristol, η Γλασκόβη και κυρίως το Liverpool, το μεγάλο κέντρο του δουλεμπορίου Κάθε φάση του απάνθρωπου αλλά γρήγορα αναπτυσσομένου αυτού εμπορίου τόνωνε και τη βαμβακοβιομηχανία Στην ουσία, κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου με την οποία ασχολείται το βιβλίο αυτό, δουλεία και βαμβάκι συμπορεύονταν
Οι Αφρικανοί σκλάβοι αγοράζονταν, τουλάχιστον εν μέρει, με ινδικά βαμβακερά είδη Όταν όμως τον ανεφοδιασμό στα είδη αυτά τον διέκοπτε πόλεμος ή εξέγερση στην Ινδία, ή με αφορμή την Ινδία, τότε το Lancashire μπορούσε να παρέμβει και να αναλάβει τον εφοδιασμό
Οι φυτείες των Δυτικών Ινδιών, όπου μεταφέρονταν οι δούλοι, προμήθευαν το μεγαλύτερο μέρος του ανεπεξέργαστου βαμβακιού για τη βρετανική βιομηχανία, και σε αντάλλαγμα οι καλλιεργητές των φυτειών αγόραζαν τα βαμβακερά καρό υφάσματα του Manchester σε σημαντικές ποσότητες Ως λίγο πριν από την «απογείωση», το μεγαλύτερο μέρος της εξαγωγής βαμβακερών του Lancashire το απορροφούσαν οι αφρικανικές και αμερικανικές αγορές.6
Η βαμβακοβιομηχανία λοιπόν πήρε ώθηση χάρη στο αποικιακό εμπόριο με το οποίο ήταν
To Lancashire έμελλε αργότερα να εξοφλήσει το χρέος του προς τη δουλεία με το να
τη συντηρήσει, διότι μετά το 1790 οι καλλιεργούμενες από δούλους φυτείες των νοτίων
Ηνωμένων Πολιτειών επεκτάθηκαν και διατηρήθηκαν χάρη στις ακόρεστες και διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις των εργοστασίων επεξεργασίας βαμβακιού του Lancashire, στα οποία προμήθευαν το μεγαλύτερο μέρος του ανεπεξέργαστου βαμβακιού
Trang 33συνδεδεμένη, ένα εμπόριο που υποσχόταν όχι μόνο μεγάλη αλλά γρήγορη και προπάντων αστάθμητη ανάπτυξη, πράγμα που ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να υιοθετήσουν τις απαραίτητες για την αντιμετώπισή της επαναστατικές τεχνικές Ανάμεσα στο 1750 και το 1769
οι βρετανικές εξαγωγές βαμβακιού υπερδεκαπλασιάστηκαν Σε καταστάσεις σαν κι αυτή, τα κέρδη εκείνου που πρώτος θα έριχνε στην αγορά τα περισσότερα βαμβακερά ήταν αστρονομικά και άξιζαν με το παραπάνω τα ρίσκα που συνεπάγονταν τα τεχνολογικά άλματα
Η εξωτερική όμως αγορά, και ιδίως οι φτωχές και καθυστερημένες «υπανάπτυκτες περιοχές» στο πλαίσιο της αγοράς αυτής, όχι μόνο διευρυνόταν από καιρό σε καιρό με ταχύτατους ρυθμούς, αλλά αναπτυσσόταν διαρκώς και χωρίς εμφανές όριο Αναμφίβολα, κάθε επιμέρους τμήμα της, αν εξεταστεί μεμονωμένα και με κριτήρια βιομηχανικά, ήταν περιορισμένο, και ο ανταγωνισμός των διαφόρων «προηγμένων οικονομιών» το περιόριζε ακόμη περισσότερο Αλλά, όπως είδαμε, αν μια από τις προηγμένες οικονομίες κατόρθωνε για αρκετό διάστημα
να μονοπωλήσει ολόκληρη, ή σχεδόν ολόκληρη, την αγορά αυτή, τότε οι προοπτικές της ήταν πράγματι απεριόριστες Αυτό ακριβώς πέτυχε η βρετανική βαμβακοβιομηχανία με την επιθετική υποστήριξη της βρετανικής κυβέρνησης Από άποψη πωλήσεων, η Βιομηχανική Επανάσταση μπορεί να οριστεί, με εξαίρεση τους λίγους πρώτους χρόνους της δεκαετίας του
1780, ως ο θρίαμβος της εξαγωγικής αγοράς έναντι της εγχώριας: ως το 1814 η Βρετανία πουλούσε στο εξωτερικό περί τις τέσσερις γιάρδες βαμβακερού υφάσματος για κάθε τρεις που χρησιμοποιούσε στο εσωτερικό, ενώ το 1850 πουλούσε δεκατρείς έναντι οκτώ.7
Αυτό συνέβαινε επειδή στις περιοχές αυτές η βρετανική βιομηχανία είχε αποκτήσει μονοπώλιο με τον πόλεμο, με τις επαναστάσεις άλλων λαών και με τη δική της αυτοκρατορική εξουσία Δύο περιοχές αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή Η Λατινική Αμερική έφτασε να εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από τις βρετανικές εισαγωγές κατά τη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων, και, μετά την αποδέσμευσή της από την Ισπανία και την Πορτογαλία (βλ
Και στο πλαίσιο αυτής της αναπτυσσόμενης εξαγωγικής αγοράς θριάμβευσαν με τη σειρά τους οι ημιαποικιακές και αποικιακές αγορές, που αποτελούσαν για καιρό τις κύριες διεξόδους διάθεσης των βρετανικών αγαθών στο εξωτερικό Κατά τη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων, όταν οι ευρωπαϊκές αγορές ήταν κατά μέγα μέρος αποκομμένες λόγω του πολέμου και των αποκλεισμών, αυτό ήταν αρκετά φυσικό Ακόμη όμως και μετά τους πολέμους, οι αγορές αυτές συνέχισαν να αναπτύσσονται Το 1820 η Ευρώπη, που ήταν για άλλη μια φορά ανοιχτή στις ελεύθερες βρετανικές εισαγωγές, απορρόφησε 128 εκατομμύρια γιάρδες βρετανικών βαμβακερών· η Αμερική, εκτός των ΗΠΑ, η Αφρική και η Ασία 80 εκατομμύρια· αλλά ως το 1840 η Ευρώπη απορροφούσε 200 εκατομμύρια γιάρδες, ενώ οι «υπανάπτυκτες περιοχές» 529 εκατομμύρια
>>, >>) απέκτησε σχεδόν πλήρη οικονομική εξάρτηση από τη Βρετανία, αποκομμένη καθώς ήταν από κάθε πολιτική παρέμβαση των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της Το 1820 η αποστερημένη πόρων ήπειρος απορροφούσε ήδη περισσότερο από το 25% των βρετανικών βαμβακερών που απορροφούσε η Ευρώπη· το 1840 απορροφούσε σχεδόν το 50% Οι Ανατολικές Ινδίες υπήρξαν, όπως είδαμε, ο παραδοσιακός εξαγωγέας βαμβακερών με την προώθηση της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών Αλλά, καθώς επικρατούσαν στην Βρετανία τα βιομηχανικά συμφέροντα, τα εμπορικά συμφέροντα των Ανατολικών Ινδιών (καθώς και της Ινδίας) συμπιέζονταν έτσι ώστε η Ινδία αποβιομηχανίστηκε συστηματικά και έγινε στη συνέχεια αγορά για τα βαμβακερά του Lancashire: το 1820 η Ινδία απορρόφησε μόνο 11 εκατομμύρια γιάρδες, ενώ ήδη το 1840, 145 εκατομμύρια Το γεγονός αυτό δεν ήταν απλά και μόνο μια ικανοποιητική διεύρυνση των αγορών του Lancashire, ήταν και σημαντικό ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία, διότι ανέκαθεν οι εισαγωγές της Ευρώπης από την Ανατολή ήταν μεγαλύτερες από τις εξαγωγές της Ο λόγος ήταν ότι η Ανατολή λίγα πράγματα ζητούσε από
τη Δύση σε αντάλλαγμα των καρυκευμάτων, των μεταξωτών, των κάλικων, των κοσμημάτων κτλ που της έστελνε Τα βαμβακερά της Βιομηχανικής Επανάστασης για πρώτη φορά ανέτρεψαν αυτή τη σχέση, που ως τότε είχε κρατηθεί σε ισορροπία με ένα συνδυασμό ληστείας και εξαγωγών χρυσού Μόνο οι συντηρητικοί και αυτάρκεις Κινέζοι αρνούνταν
Trang 34ακόμη να αγοράσουν ό,τι είχε να προσφέρει η Δύση ή οι ελεγχόμενες από αυτήν οικονομίες, ωσότου, ανάμεσα στο 1815 και το 1842, οι δυτικοί έμποροι, με τη βοήθεια των δυτικών κανονιοφόρων, ανακάλυψαν ένα ιδεώδες προϊόν που μπορούσε να εξαχθεί μαζικά από την Ινδία προς την Ανατολή: το όπιο
Το βαμβάκι, συνεπώς, άνοιγε προοπτικές τόσο αστρονομικές ώστε να ωθήσει τους ιδιώτες επιχειρηματίες να συμμετάσχουν στην περιπέτεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, ενώ υποσχόταν μια τόσο γρήγορη ανάπτυξη ώστε η συμμετοχή τους να γίνεται απαραίτητη Ευτυχώς, πρόσφερε επίσης και τις άλλες συνθήκες που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη αυτή Οι νέες εφευρέσεις που έφεραν επανάσταση στην επεξεργασία του βαμβακιού —οι διάφορες κλωστικές μηχανές και, λίγο αργότερα, ο μηχανικός αργαλειός στην υφαντική— ήταν αρκετά απλές και φτηνές, και αντιστάθμιζαν αμέσως το κόστος τους με την εξασφάλιση μεγαλύτερης απόδοσης Η εγκατάστασή τους μπορούσε να γίνει και τμηματικά, εφόσον υπήρχε ανάγκη, από άτομα που ξεκινούσαν με λίγα δανεικά χρήματα, μια και αυτοί που έλεγχαν τον συσσωρευμένο πλούτο του 18ου αιώνα δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμοι να επενδύσουν μεγάλα ποσά στη βιομηχανία Η ανάπτυξη της βιομηχανίας μπορούσε να χρηματοδοτείται εύκολα από τα τρέχοντα κέρδη, διότι οι τεράστιες κατακτήσεις της στις αγορές, σε συνδυασμό με
έναν σταθερό πληθωρισμό τιμών, πρόσφεραν αφάνταστου ύψους ποσοστά κέρδους «Δεν
ήταν το πέντε τοις εκατό ή το δέκα τοις εκατό», θα έλεγε αργότερα, και θα είχε δίκιο, ένας Άγγλος πολιτικός, «αλλά εκατοντάδες τοις εκατό και χιλιάδες τοις εκατό που δημιούργησαν
τα πλούτη του Lancashire» Το 1789 ένας πρώην βοηθός υφασματέμπορου όπως ο Robert Owen μπορούσε να ξεκινήσει με 100 δανεικές στερλίνες στο Manchester· ως το 1809 είχε αγοράσει το μερίδιο των συνεταίρων του στο εργοστάσιο επεξεργασίας βαμβακιού στο New
Lanark Mills για 84.000 στερλίνες τοις μετρητοίς Και αυτό ήταν μια σχετικά συνηθισμένη
ιστορία επαγγελματικής επιτυχίας, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι γύρω στο 1800 λιγότερο από 15% των βρετανικών οικογενειών είχαν ετήσιο εισόδημα μεγαλύτερο από 50 στερλίνες, και μόνο το 1/4 των οικογενειών αυτών κέρδιζε πάνω από 200 στερλίνες το χρόνο.8
Η βαμβακοβιομηχανία όμως είχε και άλλα πλεονεκτήματα Όλη η πρώτη ύλη της προερχόταν από το εξωτερικό, και η βαμβακοπαραγωγή μπορούσε να αναπτύσσεται περισσότερο με τις αποτελεσματικές διαδικασίες που προσφέρονταν στους λευκούς στις αποικίες —δουλεία και νέες εκτάσεις για βαμβακοκαλλιέργεια— παρά με τις αργές διαδικασίες της ευρωπαϊκής γεωργίας Ο ανεφοδιασμός άλλωστε της βιομηχανίας με πρώτη ύλη δεν παρεμποδιζόταν από
τα κατεστημένα συμφέροντα των Ευρωπαίων γεωργών.i
i
Οι προμήθειες μαλλιού από το εξωτερικό, π.χ., παρέμειναν αμελητέες σ' όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας απασχολεί, και έγιναν σημαντικός παράγων στη δεκαετία του 1870.
Από τη δεκαετία του 1790 και εξής η βρετανική βαμβακοβιομηχανία προμηθευόταν την πρώτη ύλη της από τις νέες νότιες πολιτείες των ΗΠΑ και, ως το 1860, η τύχη του βρετανικού βαμβακερού παρέμεινε συνδεδεμένη με αυτή την πηγή ανεφοδιασμού Επιπλέον, στα κρίσιμα στάδια της επεξεργασίας του βαμβακιού (ιδίως στην κλώση) υπήρχε έλλειψη φτηνών και αποδοτικών εργατικών χεριών, κι αυτό προώθησε την αυτοματοποίηση Η βιομηχανία του λινού, που αρχικά είχε μάλλον καλύτερες προοπτικές αποικιακής ανάπτυξης από το βαμβάκι, υπέστη τελικά ζημιά λόγω της ευκολίας με την οποία η φτηνή, μη αυτοματοποιημένη παραγωγή μπορούσε να αναπτυχθεί στις φτωχές αγροτικές περιοχές (κυρίως στην κεντρική Ευρώπη
αλλά και στην Ιρλανδία), όπου και κατά κύριο λόγο άνθησε Διότι ο προφανής τρόπος
βιομηχανικής ανάπτυξης τον 18ο αιώνα, στη Σαξονία και τη Νορμανδία, όπως και στην Αγγλία, δεν ήταν η οικοδόμηση εργοστασίων αλλά η επέκταση του λεγόμενου «οικοτεχνικού» συστήματος, σύμφωνα με το οποίο οι εργάτες —ανεξάρτητοι άλλοτε τεχνίτες, ή γεωργοί με ελεύθερο χρόνο κατά τη διάρκεια της νεκρής εποχής— επεξεργάζονταν στο σπίτι τους, με δικά τους ή νοικιασμένα εργαλεία, την πρώτη ύλη που έπαιρναν από εμπόρους και την παρέδιδαν επεξεργασμένη πάλι στους εμπόρους αυτούς, οι οποίοι και εξελίσσονταν σε
Trang 35III
Πράγματι, τόσο στη Βρετανία όσο και στον υπόλοιπο οικονομικά προοδευτικό κόσμο, τέτοιου είδους ήταν η ανάπτυξη κατά την πρώτη περίοδο της εκβιομηχάνισης Ακόμη και στη βαμβακοβιομηχανία, διεργασίες όπως η υφαντική αναπτύχθηκαν με τη δραστηριοποίηση πλήθους υφαντών που ύφαιναν στο σπίτι σε χειροκίνητους αργαλειούς και που απορροφούσαν έτσι τα προϊόντα των μηχανοποιημένων κλωστηρίων, μια και ο πρωτόγονος αργαλειός ήταν πιο αποδοτικός από την ανέμη Παντού η υφαντική αυτοματοποιήθηκε μια γενιά μετά τον αυτοματισμό της κλώσης, και παντού, άλλωστε, οι υφαντές του χειροκίνητου αργαλειού είχαν αργό θάνατο, επαναστατώντας μερικές φορές για
τη φριχτή τους μοίρα, όταν η βιομηχανία δεν τους είχε πια ανάγκη
Η παραδοσιακή άποψη που συνδέει την ιστορία της βρετανικής βιομηχανικής επανάστασης κατά κύριο λόγο με το βαμβάκι είναι συνεπώς ορθή Η βαμβακοβιομηχανία ήταν η πρώτη που αναπτύχθηκε με επαναστατικό τρόπο, και είναι δύσκολο να βρούμε άλλη βιομηχανία που θα μπορούσε να ωθήσει σε επανάσταση ένα πλήθος μικροεπιχειρηματίες Ακόμη και στη δεκαετία του 1830 η βαμβακοβιομηχανία ήταν η μόνη στη Βρετανία όπου κυριαρχούσε το εργοστάσιο ή «mill» (το όνομα προέρχεται από τον πιο γνωστό προβιομηχανικό οίκο που χρησιμοποιούσε βαριά μηχανήματα)· αρχικά (1780-1815) κατά κύριο λόγο στην κλώση, την ξάση και σε μερικές δευτερεύουσες εργασίες, ενώ μετά το 1815 όλο και περισσότερο στην
ύφανση Τα «εργοστάσια» με τα οποία ασχολούνταν οι νέοι νόμοι περί εργοστασίων ήταν, ως
τη δεκαετία του 1860, αποκλειστικά κλωστοϋφαντουργικά και κατά κύριο λόγο εργοστάσια επεξεργασίας βαμβακιού Η εργοστασιακή παραγωγή σε άλλους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας αναπτύχθηκε με αργό ρυθμό πριν από τη δεκαετία του 1840, ενώ ήταν αμελητέα σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους Ακόμη και η ατμομηχανή, που ήδη το 1815 ήταν
σε χρήση σε πολυάριθμες άλλες βιομηχανίες, δεν χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη έκταση παρά στα μεταλλεία, όπου και για πρώτη φορά εγκαινιάστηκε Το 1830 οι όροι «βιομηχανία» και
«εργοστάσιο», με έννοια που κάπως να πλησιάζει τη σημερινή, σήμαιναν ακόμη, σχεδόν αποκλειστικά, τις περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου όπου υπήρχε βαμβακοβιομηχανία Δεν υποτιμούμε τις δυνάμεις που συνέβαλαν στη βιομηχανική καινοτομία για άλλα καταναλωτικά αγαθά, και συγκεκριμένα για άλλα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα,ii τρόφιμα και ποτά, κεραμικά και άλλα είδη νοικοκυριού, καινοτομία που πήρε μεγάλη ώθηση από τη γρήγορη ανάπτυξη των πόλεων Αφενός όμως οι βιομηχανίες άλλων ειδών απασχολούσαν πολύ λιγότερα άτομα —ούτε μία δεν πλησίαζε το ενάμισι εκατομμύριο ατόμων που απασχολούνταν άμεσα στη βαμβακοβιομηχανία ή ήταν εξαρτημένα από αυτήν το 18339 — και αφετέρου η δυνατότητά τους να προκαλέσουν μετασχηματισμό ήταν πολύ μικρότερη: η
ζυθοποιία, που από πολλές απόψεις ήταν τεχνικά και επιστημονικά πολύ πιο προηγμένος και
αυτοματοποιημένος κλάδος, ο οποίος μάλιστα υιοθέτησε επαναστατικές μεθόδους πολύ πριν από το βαμβάκι, ελάχιστα επηρέαζε την οικονομία γύρω του Το γεγονός αποδεικνύεται από
τη μεγάλη ζυθοποιία του Δουβλίνου Guinness, που άφησε τη λοιπή οικονομία του Δουβλίνου και της Ιρλανδίας (όχι όμως και τις τοπικές προτιμήσεις) σχεδόν όπως τη βρήκε πριν από τη λειτουργία των εγκαταστάσεών της.10
i
Το «οικοτεχνικό σύστημα», που αποτελεί ενδιάμεσο στάδιο βιομηχανικής ανάπτυξης ανάμεσα στην οικιακή παραγωγή ή τη χειροτεχνία και στη σύγχρονη βιομηχανία, μπορεί να προσλάβει αναρίθμητες μορφές, κάποιες από τις οποίες πλησιάζουν αρκετά στο εργοστασιακό σύστημα Όταν ένας συγγραφέας του 18ου αιώνα μιλά για «βιομηχανίες», σχεδόν πάντοτε, και σε όλες τις δυτικές χώρες, αυτό εννοεί.
ii
Σε όλες τις χώρες που διέθεταν κάποιου είδους εμπορεύσιμα βιομηχανικά προϊόντα, τα κλωστοϋφαντουργικά φαίνεται ότι
επικρατούσαν: στη Σιλεσία (1800) κάλυπταν το 74% της αξίας όλων των βιομηχανικών ειδών [Hoffmann, ό.π., σ 73.]
Και μόνο η ζήτηση που σχετιζόταν με το βαμβάκι —για μεγαλύτερη οικοδομική και άλλη δραστηριότητα στις νέες βιομηχανικές περιοχές, για μηχανήματα, για χημικές βελτιώσεις, για βιομηχανικό φωτισμό, για ναυτιλία και για πολλές
Trang 36άλλες δραστηριότητες— ευθύνεται για ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής ανάπτυξης της Βρετανίας ως τη δεκαετία του 1830 Η ανάπτυξη άλλωστε της βαμβακοβιομηχανίας ήταν τόσο σημαντική, και τόσο μεγάλη η βαρύτητά της στο εξωτερικό εμπόριο της Βρετανίας, που την έκανε να επηρεάζει την κίνηση ολόκληρης της οικονομίας Η ποσότητα του εισαγόμενου στη Βρετανία ανεπεξέργαστου βαμβακιού αυξήθηκε από 11 εκατομμύρια λίβρες το 1785 σε 588 εκατομμύρια το 1850· η παραγωγή βαμβακερών υφασμάτων αυξήθηκε από 40 εκατομμύρια γιάρδες σε 2.025 εκατομμύρια.11 Τα βαμβακερά αποτελούσαν το 40 με 50% της ετήσιας δηλωμένης αξίας όλων των βρετανικών εξαγωγών ανάμεσα στο 1816 και το 1848 Αν η βαμβακοβιομηχανία ανθούσε, ανθούσε και η οικονομία, αν κατέρρεε, κατέρρεε και η οικονομία Οι διακυμάνσεις των τιμών της καθόριζαν και την ισορροπία των εθνικών εμπορικών συναλλαγών Μόνο η γεωργία είχε μια ανάλογη δύναμη, που όμως παράκμαζε εμφανώς
Παρ' όλα αυτά, μολονότι η ανάπτυξη της βαμβακοβιομηχανίας και η κυριαρχούμενη από το βαμβάκι βιομηχανική οικονομία «ξεπερνά καθετί που θα μπορούσε να συλλάβει προηγουμένως ακόμη και η πιο ρομαντική φαντασία»,12 η πρόοδός της κάθε άλλο παρά ομαλή ήταν, και στη δεκαετία του 1830 καθώς και στις αρχές της δεκαετίας του 1840 εμφάνισε μεγάλα προβλήματα ανάπτυξης, εκτός φυσικά από την επαναστατική αναταραχή που δεν έχει το όμοιό της σε καμία άλλη περίοδο της πρόσφατης βρετανικής ιστορίας Αυτό
το πρώτο γενικό «παραπάτημα» της βιομηχανικής καπιταλιστικής οικονομίας απεικονίζεται στη σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης, ίσως ακόμη και στην πτώση του βρετανικού εθνικού εισοδήματος της περιόδου αυτής.13
Οι σοβαρότερες συνέπειες της κρίσης ήταν κοινωνικές: η μετάβαση στη νέα οικονομία προκάλεσε αθλιότητα και δυσαρέσκεια, την πρώτη ύλη της κοινωνικής επανάστασης Και η κοινωνική επανάσταση, με μορφή αυθόρμητων εξεγέρσεων των φτωχών στις πόλεις και στις βιομηχανίες, ξέσπασε πράγματι και προκάλεσε τις επαναστάσεις του 1848 στην ηπειρωτική Ευρώπη και το μεγάλο κίνημα των Χαρτιστών στη Βρετανία Αλλά η δυσαρέσκεια δεν περιορίστηκε στους φτωχούς εργαζομένους, θύματα της Βιομηχανικής Επανάστασης και των επιπτώσεών της ήταν επίσης οι μικροί και δυσπροσάρμοστοι επιχειρηματίες, οι μικροαστοί, καθώς και ορισμένοι ειδικοί τομείς της οικονομίας Οι απλοϊκοί εργάτες αντέδρασαν στο νέο σύστημα καταστρέφοντας τα μηχανήματα που θεωρούσαν υπεύθυνα για τα προβλήματά τους· αλλά ένας εκπληκτικά μεγάλος αριθμός τοπικών επιχειρηματιών και αγροκτηματιών ήταν πολύ ευνοϊκά διατεθειμένοι απέναντι στις λουδιστικές
Αλλά αυτή η πρώτη γενική καπιταλιστική κρίση δεν ήταν καθαρά βρετανικό φαινόμενο
i αυτές ενέργειες των εργατών τους, διότι και αυτοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους θύματα μιας διαβολικής μειονότητας εγωιστών νεωτεριστών Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, που κρατούσε τα εισοδήματά της σε επίπεδο απλής επιβίωσης επιτρέποντας έτσι στους πλουσίους να συσσωρεύουν τα κέρδη με τα οποία χρηματοδοτούσαν την εκβιομηχάνιση (και τις δικές τους μεγάλες ανέσεις), προκαλούσε την εχθρότητα των προλεταρίων Εντούτοις, η μετατόπιση του εθνικού εισοδήματος από τους φτωχούς στους πλουσίους, από την κατανάλωση στην επένδυση, προκαλούσε επίσης, από μια άλλη άποψη, την εχθρότητα των μικροεπιχειρηματιών Οι ντόπιοι και ξένοι μεγάλοι κεφαλαιούχοι, που αποτελούσαν μια συμπαγή κοινότητα και εισέπρατταν όσα όλοι οι άλλοι πλήρωναν σε φόρους (πρβλ το κεφάλαιο για τον Πόλεμο) —γύρω στο 8% του συνολικού εθνικού εισοδήματος14
Trang 37δυνατότητα να επιβάλουν στην οικονομία αυστηρά αντιπληθωριστικά μέτρα και νομισματική
«ορθοδοξία» μετά τους ναπολεόντειους πολέμους: αυτοί που υπέφεραν ήταν οι
«μικρομεσαίοι», που, σε όλες τις χώρες και σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα, απαιτούσαν εύκολη
πρόσβαση στις πιστώσεις και οικονομική «ανορθοδοξία».i Η εργατική τάξη και οι δυσαρεστημένοι μικροαστοί, που κινδύνευαν να πέσουν στην άβυσσο της φτώχειας, είχαν
συνεπώς τους ίδιους λόγους δυσαρέσκειας Οι λόγοι αυτοί με τη σειρά τους τους ένωναν στα
μαζικά κινήματα του «Ριζοσπαστισμού», της «Δημοκρατίας» ή του «Ρεπουμπλικανισμού», των οποίων οι πιο σθεναροί εκπρόσωποι ανάμεσα στο 1815 και το 1848 ήταν οι Βρετανοί ριζοσπάστες, οι Γάλλοι ρεπουμπλικάνοι και οι Αμερικανοί Τζακσονικοί δημοκράτες
Από την άποψη των κεφαλαιοκρατών, ωστόσο, τα κοινωνικά αυτά προβλήματα είχαν κάποια επίπτωση στην πρόοδο της οικονομίας μόνο εφόσον, από μια φριχτή κακοτυχία, επρόκειτο να ανατρέψουν την κοινωνική τάξη Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι υπήρχαν ορισμένα ενδογενή μειονεκτήματα της οικονομικής διεργασίας που απειλούσαν τη θεμελιώδη της κινητήρια δύναμη, δηλαδή το κέρδος Διότι αν ο συντελεστής απόδοσης του κεφαλαίου μηδενιζόταν, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας στο πλαίσιο της οποίας οι άνθρωποι συμμετείχαν στην παραγωγή με μόνο σκοπό το κέρδος θα έπρεπε να επιβραδυνθεί και να φτάσει στο στάσιμο εκείνο στάδιο που οι οικονομολόγοι πρόβλεπαν και φοβούνταν.15
Τα τρία πιο προφανή μειονεκτήματα ήταν ο εμπορικός κύκλος της οικονομικής άνθησης και της οικονομικής κρίσης, η πτωτική τάση του συντελεστή κέρδους και (πράγμα που οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα) η έλλειψη επικερδών επενδυτικών ευκαιριών Το πρώτο από τα μειονεκτήματα αυτά δεν θεωρούνταν σοβαρό παρά μόνο από τους επικριτές του ίδιου του καπιταλισμού, που πρώτοι το διερεύνησαν και το χαρακτήρισαν συστατικό στοιχείο της καπιταλιστικής οικονομικής διεργασίας και σύμπτωμα των ενδογενών της αντιφάσεων.ii Ήταν γνωστότατες οι περιοδικές κρίσεις της οικονομίας που οδηγούσαν σε ανεργία, κάμψη της παραγωγής, χρεοκοπίες κτλ Τον 18ο αιώνα αντικατόπτριζαν κατά κανόνα κάποια αγροτική καταστροφή (μειωμένη σοδειά κ.ά.), και στην ηπειρωτική Ευρώπη θεωρείται ότι οι αγροτικές ταραχές παρέμειναν η κύρια αιτία των πιο μεγάλων οικονομικών υφέσεων ως το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε Οικείες ήταν επίσης, τουλάχιστον στη Βρετανία από το 1793, και οι περιοδικές κρίσεις στη βιοτεχνία και στον χρηματιστηριακό τομέα της οικονομίας Μετά τους ναπολεόντειους πολέμους, το περιοδικό δράμα άνθησης και κατάρρευσης —στα 1825-26, 1836-37, 1839-42, 1846-48— κυριαρχούσε σαφώς στην οικονομική ζωή κάθε έθνους που περνούσε περίοδο ειρήνης Ως τη δεκαετία του 1830, την κρίσιμη αυτή δεκαετία στην ιστορική περίοδο που μας απασχολεί, αναγνώριζε κανείς γενικά κι αόριστα ότι υπήρχαν περιοδικά φαινόμενα κατά τακτά διαστήματα, τουλάχιστον στον τομέα του εμπορίου και των χρηματοδοτήσεων.16
Δεν συνέβη το ίδιο με τη μείωση του περιθωρίου κέρδους που φάνηκε τόσο καθαρά στη βαμβακοβιομηχανία Αρχικά η βιομηχανία αυτή απολάμβανε τεράστια πλεονεκτήματα Η χρήση μηχανών αύξησε ιδιαίτερα την παραγωγικότητα (δηλαδή μείωσε το κόστος ανά
Εντούτοις, τα φαινόμενα αυτά οι επιχειρηματίες τα θεωρούσαν ακόμη
ως συνέπειες συγκεκριμένων σφαλμάτων —π.χ υπερβολική επένδυση σε αμερικανικές μετοχές— ή ως συνέπεια παρακώλυσης της ομαλής λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας από εξωτερικούς παράγοντες Κανένας δεν πίστευε ότι αντικατόπτριζαν θεμελιώδεις δυσκολίες του ίδιου του συστήματος
i
Από τον μεταναπολεόντειο Ριζοσπαστισμό στη Βρετανία ως τους Λαϊκιστές στις ΗΠΑ, όλα τα κινήματα διαμαρτυρίας με συμμετοχή των μικροκτηματιών και των μικροεπιχειρηματιών χαρακτηρίζονται από την απαίτηση για οικονομική ανορθοδοξία: η ψύχωση με το μετρητό χρήμα ήταν κοινό χαρακτηριστικό όλων.
ii
Ο Ελβετός Simonde de Sismondi και ο συντηρητικός Malthus με την επαρχιώτικη νοοτροπία ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν αυτό το επιχείρημα, ακόμη και πριν από το 1825 Οι νέοι σοσιαλιστές έκαναν τη θεωρία τους για την κρίση ακρογωνιαίο λίθο της κριτικής τους κατά του καπιταλισμού.
Trang 38μονάδα παραγωγής) της εργασίας, η οποία άλλωστε πληρωνόταν εξευτελιστικά, μια και οι εργαζόμενοι ήταν κατά μέγα μέρος γυναίκες και παιδιά.i Από τους 12.000 εργάτες στις
βαμβακοβιομηχανίες της Γλασκόβης το 1833, μόνο 2.000 κέρδιζαν κατά μέσο όρο πάνω από
11 σελίνια την εβδομάδα Σε 131 εργοστάσια κατεργασίας βαμβακιού στο Manchester, το μέσο βδομαδιάτικο ήταν λιγότερο από 12 σελίνια, και μόνο σε 21 εργοστάσια ήταν υψηλότερο.17 Η οικοδόμηση εργοστασίων κόστιζε σχετικά φτηνά: το 1846 ένα πλήρες εργοστάσιο με 410 κλωστικές μηχανές μπορούσε να ξεκινήσει με 11.000 στερλίνες περίπου, συμπεριλαμβανομένου του κόστους του οικοπέδου και του κτιρίου.18 Αλλά πάνω απ' όλα, η μεγαλύτερη δαπάνη, το κόστος δηλαδή της πρώτης ύλης, είχε μειωθεί δραστικότατα με την ταχεία επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ μετά την εφεύρεση,
το 1793, της εκκοκκιστικής μηχανής από τον Eli Whitney Αν προσθέσουμε ότι οι επιχειρηματίες είχαν και το πλεονέκτημα του πληθωρισμού του κέρδους (δηλαδή της γενικής τάσης να είναι οι τιμές υψηλότερες όταν πουλούσαν το προϊόν τους παρά όταν το παρήγαν),
θα καταλάβουμε γιατί οι βιομήχανοι αισθάνονταν τόσο αισιόδοξοι
Μετά το 1815, τα πλεονεκτήματα αυτά άρχισαν να αντισταθμίζονται όλο και περισσότερο
από τη μείωση του περιθωρίου κέρδους Πρώτα πρώτα, η βιομηχανική επανάσταση και ο
ανταγωνισμός προκάλεσαν μια συνεχή και σημαντικότατη πτώση της τιμής του τελικού προϊόντος αλλά όχι και πτώση ορισμένων εξόδων παραγωγής.19 Ύστερα, μετά το 1815, η γενική ατμόσφαιρα των τιμών ήταν αντιπληθωριστική και όχι πληθωριστική, δηλαδή τα κέρδη
όχι μόνο δεν παρουσίαζαν σημαντική άνοδο αλλά μάλλον υστερούσαν κιόλας Έτσι, ενώ το
1784 η τιμή πώλησης μιας λίβρας νήματος ήταν 10 σελίνια-11 πένες, και το κόστος της πρώτης ύλης του 2 σελίνια (περιθώριο 8 σελίνια-11 πένες), το 1812 η τιμή του ήταν 2 σελίνια-
6 πένες και το κόστος της πρώτης ύλης 1 σελίνι-6 πένες (περιθώριο 1 σελίνι), ενώ το 1832 η τιμή ήταν 111/4 πένες και το κόστος της πρώτης ύλης 7 1/2 πένες, και συνεπώς το περιθώριο για άλλα έξοδα και κέρδη μόνο 4 πένες.20 Ασφαλώς η κατάσταση —που ήταν γενική σε όλη τη βρετανική, όπως εξάλλου και σε κάθε προηγμένη, βιομηχανία— δεν ήταν τόσο τραγική «Τα κέρδη είναι ακόμη αρκετά», έγραφε ο Baines, ο πρόμαχος και ιστορικός της βαμβακοβιομηχανίας, το 1835, «για να επιτρέπουν μεγάλη συσσώρευση κεφαλαίου στη βιομηχανία».21
Τα ημερομίσθια μπορούσαν να μειωθούν με άμεση περικοπή τους, με την υποκατάσταση των πιο υψηλόμισθων ειδικευμένων εργατών με φτηνότερους χειριστές μηχανημάτων, και με τον ανταγωνισμό της μηχανής Αυτό το τελευταίο μείωσε το μέσο βδομαδιάτικο του υφαντή σε χειροκίνητο αργαλειό στο Bolton από 33 σελίνια το 1795, και 14 σελίνια το 1815, σε 5 σελίνια-
6 πένες (ή, ακριβέστερα, καθαρό εισόδημα 4 σελινιών και 11/2 πένας) το 1829-34
Καθώς οι συνολικές πωλήσεις ανέβαιναν στα ύψη, αυξάνονταν και τα συνολικά κέρδη, έστω και με μειωμένο ρυθμό Αυτό που χρειαζόταν ήταν συνεχιζόμενη και ιδιαίτερα μεγάλη εξάπλωση Παρ' όλ' αυτά, φαινόταν ότι η μείωση των περιθωρίων κέρδους έπρεπε να σταματήσει, ή τουλάχιστον να αναχαιτιστεί, και αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με τον περιορισμό των δαπανών Και από όλες τις δαπάνες, αυτές που μπορούσαν ευκολότερα
Πράγματι,
οι αποδοχές των εργαζομένων μειώνονταν σταθερά στη μεταναπολεόντεια περίοδο Υπήρχε ωστόσο ένα —εκ των πραγμάτων— όριο στις περικοπές αυτές προκειμένου να μη λιμοκτονήσουν οι εργάτες, πράγμα που τελικά το έπαθαν οι 500.000 υφαντές χειροκίνητων αργαλειών Μόνο αν το κόστος ζωής μειωνόταν, μπορούσαν και οι αποδοχές να πέσουν κάτω από το όριο αυτό Οι βαμβακοβιομήχανοι συμμερίζονταν την άποψη ότι το κόστος ζωής κρατιόταν τεχνητά υψηλό από το μονοπώλιο των γαιοκτητικών συμφερόντων Η κατάσταση επιδεινωνόταν από τους υψηλούς προστατευτικούς δασμούς που το κοινοβούλιο
Trang 39γαιοκτημόνων είχε επιβάλει στη βρετανική γεωργία μετά τους πολέμους, μέσω των «Νόμων περί σιτηρών» Επιπλέον, αυτοί οι νόμοι είχαν το πρόσθετο μειονέκτημα ότι απειλούσαν την ουσιαστική ανάπτυξη των βρετανικών εξαγωγών Διότι, αν ο υπόλοιπος, ακόμα μη βιομηχανικός, κόσμος εμποδιζόταν να πουλήσει τα γεωργικά του προϊόντα, πώς θα μπορούσε
να πληρώσει για τα βιομηχανικά αγαθά που μόνο η Βρετανία μπορούσε —και έπρεπε— να παρέχει; Ο επιχειρηματικός κόσμος του Manchester έγινε συνεπώς το κέντρο μιας μαχητικής, όλο και πιο απεγνωσμένης αντίδρασης ενάντια στους γαιοκτήμονες γενικά και τους Νόμους περί σιτηρών ειδικότερα, καθώς και ο άξονας του Συνδέσμου κατά των Νόμων περί σιτηρών
το 1838-46 Αλλά οι νόμοι αυτοί δεν καταργήθηκαν παρά το 1846, ενώ η κατάργησή τους δεν οδήγησε αμέσως σε πτώση του κόστους ζωής Είναι μάλιστα αμφίβολο αν (πριν από την εποχή των σιδηροδρόμων και των ατμοπλοίων) θα μπορούσαν ακόμη και οι δωρεάν εισαγωγές τροφίμων να το μειώσουν κατά πολύ
Η βιομηχανία πιεζόταν έτσι παρά πολύ να προχωρήσει σε αυτοματισμό (δηλαδή να μειώσει τις δαπάνες με οικονομία στα εργατικά χέρια), σε ορθολογική οργάνωση και σε επέκταση της παραγωγής και των πωλήσεών της, έτσι ώστε να αντισταθμίσει τη μείωση των περιθωρίων με
τα πολλά μικρά κέρδη ανά μονάδα Η επιτυχία της είχε διακυμάνσεις Όπως είδαμε, η αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών ήταν γιγαντιαία- το ίδιο ίσχυσε, μετά το 1815, για τον αυτοματισμό των μέχρι τότε χειρωνακτικών ή μερικώς μηχανοποιημένων ενασχολήσεων, και ιδίως της υφαντικής Ο αυτοματισμός αυτός πήρε κυρίως τη μορφή γενίκευσης των μηχανημάτων που ήδη υπήρχαν, ή άλλων ελαφρά βελτιωμένων μηχανών, και όχι τη μορφή περαιτέρω τεχνολογικής επανάστασης Μολονότι η πίεση για τεχνικές καινοτομίες αυξήθηκε σημαντικά —υπήρχαν στα 1800-20 τριάντα εννιά νέες πατέντες στην κλωστοϋφαντουργία, πενήντα μία στη δεκαετία του 1820, ογδόντα έξι στη δεκαετία του 1830 και εκατόν πενήντα έξι στη δεκαετία του 184023
IV
— η βρετανική βαμβακοβιομηχανία παρουσίαζε ήδη στη δεκαετία του 1830 τεχνολογική στασιμότητα Από την άλλη μεριά, μολονότι η παραγωγή ανά εργάτη αυξήθηκε στη μεταναπολεόντεια περίοδο, δεν αυξήθηκε σε ιδιαίτερο —επαναστατικό, όπως
θα λέγαμε— βαθμό Η πραγματικά σημαντική επιτάχυνση της παραγωγής θα συνέβαινε στο δεύτερο μισό του αιώνα
Υπήρχε και ανάλογη πίεση στα επιτόκια του κεφαλαίου, που οι σύγχρονοι θεωρητικοί έτειναν
να την ταυτίζουν με το κέρδος Αλλά η εξέταση του σημείου αυτού μας οδηγεί στην επόμενη φάση της βιομηχανικής ανάπτυξης —στη δημιουργία μιας βασικής βιομηχανίας κεφαλαιουχικών αγαθών
Είναι προφανές ότι καμία βιομηχανική οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί πέρα από ένα ορισμένο σημείο πριν αποκτήσει επαρκή ικανότητα παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών Αυτός είναι ο λόγος που, ακόμη και σήμερα, ο πιο αξιόπιστος δείκτης του βιομηχανικού δυναμικού κάθε χώρας είναι η ποσότητα της παραγωγής της σε σίδηρο και χάλυβα Αλλά είναι επίσης προφανές ότι, υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς, η εξαιρετικά μεγάλη επένδυση
σε κεφάλαιο που απαιτείται για μια τέτοια ανάπτυξη δεν πρόκειται να αναληφθεί το ίδιο εύκολα όπως αναλαμβάνεται για την εκβιομηχάνιση του βαμβακιού ή άλλων καταναλωτικών αγαθών Για τα αγαθά αυτά υπάρχει ήδη μια μεγάλη αγορά, τουλάχιστον δυνάμει: και οι πιο πρωτόγονοι άνθρωποι φορούν πουκάμισα ή χρησιμοποιούν οικιακά σκεύη και τρόφιμα Το
πρόβλημα είναι απλά και μόνο πώς θα τεθεί μια αρκετά μεγάλη αγορά, αρκετά γρήγορα, στα
όρια δικαιοδοσίας, θα λέγαμε, των επιχειρηματιών Δεν υπάρχει όμως τέτοια αγορά, π.χ., για βαριά σιδηρά είδη όπως οι σιδηροδοκοί Η αγορά αυτή δημιουργείται μόνο στην πορεία μιας βιομηχανικής επανάστασης (και πάλι όχι πάντοτε), και όσοι δεσμεύουν τα χρήματά τους στις πολύ μεγάλες επενδύσεις που απαιτούν ακόμη και τα περιορισμένης έκτασης εργοστάσια επεξεργασίας σιδήρου (σε σύγκριση με τα σχετικά μεγάλα κλωστοϋφαντουργεία), πριν ακόμη
Trang 40διαφανεί στον ορίζοντα μια τέτοια αγορά, είναι πιθανότατα κερδοσκόποι, τυχοδιώκτες και ονειροπαρμένοι μάλλον παρά συνετοί επιχειρηματίες Πράγματι, στη Γαλλία, μια ομάδα τέτοιοι τυχοδιώκτες της τεχνολογίας, οι Σαινσιμονιστές (πρβλ >>, >>), έδρασαν ως κύριοι προπαγανδιστές του είδους εκείνου της εκβιομηχάνισης που απαιτούσε μεγάλες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις
Τα μειονεκτήματα αυτά ίσχυαν ιδιαίτερα για τη μεταλλουργία, κυρίως του σιδήρου Η παραγωγική της ικανότητα αυξήθηκε στη δεκαετία του 1780 χάρη σε μερικές απλές καινοτομίες, όπως η κάμινος αναδεύσεως και η ελασματοποίηση Ωστόσο η ζήτηση για μη
στρατιωτικούς σκοπούς παρέμενε σχετικά περιορισμένη, ενώ η ζήτηση για το στρατό,
μολονότι ικανοποιητικά μεγάλη λόγω μιας σειράς πολέμων μεταξύ του 1756 και του 1815, σημείωσε απότομη κάμψη μετά το Βατερλό Σίγουρα, δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να κάνει τη Βρετανία μείζονα σιδηροπαραγωγό χώρα Το 1790 ξεπέρασε τη Γαλλία στην παραγωγή μόνο κατά 40% περίπου· και το 1800 ακόμη, η παραγωγή της ήταν αρκετά μικρότερη από το μισό του συνόλου της ηπειρωτικής Ευρώπης και ανερχόταν στο πολύ μικρό, σύμφωνα με
μεταγενέστερα κριτήρια, ύψος των 250.000 τόνων Το ποσοστό άλλωστε συμμετοχής της
Βρετανίας στην παγκόσμια παραγωγή σιδήρου επρόκειτο να μειωθεί ακόμη περισσότερο στις επόμενες δεκαετίες
Ευτυχώς, τα μειονεκτήματα αυτά ίσχυαν λιγότερο για τα ορυχεία, που ήταν κυρίως ορυχεία άνθρακα Ο άνθρακας είχε το πλεονέκτημα ότι δεν ήταν απλά και μόνο η σημαντικότερη πηγή βιομηχανικής ενέργειας στον 19ο αιώνα αλλά και μια σημαντικότερη μορφή οικιακού καυσίμου, χάρη κυρίως στη σχετική έλλειψη δασών στη Βρετανία Η ανάπτυξη των πόλεων, και ιδίως του Λονδίνου, έδωσε ώθηση στη γρήγορη ανάπτυξη των ανθρακωρυχείων από τα τέλη ήδη του 16ου αιώνα Στις αρχές του 18ου αιώνα η εξόρυξη του άνθρακα αποτελούσε ουσιαστικά μια πρωτόγονη σύγχρονη βιομηχανία που χρησιμοποιούσε τις πιο πρώιμες ατμομηχανές (που είχαν επινοηθεί για παρόμοια χρήση στην εξόρυξη μη σιδηρούχων μετάλλων, κυρίως στην Κορνουάλη) Ως εκ τούτου, τα ανθρακωρυχεία δεν χρειάστηκαν και δεν γνώρισαν σημαντική τεχνολογική επανάσταση στην περίοδο που μας απασχολεί Οι καινοτομίες τους ήταν βελτιώσεις μάλλον παρά μετασχηματισμός των μεθόδων παραγωγής
Η ικανότητα παραγωγής τους όμως ήταν ήδη πολύ μεγάλη και, με τα παγκόσμια κριτήρια,
αστρονομική Το 1800 η Βρετανία παρήγαγε γύρω στα 10 εκατομμύρια τόνους άνθρακα, ή
περί το 90% της παγκόσμιας παραγωγής Η δεύτερη στη σειρά ανθρακοπαραγωγός χώρα, η Γαλλία, παρήγαγε λιγότερο από ένα εκατομμύριο τόνους
Η τεράστια αυτή βιομηχανία, μολονότι ίσως δεν αναπτυσσόταν αρκετά γρήγορα ώστε να προκαλέσει μια πραγματικά μαζική εκβιομηχάνιση σημερινού τύπου, ήταν ωστόσο αρκετά μεγάλη για να δώσει κίνητρο στη βασική εφεύρεση που έμελλε να μετασχηματίσει τις βιομηχανίες κεφαλαιουχικών αγαθών, το σιδηρόδρομο Διότι τα ορυχεία δεν χρειάζονταν απλώς ατμομηχανές μεγάλης ισχύος σε μεγάλες ποσότητες, αλλά και αποτελεσματικά μέσα μεταφοράς μεγάλων ποσοτήτων άνθρακα από το μέτωπο εξόρυξης στο φρέαρ, και ιδίως από
την είσοδο της στοάς στο σημείο φόρτωσης Οι σιδηροτροχιές για τη μεταφορά των
βαγονέτων ήταν μια προφανής λύση: δελεαστικό ήταν να σύρονται τα βαγονέτα αυτά με τη βοήθεια στάσιμων μηχανών· αν πάλι τα έσυραν κινούμενες μηχανές, η λύση δεν φαινόταν και τόσο ανεφάρμοστη Τέλος, τα έξοδα χερσαίας μεταφοράς τέτοιων ποσοτήτων ήταν τόσο μεγάλα που ήταν πιθανό οι ιδιοκτήτες ανθρακωρυχείων στα μεσόγεια να θεωρήσουν πως αυτά τα βραχυπρόθεσμα μέσα μεταφοράς θα μπορούσαν επωφελώς να χρησιμοποιηθούν και για μακροπρόθεσμες μεταφορές Η γραμμή από την ανθρακοφόρα περιοχή του Durham προς την ακτή (Stockton-Darlington, 1825) ήταν η πρώτη των σύγχρονων σιδηροδρόμων Από τεχνολογική άποψη, ο σιδηρόδρομος είναι παιδί του ορυχείου, και ιδίως του ανθρακωρυχείου της βόρειας Αγγλίας Ο George Stephenson ξεκίνησε ως μηχανοδηγός του Tyneside και, για χρόνια, όλοι σχεδόν οι οδηγοί ατμομηχανών προέρχονταν από την