1. Trang chủ
  2. » Ngoại Ngữ

anastase - leon tolstoi

425 94 0
Tài liệu đã được kiểm tra trùng lặp

Đang tải... (xem toàn văn)

Tài liệu hạn chế xem trước, để xem đầy đủ mời bạn chọn Tải xuống

THÔNG TIN TÀI LIỆU

Thông tin cơ bản

Tiêu đề Anastase
Tác giả Λέων Τολστόι
Người hướng dẫn Γεράσιμος Κυριακάτος
Trường học Trường Đại Học
Chuyên ngành Văn học
Thể loại Bài luận
Năm xuất bản N/A
Thành phố N/A
Định dạng
Số trang 425
Dung lượng 2,93 MB

Các công cụ chuyển đổi và chỉnh sửa cho tài liệu này

Nội dung

Έβλεπε με συμπόνια εκείνες τις χλομές, σκελετωμένες υπάρξεις στο κάτεργο της θείας της, πολλές από τις οποίες ήταν φυματικές, να πλένουν και να σιδερώνουν μ' ορθάνοιχτα παράθυρα χειμώνα

Trang 2

  ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ 

Trang 3

Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς; (Ματθ. ζ’, 3) 

 Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπʹ αὐτὴν. (Ιωάν. η’ 7) 

Οὐκ  ἔστι  μαθητὴς  ὑπὲρ  τὸν  διδάσκαλον  αὐτοῦ·  κατηρτισμένος  δὲ  πᾶς  ἔσται  ὡς  ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ. (Λουκ. στ’ 40) 

Trang 4

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Trang 5

ΟΣΟ  ΚΙ  αν  πάσχιζαν  μερικές  εκατοντάδες  χιλιάδες  ανθρώπινες  ψυχές,  στοιβαγμένες  σ'  εκείνο  τον στενάχωρο  τόπο,  να  τον  παραμορφώσουν,  όσο  κι  αν  τον  είχαν  βουλιάξει  στην  πέτρα  για  να  μη φυτρώνει τίποτε πάνω στη γη συνθλίβοντας και το παραμικρό χορταράκι που ξεμυτούσε, όσο κι αν έπνιγαν τον αέρα στην αιθαλομίχλη του κάρβουνου και του πετρελαίου, όσο κι αν καταστρέφανε τα δέντρα και αποδιώχνανε όλα τα ζώα και τα πουλιά, τόσο περισσότερο η άνοιξη φανέρωνε το αιώνιο μεγαλείο της, ακόμα και μέσα στην πόλη. Ο ήλιος ζέσταινε τη φύση, η χλόη ζωντανεμένη φύτρωνε και καταπρασίνιζε το χώμα, όπου είχε ακόμη απομείνει, όχι μονάχα στα παρτέρια, μα κι ανάμεσα στις  πλάκες  των  λιθόστρωτων  λεωφόρων.  Οι  σημύδες,  οι  λεύκες,  οι  αγριοκερασιές  ξετύλιγαν  τα γυαλιστερά  και  μυρωδάτα  φύλλα  τους,  στις  φλαμουριές  τα  φουσκωμένα  μπουμπούκια  βιάζονταν 

να σκάσουν, οι κουρούνες, τα σπουργίτια και τα περιστέρια ετοιμάζονταν γοργόφτερα μέσα σ' αυτό τ'  ανοιξιάτικο  γιορτάσι  για  τις  καινούργιες  τους  φωλιές  κι  οι  μύγες  κάτω  απ'  το  ζεστό  ήλιο ζουζούνιζαν νωχελικά πάνω στους τοίχους. Γιόρταζε η πλάση όλη, τα φυτά, τα πουλιά, τα έντομα, τα μικρά παιδιά. Μονάχα οι μεγάλοι συνέχιζαν απτόητοι να εξαπατούν και να βασανίζουν ο ένας τον άλλον.  Αυτό  το  ιερό  τελετουργικό  του  ανοιξιάτικου  πρωινού,  αυτή  η  ομορφιά  του  θείου  κόσμου, δώρο σ' όλα τα πλάσματα της γης που τους υποσχόταν την ειρήνη, την ομόνοια και την αγάπη, δεν άγγιζε  τις  ψυχές  τους.  Μοναδική,  ζωτική  τους  έγνοια  ήταν  τι  θα  μηχανεύονταν  οι  ίδιοι  για  να καταδυναστεύουν ο ένας τον άλλον. 

Στα  γραφεία  των  φυλακών  του  κυβερνείου  οι  αρμόδιοι  αδιαφορούσαν  τελείως  για  τις  ιερές, ζωογόνες ανοιξιάτικες χαρές και συγκινήσεις που προσφέρει ο Δημιουργός σ' όλα τα πλάσματά του. Μόνη τους έγνοια ήταν το πώς θα διεκπεραίωναν ένα πρωτοκολλημένο έγγραφο που είχε φθάσει μια μέρα πριν την προσαγωγή σε δίκη τριών υποδίκων ‐δύο γυναικών και ενός άνδρα‐ την επομένη, 

28  Απριλίου,  στις  9  το  πρωί.  Όμως  επειδή  η  μία  από  τις  δύο  γυναίκες  αντιμετώπιζε  βαρύτατες κατηγορίες, έπρεπε να προσαχθεί χωριστά. 

Στο  σκοτεινό  και  βρόμικο  διάδρομο  της  γυναικείας  αχτίνας,  στις  8  κιόλας  το  πρωί,  έκανε  την εμφάνισή  του  ο  αρχιδεσμοφύλακας.  Πίσω  του  ακολουθούσε  μια  γυναίκα  με  βασανισμένο πρόσωπο, άσπρα σγουρά μαλλιά, φορώντας ολόσωμη ζακέτα με σειρήτια στα μανίκια και στη μέση της μια ζώνη με θαλασσιά μπορντούρα. Ήταν δεσμοφύλακας. 

‐Την Μάσλοβα θέλετε; ρώτησε πλησιάζοντας μαζί με τον αρχιδεσμοφύλακα την πόρτα ενός κελλιού που έβλεπε στο διάδρομο. 

Ο  αρχιδεσμοφύλακας  ξεκλείδωσε  την  σιδηρόφραχτη  πόρτα,  ο  βαρύς  γδούπος  της  δόνησε  τον διάδρομο και στο διάπλατο άνοιγμά της μια ακόμα πιο αβάσταχτη μπόχα ξεχύθηκε στο διάδρομο. 

‐Μάσλοβα, ετοιμάσου για τη δίκη, φώναξε με τραχιά φωνή και τραβώντας την πόρτα κοντοστάθηκε έξω απ' το κελί. 

Ο αέρας της πόλης στο προαύλιο της φυλακής ήταν ακόμα γεμάτος από τις φρέσκιες και ζωογόνες μυρωδιές  των  αγρών.  Στο  διάδρομο  όμως  της  γυναικείας  αχτίνας  ο  αέρας  ήταν  αποπνιχτικός, μολυσμένος, ανακατεμένος με δυσωδίες κοπράνων, πίσσας και σαπίλας και σκορπούσε θλίψη και συντριβή  σ'  όποιον  έμπαινε  εκεί  μέσα.  Η  γριά  δεσμοφύλακας,  εκείνο  το  πρωί,  ερχόταν  από  το προαύλιο των φυλακών, και παρ' όλο που ήταν συνηθισμένη σ' αυτή την μπόχα, μπροστά στο κελί λίγο έλειψε να σωριαστεί λιπόθυμη. 

Στο κελί ακούστηκαν θόρυβοι ανακατεμένοι με γυναικείες φωνές και πατημασιές από γυμνά πόδια. 

‐Κουνήσου Μάσλοβα, μη χαζεύεις! ούρλιαξε ο αρχιδεσμοφύλακας στην πόρτα. 

Trang 6

Δυο λεπτά αργότερα μια νεαρή γυναίκα μετρίου αναστήματος, με πολύ πλούσιο στήθος, φορώντας άσπρη  μπλούζα  και  φούστα  και  από  πάνω  μια  γκρίζα  μακριά  ρόμπα,  χοντροφτιαγμένες  πάνινες κάλτσες και  μπότες της  φυλακής βγήκε με γοργό βήμα, έκανε σβέλτα μεταβολή και στάθηκε πλάι στον αρχιδεσμοφύλακα. Είχε δεμένα τα μαλλιά της με μια άσπρη κορδέλα που άφηνε επιμελώς τα μαύρα  βοστρύχια  της  ν'  ανεμίζουν  ελεύθερα.  Το  έντονα  λευκό,  πανιασμένο  της  πρόσωπο,  στο χρώμα  πολυκαιρισμένων  φύτρων  πατάτας  σ'  ανήλιαγο  κατώι,  πρόδινε  άνθρωπο  που  είχε  περάσει καιρό έγκλειστος. Το ίδιο χρώμα είχαν και τα κοντόφαρδα χέρια της, όπως και ο παχύσαρκος λαιμός της  που  ξεπρόβαλλε  από  τον  ψηλό  γιακά  της  ρόμπας.  Δύο  κατάμαυρα,  λαμπερά,  λίγο  πρησμένα, αλλά πολύ ζωηρά μάτια, που το ένα αλληθώριζε, προκαλούσαν μιαν έντονη αντίθεση σ' εκείνο το πανιασμένο χρώμα του προσώπου της. Στεκόταν αγέρωχα με το στήθος της ολόρθο. Βγαίνοντας στο διάδρομο,  έγειρε  λίγο  το  κεφάλι,  κοίταξε  κατάματα  τον  αρχιδεσμοφύλακα  κι  ύστερα  στάθηκε υπάκουα πλάι του έτοιμη να κάνει ό,τι της ζητούσε. Την ώρα που ο αρχιδεσμοφύλακας ετοιμάστηκε 

να  κλειδώσει,  ξεπρόβαλε  απότομα  το  χλομό,  αυστηρό  και  καταρυτιδωμένο  πρόσωπο  μιας αναμαλλιασμένης γριάς που πήγε κάτι να ψιθυρίσει στη Μάσλοβα. Ο αρχιδεσμοφύλακας, όμως, της βρόντηξε  κατάμουτρα  την  πόρτα  κι  η  γριά  λούφαξε  στο  κελί  της.  Οι  κρατούμενες  ξέσπασαν  σε χαχανητά. Η Μάσλοβα χαμογέλασε και κοντοστάθηκε στο μανταλωμένο παραθυράκι του κελλιού. Η γριά από μέσα κόλλησε το πρόσωπό της στην πόρτα και με βραχνή φωνή της ψιθύρισε: 

‐Προπαντός, μην πεις πολλά. Μείνε μόνο στο ένα, κουβέντα παραπέρα. 

‐Γιατί, και το ένα λίγο είναι; Χειρότερα δεν γίνεται, απάντησε η Μάσλοβα, κουνώντας το κεφάλι. 

‐Καλώς   μόνο  το  ένα,  όχι  τ'  άλλα,  παρατήρησε  ο  αρχιδεσμοφύλακας  με  υπηρεσιακή αυτοπεποίθηση και εξυπνακίστικο ύφος. ‐Και τώρα ακολούθησέ με, εμπρός, μαρς! 

Η  φευγαλέα  θωριά  της  γριάς  πίσω  από  το  παραθυράκι  του  κελιού  έσβησε  κι  η  Μάσλοβα, διασχίζοντας  το  διάδρομο  με  γρήγορα,  ανάλαφρα  βήματα,  ακολούθησε  τον  αρχιδεσμοφύλακα. Κατέβηκαν  μια  πέτρινη  σκάλα,  πέρασαν  μπροστά  από  τα  ανδρικά  κελιά  που  ήταν  ακόμα  πιο βρόμικα  και  θορυβώδη  από  τα  γυναικεία,  ενώ  πολλά  βλέμματα  κολλημένα  στην  πόρτα παρακολουθούσαν  βουβά  τα  βήματά  τους  μέχρι  να  μπουν  στο  γραφείο  των  φυλακών.  Εκεί  τους περίμεναν κιόλας οι δύο ένοπλοι συνοδοί της Μάσλοβα. Ο γραμματέας παράδωσε σ' έναν απ' τους δύο τα έγγραφα, που βρομοκοπούσαν τσιγαρίλα και δείχνοντας την κρατούμενη, του είπε: 

‐Πάρ' την, δική σου! 

Ο  στρατιώτης,  ένας  χωριάταρος  από  το  Νίζνι  Νόβγκοροντ,  με  κόκκινο  βλογιοκομμένο  πρόσωπο, έχωσε  τα  έγγραφα  στο  ρεβέρ  του  μανικιού  της  χλαίνης  του  και  ρίχνοντας  ένα  βλέμμα  στην κρατούμενη,  έκλεισε  το  μάτι  μειδιώντας  στον  συνάδελφό  του,  έναν  Τσουβά  με  τεράστια ζυγωματικά.  Οι  στρατιώτες  με  την  Μάσλοβα  κατέβηκαν  τη  σκάλα  και  βάδισαν  προς  την  κεντρική έξοδο, διέσχισαν το προαύλιο πέρασαν την πύλη και βρέθηκαν έξω από τους τοίχους των φυλακών, παίρνοντας τους λιθόστρωτους δρόμους της πόλης. 

Αμαξάδες,  μικροπωλητές,  μαγείρισσες,  εργάτες,  υπάλληλοι  κοντοστέκονταν  με  περιέργεια  και κοίταζαν την κρατούμενη. Μερικοί κουνούσαν το κεφάλι σκεφτικά: «Να πού οδηγεί τον άνθρωπο ο κακός  ο  δρόμος ».  Τα  παιδιά  αντίκριζαν  την  φόνισσα  με  τρόμο  που  τους  τον  απάλυνε  μονάχα  η συνοδεία  των  στρατιωτών,  αφού  πλέον  εκείνη  ήταν  ανίσχυρη  να  βλάψει  τον  οποιονδήποτε.  Ένας χωριάτης  που  είχε  ξεπουλήσει  το  κάρβουνό  του  και  γυρνούσε  απ'  το  πανδοχείο,  την  πλησίασε, σταυροκοπήθηκε  μπροστά  της  και  της  έδωσε  ένα  καπίκι.  Εκείνη  ντράπηκε,  κοκκίνισε,  έσκυψε  το κεφάλι και κάτι πήγε να ψελλίσει. 

Στα  εξεταστικά  βλέμματα  των  περαστικών  που  καρφώνονταν  πάνω  της,  η  Μάσλοβα  σκορπούσε 

Trang 7

Η ανοιξιάτικη αύρα, τόσο καθαρή σε σύγκριση με το μουχλιασμένο αέρα της φυλακής, της τόνωσε 

το  ηθικό,  όμως,  τα  πόδια  της  ξεσυνήθιστα  στο  περπάτημα  και  στριμωγμένα  μέσα  στα χοντροπάπουτσα της φυλακής πονούσαν, καθώς στραβοπατούσε στο λιθόστρωτο. Αναγκαζόταν να προσέχει  τα  βήματά  της  πασχίζοντας  ν'  αποφεύγει  τις  κακοτοπιές.  Περνώντας  μπροστά  από  ένα αλευράδικο,  παρά  λίγο  να  κλωτσοπατήσει  ένα  απ'  τα  περιστέρια  που  άφοβα  κλωθογύριζαν μπροστά της. Τρομαγμένο το γκριζογάλαζο πουλί αναπετάρισε κι οι φτερούγες του έσκισαν γοργά τον  αέρα  ξυστά  απ'  τ'  αφτί  της.  Η  Μάσλοβα  ένιωσε  να  της  διαπερνά  το  κορμί  μια  ευχάριστη ανατριχίλα και ένα αχνό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της φευγαλέα. Αναλογίστηκε όμως την πικρή της μοίρα κι αναστέναξε βαθιά. 

Trang 8

Η  ΙΣΤΟΡΙΑ  τής  κρατούμενης  Μάσλοβα  ήταν  πολύ  συνηθισμένη.  Νόθο  παιδί  μιας  ανύπαντρης υπηρέτριας που δούλευε με την τσοπάνισσα μάνα της, γεννήθηκε σ' ένα αγρόκτημα που ανήκε σε δύο γριές αδελφές αρχόντισσες, γεροντοκόρες. Η ανύπαντρη εκείνη γυναίκα κάθε χρόνο είχε κι από μια  γέννα  και,  όπως  συνηθιζόταν  στα  χωριά,  βάφτιζαν  τα  ανεπιθύμητα  και  ενοχλητικά  αυτά πλάσματα και στη συνέχεια τα ξεφορτώνονταν, αφού η ίδια τους η μάνα δεν τα θήλαζε. 

Έτσι πέθαναν τα πέντε της παιδιά. Τα βάφτιζαν, τα άφηναν νηστικά και πέθαιναν. Το έκτο παιδί, που 

το 'χε κάνει μ' έναν περαστικό τσιγγάνο, ήταν κοριτσάκι και θα 'χε την ίδια τύχη κι αυτό αν τη μέρα που  γεννήθηκε  δεν  έμπαινε  συμπτωματικά  η  μία  γριά  αρχόντισσα  στο  στάβλο  με  σκοπό  να  τα ψάλλει στους βοσκούς γιατί το ανθόγαλο τής μύριζε αγελαδίλα. Στο στάβλο βρισκόταν ξαπλωμένη η λεχώνα  μ'  ένα  πανέμορφο  γερό  μωράκι  στην  αγκαλιά  της.  Η  γριά  αρχόντισσα  αντικρίζοντας  την κατάκοιτη  γυναίκα  έβαλε  τις  φωνές  στο  προσωπικό  γιατί  άφησαν  την  υπηρέτρια  να  γεννήσει  στο στάβλο, μα βλέποντας το νεογέννητο, η καρδιά της σκίρτησε και πήρε την απόφαση να το βαφτίσει. Παράγγειλε μάλιστα να δίνουν γάλα και χρήματα στη νεαρή λεχώνα. Η μικρούλα γλίτωσε από την τύχη  των  χαμένων  πρόωρα  αδελφιών  της  κι  οι  γριές  αρχόντισσες  αποφάσισαν  να  την  φωνάζουν 

«σωσμένη». 

Το παιδί ήταν τριών χρονών, όταν η μητέρα του αρρώστησε βαριά και πέθανε. Επειδή η γιαγιά δεν 

τα 'βγαζε πέρα, το ανέλαβαν οι γριές αρχόντισσες. Η μαυρομάτα μικρούλα μεγάλωνε κοντά τους και γινόταν έξυπνη και τρυφερή, παρηγοριά για τα γηρατειά τους. 

Την  νεώτερη  από  τις  δύο  αρχόντισσες,  την  νονά  της  μικρής,  την  έλεγαν  Σόφια  Ιβάνοβνα,  την γεροντότερη  Μαρία  Ιβάνοβνα.  Η  Σόφια  έντυνε  την  βαφτισιμιά  της  με  ωραία  ρούχα,  την  έμαθε  να διαβάζει  και  ήθελε  να  την  υιοθετήσει.  Η  Μαρία,  που  σκόπευε  να  την  κάνει  υπηρέτρια,  μια  καλή καμαριέρα,  ήταν  απαιτητική  μαζί  της,  την  τιμωρούσε  και,  όταν  είχε  τις  μαύρες  της,  την ξυλοφόρτωνε.  Έτσι,  το  παιδί  μεγάλωνε  ανάμεσα  σε  δύο  διαφορετικές  επιρροές  και  έγινε μισοψυχοκόρη,  μισοκαμαριέρα.  Ακόμα  και  το  όνομά  της  θύμιζε  κάτι  το  μεσοβέζικο,  το συμβιβαστικό ‐ δεν την φώναζαν ούτε Κάτια ούτε Κάτενκα, αλλά Κατιούσα. Έκανε όλες τις δουλειές, έραβε, συγύριζε, σέρβιρε καφέ, έβαζε μικρομπουγάδες και μερικές φορές κρατούσε συντροφιά στις αρχόντισσες διαβάζοντάς τους κάποιο βιβλίο. 

Την  ζητούσαν  πολλοί  σε  γάμο,  αλλά  εκείνη  αρνιόταν,  γιατί  οι  υποψήφιοι  γαμπροί  ήταν μεροκαματιάρηδες  και  δεν  είχε  καμιά  διάθεση  να  δεινοπαθήσει  μαζί  τους  μια  και  είχε  γευτεί  κι ήξερε τις ανέσεις της αρχοντικής ζωής. 

Δεν είχε ακόμη κλείσει τα δεκάξι, όταν ένας ανιψιός, ένα πλούσιο πριγκιπόπουλο, φοιτητής ακόμα, επισκέφτηκε τις θείες του στο αγρόκτημα. Κεραυνοβόλος έρωτας χτύπησε την Κατιούσα μόλις τον αντίκρισε, η ίδια δεν μπορούσε ούτε στον εαυτό της να το εκμυστηρευτεί. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε,  όταν  μια  μέρα  τον  ανιψιό,  που  πήγαινε  να  συναντήσει  τη  μονάδα  του,  τυχαία  τον  έφερε  ο δρόμος  και  σταμάτησε  για  τέσσερις  μέρες  στο  αγρόκτημα.  Την  παραμονή  της  αναχώρησής  του, ξεμονάχιασε κάπου την Κατιούσα και την ξεπαρθένεψε. Την άλλη μέρα πριν φύγει, της έχωσε ένα εκατόρουβλο  στην  τσέπη.  Πέντε  μήνες  αργότερα  η  Κατιούσα  ήξερε  πλέον  με  σιγουριά  ότι  ήταν έγκυος.  Από  τη  στιγμή  εκείνη  μια  καταθλιπτική  απάθεια  πλάκωσε  την  ψυχή  της,  το  μόνο  που  την απασχολούσε  ήταν  το  πώς  θα  γλίτωνε  από  τον  εξευτελισμό  που  την  περίμενε.  Έκανε  τις  δουλειές της ανόρεχτα, φερόταν απότομα, με απρέπεια στις γριές αρχόντισσες και κάποια μέρα χωρίς να το καταλάβει κι η ίδια, έφθασε στο απροχώρητο. Τις έβρισε με χυδαίο τρόπο, για τον οποίο μετάνιωσε αργότερα, ζήτησε τα λεφτά της και ετοιμάστηκε να φύγει. Εκείνες στεναχωρήθηκαν πολύ, αλλά δε την εμπόδισαν. 

Trang 9

Αναγκάστηκε  να  δουλέψει  καμαριέρα  στο  σπίτι  ενός  πενηντάχρονου  ενωμοτάρχη  για  τρεις  μόνο μήνες, γιατί εκείνος ήθελε ερωτικές σχέσεις μαζί της. Όταν μια μέρα η κατάσταση έγινε αφόρητη, εκείνη  αγανάκτησε,  τον  έβρισε  ξεμωραμένο  και  γεροξεκούτη  τον  έσπρωξε  απότομα  και  τον γκρέμισε καταγής. Για την αυθάδειά της αυτή, την έδιωξαν. Δεν είχε πού να βρει δουλειά και επειδή σύντομα θα γεννούσε πήγε κι εγκαταστάθηκε σε μια χήρα ταβερνιάρισσα, που ήταν και η μαμή του χωριού.  Γέννησε  χωρίς  προβλήματα.  Όμως  η  μαμή,  που  ήρθε  σ'  επαφή  με  μιαν  άρρωστη  λεχώνα, μόλυνε  την  Κατιούσα  μ'  επιλόχειο  πυρετό.  Το  αγοράκι  της,  για  να  γλιτώσει  το  έστειλαν  σε βρεφοκομείο, όμως, όπως είπε η γερόντισσα, που το 'χε αναλάβει, πέθανε μόλις το πήγανε. 

Όλα κι όλα τα χρήματα της Κατιούσα όταν εγκαταστάθηκε στην ταβερνιάρισσα ήταν εκατόν είκοσι επτά ρούβλια: τα είκοσι επτά τα είχε κερδίσει με την δουλειά της και τα εκατό της τα είχε χαρίσει ο νεαρός διαφθορέας της. Όταν έφυγε από το χωριό, της είχαν απομείνει μόλις έξι ρούβλια. 

Δεν  μπορούσε  να  κάνει  οικονομία,  τα  ξόδευε  ασυλλόγιστα  βοηθώντας  απλόχερα  όποιον  τής  το ζητούσε.  Πλήρωσε  για  διαμονή  και  φαΐ  στην  ταβερνιάρισσα  σαράντα  ρούβλια,  για  τρεις  μήνες, ξόδεψε  είκοσι  ρούβλια  για  να  στείλει  το  μωρό  στο  βρεφοκομείο,  σαράντα  ρούβλια  της  πήρε δανεικά  κι  αγύριστα  η  ταβερνιάρισσα  για  ν'  αγοράσει,  όπως  είπε,  μιαν  αγελάδα,  κι  άλλα  ξόδεψε εδώ κι εκεί, για ρούχα, ξενοδοχεία. Έτσι, όταν έγιανε η Κατιούσα, δεν είχε λεφτά κι έπρεπε να βρει οπωσδήποτε μια δουλειά. 

Δέχτηκε  να  δουλέψει  στο  σπίτι  ενός  δασικού  υπαλλήλου.  Αν  και  παντρεμένος,  από  την  πρώτη στιγμή, όπως ακριβώς κι ο ενωμοτάρχης, εκείνος άρχισε να της κολλάει. Η Κατιούσα τον σιχαινόταν και  προσπαθούσε  να  τον  αποφεύγει.  Ήταν  όμως  πιο  έμπειρος  και  πονηρός,  σαν  αφέντης,  την έστελνε  όπου  του  άρεσε,  και  την  κατάλληλη  στιγμή  την  ξεμονάχιασε  και  την  έκανε  δική  του.  Η γυναίκα  του  το  έμαθε  και  μια  μέρα  που  τους  έπιασε  επ'  αυτοφώρω  στο  δωμάτιο  της  Κατιούσας όρμησε να την ξυλοφορτώσει. Εκείνη αντιστάθηκε, ήρθαν στα χέρια και τελικά η Κατιούσα βρέθηκε και  πάλι  στο  δρόμο  χωρίς  να  πάρει  τα  λεφτά  της,  αυτή  τη  φορά.  Έφυγε  τότε  για  την  πόλη  και εγκαταστάθηκε  σε  μια  θεία  της.  Ο  θείος  της,  βιβλιοδέτης  στο  επάγγελμα,  είχε  πριν  μια  καλή οικονομική  κατάσταση,  τώρα  όμως  είχε  χάσει  την  πελατεία  του  και  απελπισμένος  το  'χε  ρίξει  στο ποτό,  μπεκροπίνοντας  μέχρι  το  τελευταίο  του  καπίκι.  Η  θεία  της  δούλευε  μια  μικρή  επιχείρηση πλυντηρίων και με τις εισπράξεις συντηρούσε τον εαυτό της, τα παιδιά της και τον αχαΐρευτο άνδρα της. Πρότεινε στην ανιψιά της να στρωθεί μαζί της στη δουλειά. Εκείνη όμως βλέποντας την άθλια ζωή  που  έκαναν  οι  πλύστρες  της  θείας  της  δίσταζε  κι  άρχισε  να  ψάχνει  σε  μεσίτες  για  δουλειά υπηρέτριας. Βρήκε τελικά σ' ένα αρχοντόσπιτο μιας πλούσιας κυρίας που είχε δύο γιους, μαθητές γυμνασίου.  Μετά από μια εβδομάδα ο μεγαλύτερος γιος, ένα παλικάρι με μουστάκι, μαθητής της έκτης  τάξης,  παράτησε  το  σχολείο  κι  άρχισε  να  πολιορκεί  στενά  την  Μάσλοβα.  Η  μητέρα  του αποφάσισε  ότι  για  την  κατάντια  του  παιδιού  της  έφταιγε  εκείνη  και  την  ξαπόστειλε.  Καιρό  τώρα ήταν αδύνατο να σταυρώσει κάποια δουλειά. 

Τυχαία σ' ένα μεσιτικό γραφείο μια μέρα η Μάσλοβα συνάντησε μία πλούσια κομψευόμενη κυρία 

με  δαχτυλίδια  και  βραχιόλια  στα  παχουλά  της  χέρια.  Μαθαίνοντας  την  ιστορία  της,  εκείνη ενδιαφέρθηκε να την βοηθήσει και της έδωσε την διεύθυνση του σπιτιού της για να την επισκεφτεί. 

Η Μάσλοβα πήγε. Την υποδέχτηκε ευγενικά, την κέρασε γλυκά, της έδωσε να πιει γλυκό κρασί και έστειλε κάπου την υπηρέτριά της μ' ένα σημείωμα. Το βράδυ τους επισκέφτηκε ένας λυγερόκορμος γέρος με μακριά άσπρα μαλλιά και γένια. Μόλις είδε την Μάσλοβα, αμέσως πήγε και κάθισε δίπλα της. Το βλέμμα του άστραφτε, καθώς την κοιτούσε εξεταστικά, ύστερα άρχισε να της χαμογελάει και 

να  αστειεύεται  με  οικειότητα  μαζί  της.  Κάποια  στιγμή  η  οικοδέσποινα  τον  κάλεσε  παράμερα  στο άλλο δωμάτιο και η Μάσλοβα άκουσε να του λέει: 

‐Είναι φυντανάκι, μόλις ήρθε από την επαρχία. Έπειτα η οικοδέσποινα την κάλεσε ευγενικά κοντά της και της αποκάλυψε ότι ο ηλικιωμένος εκείνος κύριος ήταν ένας ζάπλουτος συγγραφέας έτοιμος 

Trang 10

να  διαθέσει  για  το  χατίρι  της  όσα  του  ζητούσε.  Η  Μάσλοβα  του  άρεσε.  Της  έδωσε  για  την συνάντηση εκείνη είκοσι πέντε ολόκληρα ρούβλια και υποσχέθηκε να την βλέπει συχνά. Τα χρήματα αυτά  τα  χάλασε  πολύ  σύντομα  πληρώνοντας  το  νοίκι  στη  θεία  της,  αγοράζοντας  ένα  καινούριο φόρεμα,  καπέλο  και  κορδέλες.  Πέρασαν  λίγες  μέρες  κι  ο  γερο‐συγγραφέας  την  ξανακάλεσε  σπίτι του, της ξανάδωσε είκοσι πέντε ρούβλια και της πρότεινε να της νοικιάσει δικό της διαμέρισμα. Στο  διαμέρισμα  που  της  νοίκιασε,  η  Μάσλοβα  ερωτεύτηκε  έναν  πρόσχαρο  νέο,  εμποροϋπάλληλο, που έμενε στην ίδια αυλή. Γρήγορα εγκατέλειψε για χάρη του τον γερο‐συγγραφέα και μετακόμισε σ'  ένα  μικρότερο  διαμέρισμα.  Ο  νέος  όμως  που  είχε  υποσχεθεί  να  την  παντρευτεί,  εξαφανίστηκε από τη ζωή της ξαφνικά φεύγοντας για το Νίζνι. Η Μάσλοβα έμεινε για άλλη μια φορά μονάχη της. Αποτάθηκε  στην  αστυνομία  για  να  της  δώσει  άδεια  να  διατηρήσει  το  διαμέρισμα,  ο  αξιωματικός όμως  της  είπε  ότι  έπρεπε  να  πάρει  κίτρινη  κάρτα  και  να  περάσει  από  έλεγχο.  Αναγκάστηκε  να γυρίσει  στη  θεία  της.  Όταν  την  είδε  εκείνη,  κομψοντυμένη,  με  το  μοντέρνο  της  φουστάνι,  την πελερίνα  και  το  γούνινο  καπέλο,  την  υποδέχθηκε  με  σεβασμό  και  ντράπηκε  να  της  προτείνει  να δουλέψει σαν πλύστρα, μια και η ανιψιά της τώρα ανήκε στην υψηλή κοινωνία. Μα ούτε βέβαια κι 

η  Μάσλοβα  επέτρεπε  την  παραμικρή  συζήτηση  πάνω  σ'  αυτό.  Έβλεπε  με  συμπόνια  εκείνες  τις χλομές, σκελετωμένες υπάρξεις στο κάτεργο της θείας της, πολλές από τις οποίες ήταν φυματικές, 

να  πλένουν  και  να  σιδερώνουν  μ'  ορθάνοιχτα  παράθυρα  χειμώνα  καλοκαίρι  σε  θερμοκρασία  30 βαθμούς τυλιγμένες μέσα στους ατμούς και στα σαπουνόνερα και την έλουζε κρύος ιδρώτας, με τη σκέψη ότι θα μπορούσε να ξεπέσει κι αυτή εκεί μέσα. 

Σ'  αυτούς  τους  δίσεκτους  καιρούς  που  η  Μάσλοβα  εξακολουθούσε  να  μένει  χωρίς  προστάτη,  την πλησίασε μια γρια‐μαστροπός, που προωθούσε νεαρές σε οίκους ανοχής. 

Η  Μάσλοβα  κάπνιζε  από  παλιά,  τον  τελευταίο  όμως  καιρό,  από  τότε  που  την  εγκατέλειψε  ο εμποροϋπάλληλος,  άρχισε  να  συνηθίζει  και  το  αλκοόλ.  Της  άρεσε  το  κρασί  όχι  μόνο  για  την ευχάριστη γεύση του, αλλά πριν απ' όλα γιατί την βύθιζε σ' έναν ονειρικό κόσμο όπου ξεχνούσε όλα της τα βάσανα και ξαναζούσε τη χαμένη της ελευθερία και αξιοπρέπεια. Χωρίς το κρασί, βούλιαζε στη ντροπή και στην απελπισία. 

Μια βραδιά η γριά‐μαστροπός της έκανε το τραπέζι και αφού την μέθυσε άρχισε να την ψήνει να δουλέψει  στον  πιο  ξακουστό  «οίκο»  της  πόλης  αραδιάζοντάς  της  ιστορίες  για  την  καινούρια  της ζωή.  Η  Μάσλοβα  είχε  να  διαλέξει  ανάμεσα  στην  εξαθλιωμένη  ζωή  της  παραδουλεύτρας  με  τις συνεχείς επιθέσεις από τους κυρίους της, με τις πρόσκαιρες αγάπες και στην εξασφαλισμένη, ήσυχη και νόμιμη ζωή της πόρνης με το νομιμοποιημένο από το κράτος και ακριβά διατιμημένο αγοραίο έρωτα. Δεν δίστασε να διαλέξει το δεύτερο δρόμο. Πίστευε ότι, εκτός των άλλων, θα μπορούσε να εκδικηθεί και τον διαφθορέα της και τον εμποροϋπάλληλο που αγάπησε και την εγκατέλειψε, αλλά 

κι όλους όσους την έβλαψαν. Εκείνο όμως που βάρυνε πιο πολύ στην απόφασή της ήταν ότι η γρια‐μαστροπός της αποκάλυψε ότι με την καινούρια της ζωή θα μπορούσε να αλλάζει καθημερινά ό,τι φορέματα  της  άρεσαν,  βελούδινα,  μεταξωτά,  έξωμες  τουαλέτες  χορού.  Κι  όταν  φαντάστηκε  τον εαυτό  της  να  λικνίζεται  μπροστά  στον  καθρέφτη  μέσα  σ'  ένα  βαθύ  κίτρινο  μεταξωτό  φόρεμα  με ντεκολτέ και μαύρη βελούδινη μπορντούρα, δεν άντεξε στον πειρασμό. Το ίδιο βράδυ η μαστροπός φώναξε ένα αμάξι και την κουβάλησε στο φημισμένο «οίκο» της Κιτάγιεβα. 

Απ' αυτή τη στιγμή άρχισε για την Μάσλοβα η ζωή του χρόνιου εγκλήματος και της παραβίασης των θεϊκών  εντολών  και  των  κανόνων  της  ανθρώπινης  αξιοπρέπειας,  ζωή  που  κάνουν  εκατοντάδες χιλιάδες  γυναίκες  όχι  μόνο  με  την  άδεια,  αλλά  και  την  ευλογία  της  πολιτείας  που  κόπτεται  για  το καλό τους, και καταλήγουν εννιά φορές στις δέκα σε βασανιστικές αρρώστιες, πρόωρα γηρατειά και στον θάνατο. Μετά τα νυχτερινά όργια, το πρωί έπεφτε σε λήθαργο μέχρι αργά το μεσημέρι. Γύρω στις  τρεις  με  τέσσερις  το  απόγευμα  ξυπνούσε  κουρασμένη,  σηκωνόταν  παραμερίζοντας  τα λερωμένα σεντόνια, ρουφούσε το τονωτικό της εκχύλισμα, έπινε καφέ, περιφερόταν βαριεστημένα 

Trang 11

στα  δωμάτια  φορώντας  κομπινεζόν,  πενιουάρ  και  ρόμπα,  χάζευε  πίσω  απ'  τις  κουρτίνες  έξω  το δρόμο. Κάποιοι μικροτσακωμοί με τις άλλες, ύστερα πλύσιμο, πασάλειμμα με κρέμες, αρώματα στο κορμί,  πομάδα  στα  μαλλιά,  πρόβες  φουστανιών,  συζητήσεις  με  την  πατρόνα  για  τις  κοπέλες, κοιτάγματα  στον  καθρέπτη,  μακιγιάζ,  βάψιμο  φρυδιών,  τροφή  λιπαρή  και  γλυκιά,  ντύσιμο  με φανταχτερό  τολμηρό  μεταξωτό  φόρεμα.  Ύστερα,  το  φινάλε  στο  λαμπροστόλιστο  και  κατάφωτο σαλόνι με πελάτες, μουσική, χορούς, γλυκά, κρασί, τσιγάρο, ερωτικά αγκαλιάσματα με κάθε λογής καβαλιέρους: νέους, μεσόκοπους, εφήβους, γεροξεκούτηδες, εργένηδες, παντρεμένους, εμπόρους, υπαλλήλους,  Αρμένιους,  Εβραίους,  Τατάρους,  πλούσιους,  φτωχούς,  υγιείς,  αρρώστους, μεθυσμένους, νηφάλιους, βίαιους, ευαίσθητους, στρατιωτικούς, πολίτες, φοιτητές, σχολιαρόπαιδα‐κάθε καρυδιάς καρύδι, απ' όλους τους χαρακτήρες. Φωνές, αστεία, τσακωμοί, μουσική, ταμπάκος, κρασί και πάλι κρασί και πάλι ταμπάκος και πάλι μουσική μέχρι τα ξημερώματα. Μονάχα το πρωί ερχόταν η λύτρωση με τον βαθύ ύπνο. Έτσι κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, τα ίδια κι απαράλλαχτα. Και στο  τέλος  της  εβδομάδας,  ακολουθούσε  η  επίσκεψη  σε  κρατικό  ίδρυμα,  όπου  οι  αρμόδιοι λειτουργοί, οι άνδρες‐γιατροί, άλλοτε σοβαρά και αυστηρά, άλλοτε κοροϊδεύοντας, ξεριζώνοντας το φυσικό αίσθημα της ντροπής, που είναι κοινό σε ανθρώπους και ζώα για να αποτρέπει το έγκλημα, 

θα εξετάσουν τις πόρνες και θα τους ανανεώσουν την άδεια για να συνεχίσουν να εγκληματούν με τους  ομοίους  τους  την  εβδομάδα  που  ερχόταν.  Η  ίδια  απαράλλαχτη,  μονότονη  ζωή  χειμώνα καλοκαίρι, καθημερινές και σχόλες. 

Αυτή ήταν η ζωή της Μάσλοβα εφτά ολόκληρα χρόνια Στο διάστημα αυτό άλλαξε δύο «οίκους» και μια φορά νοσηλεύτηκε σε κλινική. Στον έβδομο χρόνο της «θητείας» της εκεί μέσα και στον όγδοο χρόνο από το πρώτο παραστράτημα, σε ηλικία είκοσι έξι ετών μια νέα τραγωδία την οδήγησε στη φυλακή και, αφού πέρασε έξι μήνες υπόδικη, ανάμεσα σε φονιάδες και κλέφτες, έπρεπε τώρα να δικαστεί. 

Trang 12

ΤΗΝ  ΩΡΑ  που  η  Μάσλοβα,  τσακισμένη  από  τον  μακρύ  δρόμο,  πλησίαζε  με  ένοπλη  συνοδεία  την πόρτα  του  περιφερειακού  δικαστηρίου,  ο  ανιψιός  της  ψυχομάνας  της,  ο  πρίγκιπας  Ντμίτρι Ιβάνοβιτς Νεχλιούντοφ, ο πρώτος εραστής που χρόνια πριν την είχε βιάσει, ήταν ακόμα ξαπλωμένος στο  αναπαυτικό,  παχύ,  πουπουλένιο  στρώμα  του.  Είχε  ξεκούμπωτο  τον  γιακά  της  πεντακάθαρης ολλανδέζικης  νυχτικιάς  του  με  τις  καλοσιδερωμένες  πιέτες  στο  στήθος  και  κάπνιζε.  Τα  μάτια  του ήταν  στυλωμένα  στο  κενό  και  με  βλέμμα  χαμένο  αναλογιζόταν  τα  όσα  πέρασε  το  προηγούμενο βράδυ και αυτά που θα έκανε σήμερα. 

Αναπολώντας  τη  χθεσινή  βραδιά  στο  αρχοντικό  των  Κορτσάγκιν,  μιας  πλούσιας  και  ξακουστής οικογένειας,  που  όλοι  ξέρανε  πως  θα  παντρευόταν  την  κόρη  τους,  αναστέναξε  βαθιά.  Πέταξε  το 

ένα, μα δίστασε. Κατέβηκε απ' το κρεβάτι, πέρασε τ' άσπρα παχουλά του πόδια στις παντόφλες του, έριξε στους φαρδείς του ώμους μια μεταξένια ρόμπα και με βαρύ και γοργό βήμα πέρασε από την κρεβατοκάμαρα  στην  τουαλέτα  που  μοσχοβολούσε  κολόνιες,  μπριγιαντίνες  και  αρώματα. Βούρτσισε  τα  καλοσφραγισμένα  δόντια  του  με  μια  ειδική  σκόνη  και  τα  ξέπλυνε  μ'  αρωματισμένο εκχύλισμα.  Έπλυνε  έπειτα  σχολαστικά  το  πρόσωπό  του  και  σκουπίστηκε  με  πολλές  πετσέτες. Σαπούνισε τα χέρια του με μοσχοσάπουνο, βούρτσισε τα επιμελημένα μακριά νύχια του και αφού ξέπλυνε στο μεγάλο μαρμάρινο νιπτήρα το πρόσωπο και το χοντρό λαιμό του, πέρασε στο μπάνιο, κολλητά  στην  κρεβατοκάμαρά  του.  Έκανε  ένα  κρύο  ντους  και  σκέπασε  το  κάτασπρο  γεροδεμένο, αλλά  παχύσαρκο  κορμί  του,  μ'  ένα  μπουρνούζι,  φόρεσε  αστραφτερά  ασπρόρουχα,  έβαλε  τα φρεσκογυαλισμένα του παπούτσια και κάθισε μπροστά στον καθρέφτη να χτενίσει με δύο χτενάκια 

το μαύρο κατσαρό γενάκι του και, τ' αραιωμένα στο μέτωπο, σγουρά του μαλλιά. 

Τα είδη που χρησιμοποιούσε στην τουαλέτα του‐εσώρουχα, γραβάτες, καρφίτσες, μανικετόκουμπα, ρούχα, παπούτσια ‐ήταν όλα άριστης ποιότητας, πανάκριβα, λιτά και κομψά. 

Τράβηξε  στα  τυφλά  μια  από  τις  δεκάδες  γραβάτες  του  και  τις  δεκάδες  καρφίτσες  του  (παλιότερα του άρεσε να διαλέγει, τώρα δεν του καιγόταν καρφί), και φόρεσε ένα καθαρισμένο και σιδερωμένο κουστούμι που τον περίμενε σε μια καρέκλα. Άκεφος, μα φρεσκοπλυμένος και παρφουμαρισμένος, πέρασε  στη  μεγάλη  τραπεζαρία  με  το  αστραφτερό  παρκέ,  που  είχαν  γυαλίσει  από  χθες  τρεις υπηρέτες του, τον τεράστιο δρύινο μπουφέ και το θεόρατο τραπέζι με τα σκαλιστά φαρδιά ξύλινα λιονταρόποδα, στρωμένο μ' ένα λεπτό φρεσκοκολλαρισμένο τραπεζομάντιλο που 'χε κεντημένο το μονόγραμμα  του  πρίγκιπα.  Πάνω  στο  τραπέζι,  βρισκόταν  μια  ασημένια  καφετιέρα  με  ευωδιαστό καφέ,  μια  ολόιδια  ζαχαριέρα,  μια  γαλατιέρα  με  ζεστό  καϊμάκι,  κι  ένα  πανέρι  με  κουλουράκια φρυγανιές και μπισκότα. Πλάι υπήρχαν διάφορα γράμματα, εφημερίδες και το νέο περιοδικό Revue des  deux  Mondes2.  Δεν  πρόλαβε  ν'  ανοίξει  το  ταχυδρομείο  του,  όταν  στην  πόρτα  που  οδηγούσε προς το διάδρομο, ξεπρόβαλε μια χοντρή ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μ' ένα δαντελένιο μαντήλι στα μαλλιά που της έκρυβε την άψογη χωρίστρα της. Ήταν η Αγκραφένα Πετρόβνα, παλιά καμαριέρα της μακαρίτισσας της μητέρας του και σήμερα οικονόμος του. 

Η  Αγκραφένα  Πετρόβνα  είχε  ζήσει  δέκα  χρόνια  στο  εξωτερικό  συνοδεύοντας  την  μητέρα  του πρίγκιπα  και  είχε  αποκτήσει  ύφος  και  τρόπους  μεγάλης  κυρίας.  Από  μικρή  ζούσε  με  τους Νεχλιούντοφ κι ήξερε τον πρίγκιπα από παιδάκι, όταν ακόμη τον φώναζαν κοροϊδευτικά "Μίτενκα". 

‐Καλή σας μέρα, Ντμίτρι Ιβάνοβιτς! 

‐Χαίρετε,  Αγκραφένα  Πετρόβνα.  Τι  νέα  έχουμε  σήμερα:  ρώτησε  ο  Νεχλιούντοφ  με  διάθεση  να αστειευτεί. 

Trang 13

‐Ένα γράμμα απ' την πριγκίπισσα, δεσποινίδα, κυρία δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω  Το έφερε από ώρα  η  καμαριέρα  της  και  περιμένει  στο  δωμάτιό  μου,  απάντησε  η  Πετρόβνα  και  δίνοντάς  του  το γράμμα χαμογέλασε με νόημα. 

‐Καλά, μια στιγμή, είπε ο Νεχλιούντοφ παίρνοντας το γράμμα φανερά ενοχλημένος από το μισόγελο της οικονόμου του. 

Ο υπαινιγμός της Πετρόβνα αφορούσε την πριγκίπισσα Κορτσάγκινα, που πίστευε ότι ο κύριός της 

θα παντρευόταν. Ο Νεχλιούντοφ όμως δεν συμμεριζόταν καθόλου τα υπονοούμενά της και γι' αυτό ενοχλήθηκε. 

‐Θα  της  πω,  λοιπόν,  να  περιμένει  λιγάκι,  μονολόγησε  η  Πετρόβνα  φανερά  αμήχανη  αλλάζοντας χωρίς λόγο θέση στο σκουπάκι για τα ψίχουλα πάνω στο τραπέζι και απομακρύνθηκε αθόρυβα. 

Ο Νεχλιούντοφ άνοιξε το φάκελο κι ο αέρας γέμισε ευωδιές. Το γράμμα ήταν γραμμένο με λεπτό κι αραιό γραφικό χαρακτήρα, σε χοντρό χαρτί με άνισες άκρες. 

 

«Τηρώντας  πιστά  την  υπόσχεσή  μου  να  ζω  μέσα  στη  μνήμη  σας,  σας  υπενθυμίζω  ότι σήμερα,  28  Απριλίου,  πρέπει  να  παραστείτε  στο  Κακουργιοδικείο  και  γιʹ  αυτό  δεν  θα μπορέσετε να έρθετε στην έκθεση που θα επισκεφθούμε με τον Κόλοσοφ, όπως, με την γνωστή  επιπολαιότητά  σας,  υποσχεθήκατε  χθες  το  βράδυ∙  à  moins  que  vous  ne  soyez disposé à payer à la cour dʹ assises les 300 roubles d’ amende, que vous vous refusez pour votre cheval.3 Αυτό το θυμήθηκα χθες βράδυ μόλις φύγατε. Μην το ξεχάσετε, λοιπόν. 

Πριγκίπισσα Μ. Κορτσάγκινα». Και στην άλλη σελίδα υστερόγραφο: 

Η  μητέρα  σάς  παραγγέλνει  ότι  το  πιάτο  σας  θα  σάς  περιμένει  ως  αργά.  Ελάτε οπωσδήποτε ό,τι ώρα και να ʹναι. 

Μ.Κ. 

Ο Νεχλιούντοφ συννέφιασε. Η κίνηση αυτή με το γράμμα, ήταν μέρος ενός καλοστημένου σχεδίου, που εδώ και δύο ολόκληρους μήνες εξυφαινόταν πίσω απ' την πλάτη του από την πριγκίπισσα που πάσχιζε  να  τον  τυλίξει.  Εκτός  από  τη  συνηθισμένη  αναποφασιστικότητα  όσων  μένουν γεροντοπαλίκαρα  και  δεν  είναι  σφόδρα  ερωτευμένοι,  Ο  Νεχλιούντοφ  είχε  ένα  βαθύτερο  λόγο  να διστάζει  να  την  παντρευτεί.  Δεν  τον  απασχολούσε  βέβαια  η  παλιά  ξεχασμένη  ιστορία  της Κατιούσας,  που  κοντά  δέκα  χρόνια  πριν  την  είχε  ξεπαρθενέψει  και  την  εγκατέλειψε  έγκυο,  ούτε φοβόταν ότι αυτό το γεγονός θα μπορούσε ποτέ να σκιάσει το γάμο του. Την εποχή εκείνη είχε ένα παράνομο δεσμό με μία παντρεμένη αρχόντισσα που αν και την είχε τελευταία κάνει πέρα, εκείνη δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. 

Από τη φύση του ήταν πολύ δειλός με τις γυναίκες κι αυτή ακριβώς η δειλία του πεισμάτωσε την γυναίκα  εκείνη  που  βάλθηκε  να  τον  κατακτήσει.  Παντρεμένη  τον  πρώτο  στην  τάξη  ευγενή  της περιφέρειας,  όπου  ο  Νεχλιούντοφ  ήταν  εκλέκτορας,  παρέσυρε  τον  εραστή  της  σε  μια  ολοένα  πιο συναρπαστική, μα και βαρετή γι' αυτόν σχέση. 

Στην αρχή ο Νεχλιούντοφ δεν κατάφερε ν' αντισταθεί στον πειρασμό, στη συνέχεια όμως άρχισε να νιώθει  ενοχές  και  δεν  μπορούσε  να  απαλλαγεί  απ'  αυτήν,  αν  δεν  συμφωνούσε  κι  η  ίδια  να 

Trang 14

Ανάμεσα  στα γράμματα, ο πρίγκιπας ανέσυρε κι  ένα γράμμα του συζύγου της ερωμένης του, που στη  θέα  του  κοκκίνισε  κι  ένιωσε  να  του  λύνονται  τα  γόνατα,  όπως  πάντοτε,  όταν  βρισκόταν  σε κίνδυνο. Άδικα όμως ταράχτηκε, γιατί ο σύζυγος με την ιδιότητα του επικεφαλής των ευγενών της περιφέρειας,  όπου  ο  Νεχλιούντοφ  είχε  τα  περισσότερα  τσιφλίκια  του,  τον  πληροφορούσε  για  την έκτακτη σύνοδο της επαρχιακής συνέλευσης στα τέλη του Μάη. Τον παρακαλούσε να παρευρεθεί οπωσδήποτε  και  να  τον  υποστηρίξει  στη  δύσκολη  αναμέτρηση  που  θα  ακολουθούσε  με  το συντηρητικό κόμμα για τα σημαντικά θέματα της παιδείας και των δρόμων της περιοχής. 

Ο αρχηγός των ευγενών ήταν φιλελεύθερος πολιτικός και αγωνιζόταν με μερικούς ομοϊδεάτες του ενάντια  στην  αντίδραση  που  εκδηλώθηκε  στις  μέρες  του  αυτοκράτορα  Αλέξανδρου  Γ'  και, απορροφημένος  από  τον  πολιτικό  αγώνα,  δεν  υποπτευόταν  την  δυστυχία  που  έκρυβε  η  συζυγική του ζωή. 

Μπροστά  απ'  τα  μάτια  του  Νεχλιούντοφ  πέρασαν  φευγαλέα  οι  μαρτυρικές  στιγμές  που  ζούσε τελευταία  εξαιτίας  αυτού  του  ανθρώπου.  Κάποια  φορά,  που  είχε  φανταστεί  ότι  ο  άρχοντας  είχε μάθει για το δεσμό του, ετοιμάστηκε να μονομαχήσει μαζί του αποφασισμένος όμως να ρίξει στον αέρα. Μια μέρα ‐θυμόταν‐ εκείνη, απελπισμένη και τρομαγμένη, έτρεξε στον κήπο του αρχοντικού της  θέλοντας  να  πέσει  στη  λίμνη  να  πνιγεί  κι  αυτός,  τρελός  από  την  αγωνία  του,  την  αναζητούσε μέσα στο σκοτάδι. «Όχι, αδύνατον σήμερα να πάω εκεί ούτε θα μπορέσω να πάρω μιαν απόφαση 

αν δεν μου απαντήσει πρώτα η άλλη», συλλογίστηκε ο Νεχλιούντοφ. Της είχε στείλει πριν από μια εβδομάδα  ένα  γράμμα  γεμάτο  ειλικρίνεια,  όπου  ομολογούσε  χωρίς  περιστροφές  την  ενοχή  του, δήλωνε πως ήταν έτοιμος να κάνει κάθε θυσία για να εξιλεωθεί απέναντί της και την παρακινούσε 

να διακόψουν οριστικά για το δικό της καλό. Άδικα όμως περίμενε απάντηση από την ερωμένη του. Για μια στιγμή αναθάρρησε. Ίσως και να 'ταν καλό σημάδι αυτό. Αν εκείνη δεν είχε συμφωνήσει να 

το διαλύσουν θα του είχε γράψει κιόλας ή θα ερχόταν η ίδια να τον βρει, όπως έκανε παλιά. Τώρα τελευταία είχε ακούσει ότι ένας αξιωματικός την κορτάριζε και, παρ' όλο που έσκαγε μέσα του από ζήλια, κατά βάθος χαιρόταν γιατί του έδινε φτερά η ελπίδα ότι θα γλίτωνε από το ψέμα που τόσο πολύ βάραινε την ψυχή του. 

Το άλλο γράμμα που άνοιξε ήταν από τον διαχειριστή των κτημάτων του, που τον καλούσε να πάει επιτόπου για να κατοχυρώσει την κληρονομιά που του άφησε πρόσφατα η μητέρα του και ακόμα για να ορίσει πώς θα την διαχειριζόταν στο εξής. Του πρότεινε, όπως και παλιότερα, όταν ζούσε η μητέρα  του  και  διαχειριζόταν  και  τότε  τα  τσιφλίκια  τους,  να  αυξήσουν  τα  κινητά  περιουσιακά στοιχεία  και  να  εκμεταλλεύονται  μόνοι  τους  τη  γη  που  είχαν  νοικιασμένη  τώρα  στους  κολλήγους, γιατί  έτσι  θα  'ταν  πιο  συμφερτικό.  Ζητούσε  συγγνώμη  γιατί  καθυστέρησε  λίγο  να  του  στείλει  την πρώτη του μηνός τις τρεις χιλιάδες ρούβλια, θα τα έστελνε με το επόμενο ταχυδρομείο. Δεν έφταιγε 

ο ίδιος για την καθυστέρηση αυτή, δεν μπορούσε να μαζέψει τα λεφτά απ' τους κολλήγους και, σαν ξεδιάντροποι κι αφιλότιμοι όπου ήταν, αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των αρχών. 

Το γράμμα αυτό τον έκανε να νιώσει περίεργα, μια αόριστη χαρά μα και πίκρα μαζί πλημμύρισαν την  ψυχή του. Του ήταν  ευχάριστο να ξέρει ότι ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας. Δεν γινόταν  όμως να ξεχάσει τα νιάτα του όταν, πλούσιος  ήδη, συγκλονιζόταν από τις φιλοσοφικές ιδέες του Χέρμπερτ 

Σπένσερ  διαβάζοντας  στην  Κοινωνική  Στατική,  που  τόσο  τον  γοήτευε,  ότι  η  δικαιοσύνη  δεν 

συμβιβάζεται με την ιδιοκτησία της γης. Συνεπαρμένος από το νεανικό του πάθος, έγραφε μελέτες στο πανεπιστήμιο σαν φοιτητής και, υπηρετώντας έμπρακτα την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης, είχε δωρίσει  στους κολλήγους ένα μικρό μέρος της πατρικής κληρονομιάς  θέλοντας να απαλλαγεί από την ιδιοκτησία της γης και να είναι συνεπής με τις αρχές του. Τώρα με την νέα του κληρονομιά γινόταν  μεγάλος  και  τρανός  κι  έπρεπε  να  διαλέξει  ξανά.  Να  παραιτηθεί  όπως  τότε,  δέκα  χρόνια 

Trang 15

πριν,  όταν  παραχώρησε  διακόσια  περίπου  εκτάρια  στους  ακτήμονες  μουζίκους  ή  να  αποκηρύξει βουβά όλες τις νεανικές ιδέες σαν ψεύτικες και παράλογες; 

Του  φαινόταν  ακατόρθωτο  να  δεχθεί  την  πρώτη  λύση,  γιατί  δεν  είχε  άλλους  πόρους  για  να  ζήσει εκτός  από  την  κτηματική  του  περιουσία.  Να  γυρίσει  στο  στρατό  ούτε  να  το  σκεφτεί  δεν  επέτρεπε στον εαυτό του, γιατί είχε συνηθίσει για τα καλά την πολυτέλεια, στην άνετη και ράθυμη ζωή. Μα κι 

η  δύναμη,  το  πάθος  των  ιδεών  του  τον  είχαν  εγκαταλείψει,  ακόμα  και  η  ματαιοδοξία  του  και  η επιδεικτικότητα που του συνέγειραν έναν νεανικό αυθορμητισμό είχαν σβήσει. Δεν μπορούσε όμως αδιαμαρτύρητα  να  ακολουθήσει  ούτε  την  δεύτερη  λύση‐ήταν  αδύνατον  τελικά  να  αποκηρύξει εκείνα  τα  εύλογα  κι  ατράνταχτα  επιχειρήματα  για  την  απάνθρωπη  φύση  της  ιδιοκτησίας  που 

αντλούσε  από  την  Κοινωνική  Στατική  του  Σπένσερ  και  την  λαμπρή  επιβεβαίωσή  τους  που  θα 

ανακάλυπτε πολύ αργότερα στο έργο του Χένρυ Τζωρτζ. 

Το γράμμα εκείνο του διαχειριστή του χάλασε για τα καλά τη διάθεση. 

Trang 16

ΑΦΟΥ ΗΠΙΕ τον καφέ του, σηκώθηκε να πάει στο γραφείο του, για να συμβουλευτεί την ατζέντα με 

τα ραντεβού, να μάθει πότε, θα έπρεπε να βρίσκεται στο δικαστήριο και να γράψει μιαν απάντηση στην πριγκίπισσα. 

Περνώντας μπροστά απ' το ατελιέ του έριξε μια μελαγχολική, ματιά στα σκόρπια του σχέδια στους τοίχους και σ' ένα μισοτελειωμένο του πίνακα στο καβαλέτο γυρισμένο ανάποδα, που δύο χρόνια τώρα  δεν  μπορούσε  να  τον  τελειώσει.  Ένιωσε  για  μια  στιγμή  να  τον  κατακλύζει  το  ίδιο  εκείνο συναίσθημα  αδυναμίας  που  τον  τελευταίο  καιρό  τον  είχε  καθηλώσει  και  του  είχε  στερήσει  την καλλιτεχνική  έμπνευση.  Προσπαθούσε  να  παρηγορηθεί  με  την  σκέψη  ότι  επειδή  είχε  ιδιαίτερα αναπτυγμένο  αισθητικό  κριτήριο,  δεν  μπορούσε  να  βρει  κάτι  να  τον  συγκινήσει,  όμως,  κι  αυτή  η εξήγηση δεν του απόδιωχνε τη θλίψη. 

Είχε  εγκαταλείψει  τη  στρατιωτική  καριέρα  εφτά  χρόνια  πριν,  πιστεύοντας  πως  είχε  ταλέντο  στη ζωγραφική,  κι  από  τότε  άρχισε  να  βλέπει  με  περιφρόνηση  καθετί  που  δεν  σχετιζόταν  με  την καλλιτεχνική έκφραση. Τώρα όμως ήξερε ότι δεν έπρεπε να το είχε κάνει. Γι' αυτό κάθε φορά που στριφογύριζε  στο  μυαλό  του  αυτή  η  αλήθεια  πονούσε.  Η  ματιά  του  πλανήθηκε  μελαγχολικά  στη βαρύτιμη επίπλωση του ατελιέ και με βαριά καρδιά πέρασε δίπλα στο γραφείο του, σ' ένα τεράστιο ψηλοτάβανο δωμάτιο με κάθε λογής διακόσμηση, έπιπλα και όλες τις ανέσεις. 

Στο  συρτάρι  ενός  μεγάλου  σεκρεταίρ,  σ'  ένα  ντοσιέ  με  την  ένδειξη  «Επείγοντα»  βρήκε  την πρόσκληση για το δικαστήριο και διάβασε την ώρα. Έπρεπε να παρουσιαστεί στις ένδεκα ακριβώς. Στο  βιαστικό  σημείωμα,  που  ετοίμασε,  ευχαριστούσε  την  πριγκίπισσα  για  την  τιμή  που  του  έκανε και υποσχέθηκε πως θα προσπαθούσε να μην λείψει από το τραπέζι. Δεν του άρεσε όμως το ύφος, 

το  βρήκε  πολύ  οικείο,  το  'σκισε  κι  έγραψε  ένα  άλλο.  Το  'σκισε  κι  αυτό  γιατί  του  φάνηκε  μάλλον ψυχρό,  σχεδόν  προσβλητικό.  Χτύπησε  το  κουδούνι.  Στην  πόρτα  έκανε  την  εμφάνισή  του  ένας ηλικιωμένος υπηρέτης, καλοξυρισμένος με μακριές φαβορίτες, με ύφος αυστηρό, φορώντας γκρίζα χασεδένια ποδιά. 

‐Στείλτε να φωνάξουν ένα αμάξι, παρακαλώ. 

‐Όπως διατάξετε. 

‐Διαβιβάστε επίσης στον άνθρωπο του Κορτσάγκιν, που περιμένει κάτω τις ευχαριστίες μου για την πρόσκληση και ότι θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ. 

‐Μάλιστα Κύριε. 

«Είναι μεγάλη αγένεια απ' τη μεριά μου, αλλά δεν μπορώ να της γράψω. Δεν πειράζει, όμως, αφού 

θα την δω απόψε το δίχως άλλο», συλλογίστηκε ο Νεχλιούντοφ και πήγε να πάρει το παλτό του. Στο ξώστεγο ένα αμάξι με λαστιχένιες ρόδες, με τον γνώριμο του αμαξά, τον περίμενε κιόλας. 

‐Χτες  βράδυ,  μόλις  έφτασα  στου  πρίγκιπα  Κορτσάγκιν  ‐  του  είπε  αυθόρμητα  ο  αμαξάς μισογυρίζοντας  το  δυνατό  ηλιοκαμένο  του  σβέρκο,  που  ξεχώριζε  από  τον  άσπρο  γιακά  του πουκαμίσου του‐ ο πορτιέρης μου φώναξε: «Μόλις έφυγε ο κύριος » 

«Ορίστε  ακόμα  κι  οι  αμαξάδες  ξέρουν  για  τη  σχέση  μου  με  την  Κορτσάγκινα»,  μονολόγησε  ο Νεχλιούντοφ.  Κι  ένιωσε  την  απάντηση  στο  άλυτο  βασανιστικό  του  ερώτημα,  αν  θα  'πρεπε  να  την παντρευτεί και στ' άλλα που ανελέητα τον κατέτρυχαν σαν Ερινύες τώρα τελευταία, να γίνεται ένας 

Trang 17

Όχι  δεν  έβλεπε  γενικά  με  κακό  μάτι  το  γάμο.  Αντίθετα  μάλιστα,  τον  βόλευε  γιατί,  πρώτο,  θα  του χάριζε τις χαρές της οικογενειακής εστίας, θα τον γλίτωνε από την σεξουαλική ανασφάλεια, και θα του πρόσφερε μια ηθική ζωή∙ και δεύτερο και κυριότερο, η οικογένεια, τα παιδιά θα του γέμιζαν τη ρημαγμένη του ζωή. Από την άλλη όμως, τρόμαζε, όπως κι όλοι οι μεσόκοποι εργένηδες στην ιδέα πως θα έχανε την ελευθερία του, ενώ ένας ενστικτώδης φόβος για την ανεξιχνίαστη και μυστηριακή φύση της γυναίκας είχε φωλιάσει στη ψυχή του. 

Όταν σκεφτόταν το γάμο του με την Μίσσυ (την πριγκίπισσα, την έλεγαν Μαρία κι όπως σ' όλες τις αριστοκρατικές  οικογένειες,  την  φώναξαν  χαϊδευτικά  «Μίσσυ»),  τον  δελέαζε  η  ευγενική  της καταγωγή  που  εκδηλωνόταν  παντού,  από  το  ντύσιμό  της  μέχρι  τον  τρόπο  που  μιλούσε,  που περπατούσε, που γελούσε. Ξεχώριζε απ' τους κοινούς θνητούς με την διακριτικότητά της ‐δεν ήξερε αλλιώς πώς να περιγράψει αυτό το χάρισμα που τόσο αγαπούσε πάνω της ο πρίγκιπας. Η Μίσσυ τον είχε  προσέξει  και  τον  ξεχώρισε  ανάμεσα  σε  τόσους  άλλους  και  έδειχνε  πως  έτρεφε  απεριόριστη εκτίμηση για το πρόσωπό του. Αυτό το τελευταίο μαρτυρούσε πως ήξερε τον τρόπο να τον νιώθει βαθιά και σήμαινε  πως καταλάβαινε τις μεγάλες αρετές του χαρακτήρα του, απόδειξη της εφυΐας και της αλάθητης κρίσης της, σκεφτόταν ο Νεχλιούντοφ. Βέβαια δεν μπορούσε να παραβλέψει ότι, 

αν  δεν  βιαζόταν  να  κάνει  αυτό  το  γάμο,  ίσως  και  να  'βρισκε  μιαν  άλλη  κοπέλα,  με  περισσότερες χάρες  απ' την Μίσσυ, που θα του ταίριαζε καλύτερα. Γιατί κι εκείνη  είχε τα χρονάκια της, πάτησε κιόλας τα είκοσι επτά και οπωσδήποτε δεν θα 'ταν ο πρώτος άνδρας της ζωής της. 

Αυτή  ειδικά  η  σκέψη  τού  τριβέλιζε  αδιάκοπα  το  μυαλό.  Ο  αθεράπευτος  εγωισμός  του  δεν  του επέτρεπε ούτε κατά διάνοια να υποθέσει ότι εκείνη μπορούσε να 'χε αγαπήσει στο παρελθόν άλλον άνδρα. Αυτό θα ήταν βαριά προσβολή για το πρόσωπό του. 

«Περίεργα πράγματα ‐σκεφτόταν ο Νεχλιούντοφ‐ συμβαίνουν με το γάμο, φαύλος κύκλος, βρίσκεις τόσα υπέρ όσα και κατά». Γελούσε πικρόχολα με τον εαυτό του και του φάνηκε ότι του θύμιζε κάτι από την ιστορία με το γάιδαρο του Μπουριντάν που δεν αποφάσιζε τελικά σε ποιο παχνί να σκύψει. 

«Πάντως,  αν  δεν  πάρω  απάντηση  από  την  Μαρία  Βασίλιεβνα  (την  αριστοκράτισσα  ερωμένη  του), όσο εκκρεμεί η υπόθεση αυτή δεν μπορώ ν' αποφασίσω τίποτε», σκέφτηκε. 

Κατά  βάθος,  τον  βόλευε  αυτή  η  αναβολή  της  απόφασής  του,  κι  αυτό  τον  έκανε  να  νιώθει  πιο ανάλαφρα. «Στο κάτω κάτω θα 'χω τον καιρό να τα σκεφτώ αυτά αργότερα», αναλογίστηκε, καθώς 

το αμάξι ήδη κυλούσε αθόρυβα στον ασφαλτοστρωμένο περίβολο του κακουργιοδικείου. 

«Τώρα  πρέπει  ευσυνείδητα,  όπως  το  συνηθίζω  πάντα,  να  εκτελέσω  το  κοινωνικό  μου  χρέος.  Έχει άλλωστε  κι  αυτό  συχνά  το  σχετικό  του  ενδιαφέρον»,  σκέφτηκε  και  προσπερνώντας  τον  θυρωρό μπήκε στο μέγαρο. 

Trang 18

ΟΤΑΝ ο Νεχλιούντοφ μπήκε στο δικαστήριο, στους διαδρόμους είχε κιόλας μαζευτεί κόσμος. 

Οι  φύλακες  φορτωμένοι  με  χαρτιά  και  εντολές  πηγαινοέρχονταν  με  γοργό  βήμα  πότε  πότε τρέχοντας, χωρίς να σηκώνουν τα πόδια τους, μα γλιστρώντας γοργά κοντανασαίνοντας. 

Ο  κλητήρας  και  οι  δικηγόροι  έκαναν  βόλτες  στους  διαδρόμους,  οι  υπόδικοι,  χωρίς  συνοδεία φρουράς,  και  οι  συνήγοροι  περιφέρονταν  άσκοπα  και  μελαγχολικά  σύρριζα  στους  τοίχους  ή κάθονταν περιμένοντας να τους καλέσουν. 

‐Πού είναι το περιφερειακό δικαστήριο; ‐ρώτησε ο Νεχλιούντοφ έναν από τους φύλακες. 

‐Ποιο ακριβώς ζητάτε; Το αστικό ή το ποινικό; 

‐Είμαι ένορκος. 

‐Τότε  ζητάτε  το  ποινικό.  Έπρεπε  να  το πείτε  αμέσως.  Θα  πάτε  από  εδώ δεξιά, μετά αριστερά,  στη δεύτερη πόρτα. 

Ο Νεχλιούντοφ ακολούθησε το δρόμο που του έδειξε ο φύλακας. 

Έξω  απ'  την  πόρτα  περίμεναν  δύο  άνδρες:  ο  ένας,  ψηλός,  παχύς,  ήταν  έμπορος,  ένα  αγαθό ανθρωπάκι, που απ' ό,τι φαινόταν είχε πιει κι είχε φάει και βρισκόταν στα κέφια του∙ ο άλλος ήταν ένας  εμποροϋπάλληλος  εβραϊκής  καταγωγής.  Όταν  ο  Νεχλιούντοφ  τους  πλησίασε  για  να  τους ρωτήσει αν αυτή ήταν η αίθουσα των ενόρκων, εκείνοι μιλούσαν για τις τιμές του μαλλιού. 

‐Αυτή  είναι,  κύριε  μου,  αυτή  είναι.  Είστε  κι  εσείς  συνάδελφος,  ένορκος;‐τον  ρώτησε  εύθυμα  το αγαθό ανθρωπάκι, ο έμπορος, κλείνοντάς του το μάτι. ‐Ωραία λοιπόν, θα συνεργαστούμε,‐συνέχισε 

ο  έμπορος  ακούγοντας  το  «ναι»  του  Νεχλιούντοφ.‐Μπακλάσοφ,  της  δεύτερης  συντεχνίας  των εμπόρων,‐ συστήθηκε, προτείνοντάς του το μαλακό, αδύναμό του χέρι,‐ πρέπει να συνεργαστούμε. 

Με ποιον έχω την ευχαρίστηση; 

Ο Νεχλιούντοφ συστήθηκε και πέρασε στην αίθουσα των ενόρκων. 

Στη μικρή αίθουσα υπήρχαν καμιά δεκαριά άτομα λογιών λογιών, που μόλις είχαν φθάσει. Μερικοί κάθονταν, άλλοι έκαναν βόλτες, άλλοι πάλι πλησίαζαν ο ένας τον άλλον και συστήνονταν. Όλοι τους φορούσαν ρεντινγκότα ή σακάκι, εκτός από έναν απόστρατο αξιωματικό που φορούσε τη στολή του 

κι έναν άλλον με ζακέτα. 

Όλοι, παρά το γεγονός ότι πολλοί είχαν παρατήσει τις δουλειές τους και, όπως και να το κάνουμε, το δικαστήριο  ήταν  γι'  αυτούς  μια  αγγαρεία,  έβλεπες  πως  ένιωθαν  κάποια  ευχαρίστηση  έχοντας συνείδηση ότι εκτελούν σημαντικό κοινωνικό καθήκον. 

Οι  ένορκοι,  που  κάποιοι  από  αυτούς  είχαν  προλάβει  να  γνωριστούν  και  κάποιοι  απλά  είχαν περιοριστεί στο να μαντεύουν με ποιους είχαν να κάνουν, συζητούσαν για τον καιρό, για την άνοιξη που  φέτος  ήρθε  νωρίς,  για  το  τι  μέλει  γενέσθαι.  Όσοι  ακόμα  δεν  είχαν  γνωριστεί  με  τον Νεχλιούντοφ  βιάστηκαν  να  συστηθούν,  θεωρώντας  το,  απ'  ό,τι  φαίνεται,  ιδιαίτερη  τιμή.  Ο Νεχλιούντοφ,  όπως  συνέβαινε  πάντα,  όταν  βρισκόταν  μεταξύ  αγνώστων,  αυτό  το  θεωρούσε αυτονόητο. Αν τον ρωτούσε κάποιος, γιατί βάζει τον εαυτό του πάνω από όλους τους άλλους, δεν 

θα μπορούσε να του απαντήσει∙ όλη του η ζωή δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο να δείξει. Το γεγονός ότι 

Trang 19

μιλούσε  καλά  Αγγλικά,  Γαλλικά  και  Γερμανικά,  ότι  φορούσε  εσώρουχα,  ρούχα,  γραβάτες  και μανικέτια που του προμήθευαν οι καλύτεροι έμποροι του είδους, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει‐

το  καταλάβαινε  κι  ο  ίδιος  αυτό‐την  ανωτερότητά  του.  Από  την  άλλη  πλευρά  όμως,  εκείνος  δεν ένιωθε  την  παραμικρή  αμφιβολία  για  την  ανωτερότητά  του  και  αποδεχόταν  το  σεβασμό  που  του έδειχναν,  όταν  δε  κάτι  τέτοιο  δεν  συνέβαινε,  το  θεωρούσε  προσβολή.  Κι  η  αίθουσα  των  ενόρκων ήταν  ακριβώς  ο  χώρος  εκείνος  που  ένοιωσε  αυτό  το  δυσάρεστο  συναίσθημα  της  έλλειψης σεβασμού για το πρόσωπό του. Μεταξύ των ενόρκων βρέθηκε και ένας γνωστός του. Ήταν ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς (ο Νεχλιούντοφ ποτέ δεν ήξερε το επώνυμό του και μάλιστα περηφανευόταν κάπως που  δεν  το  γνώριζε),  πρώην  δάσκαλος  των  παιδιών  της  αδελφής  του.  Αυτός,  λοιπόν,  ο  Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς είχε τελειώσει μια σχολή και ήταν τώρα δάσκαλος στο σχολείο. Ο Νεχλιούντοφ πάντα τον θεωρούσε ανυπόφορο, επειδή δεν ήξερε να κρατάει τις αποστάσεις, για το αυτάρεσκο χαχανητό του, γενικά επειδή ήταν «παρακατιανός», όπως έλεγε η αδελφή του. 

‐Μπα,  κι  εσείς  εδώ;‐χαχάνισε  δυνατά  ο  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς  πλησιάζοντας  τον  Νεχλιούντοφ.‐Δεν μπορέσατε να γλυτώσετε; 

‐Ούτε μου πέρασε απ' το μυαλό, είπε με αυστηρό και συνάμα βαριεστημένο ύφος ο Νεχλιούντοφ. 

‐Ξέρω, ξέρω, κάνετε το καθήκον σας ως πολίτης  Περιμένετε πρώτα να πεινάσετε και να μην σας αφήνουν  να  κοιμηθείτε  και  τότε  θα  δούμε  πόσ'  απίδια  βάζει  ο  σάκος!  είπε  γελώντας  ακόμα  πιο δυνατά ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς. 

«Να  δεις  που  σε  λίγο  αυτό  το  παπαδοπαίδι  θ'  αρχίσει  να  μου μιλάει  και  στον  ενικό»,  σκέφτηκε  ο Νεχλιούντοφ  κι  αφού  τον  κοίταξε  με  τέτοια  θλίψη  που  θα  ήταν  φυσιολογική  μόνο  αν  είχε  μάθει εκείνη ακριβώς τη στιγμή ότι είχαν πεθάνει όλοι οι συγγενείς του, απομακρύνθηκε και πλησίασε μια ομάδα  ενόρκων  που  είχε  σχηματιστεί  γύρω  από  έναν  ψηλό,  κουρεμένο  γουλί,  σοβαρό  κύριο,  ο οποίος  αφηγιόταν  κάτι  πολύ  ζωηρά.  Ο  κύριος  αυτός  μιλούσε  για  την  δίκη,  που  διεξαγόταν  τώρα στην  αίθουσα  του  αστικού  δικαστηρίου  και  έμοιαζε  να  γνωρίζει  την  υπόθεση  πολύ  καλά  αφού αναφερόταν  σε  δικαστές  και  σε  γνωστούς  δικηγόρους  με  τα  ονόματα  και  τα  πατρώνυμά  τους. Εξηγούσε  την  εκπληκτική  τροπή  που  πήρε  η  δίκη  χάρη  στις  προσπάθειες  γνωστού  δικηγόρου  και παρά  το  γεγονός  ότι  η  αντίδικος,  μια  γριά  αριστοκράτισσα,  είχε  απόλυτο  δίκιο,  ξαφνικά  ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει αρκετά χρήματα στην άλλη πλευρά. 

‐Μεγαλοφυής δικηγόρος! έλεγε. 

Όλοι  τον  άκουγαν  με  σεβασμό.  Κάποιοι  προσπαθούσαν  να  κάνουν  τις  δικές  τους  παρατηρήσεις, αλλά εκείνος τους διέκοπτε όλους, λες και μόνο αυτός γνώριζε την αληθινή εικόνα των πραγμάτων. 

Ο  Νεχλιούντοφ  αναγκάστηκε  να  περιμένει  αρκετή  ώρα  ακόμη  κι  ας  είχε  αργήσει  λίγο  να  έρθει.  Η υπόθεση καθυστερούσε επειδή κάποιο από τα μέλη του δικαστηρίου δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. 

Trang 20

Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ  έφθασε  στο  δικαστήριο  από  νωρίς.  Ήταν  ένας  ψηλός,  γεμάτος  άνδρας  με  μεγάλες γκρίζες φαβορίτες. Ήταν παντρεμένος, μα έκανε μια πολύ άστατη ζωή, όπως και η γυναίκα του. Δεν ενοχλούσαν  ο  ένας  τον  άλλο.  Σήμερα  το  πρωί  είχε  λάβει  ένα  σημείωμα  από  την  Ελβετίδα γκουβερνάντα  που  ζούσε  στο  σπίτι  τους  το  καλοκαίρι∙  του  έγραφε  πως  βρισκόταν  ήδη  στην Πετρούπολη ερχόμενη από το Νότο και ότι θα τον περίμενε από τις τρεις ως τις έξι στο ξενοδοχείο 

"Ιτάλια".  Γι'  αυτό  και  ήθελε  ν'  αρχίσει  και  να  τελειώσει  γρήγορα  τη  σημερινή  συνεδρίαση,  για  να προλάβει να επισκεφτεί αυτή την μικρή κοκκινομάλλα, την Κλάρα Βασίλιεβνα, με την οποία είχε μια ερωτική περιπέτεια το περασμένο καλοκαίρι στη ντάτσα του. 

Μπαίνοντας στο γραφείο του κλείδωσε την πόρτα, έβγαλε από το κάτω ράφι του ντουλαπιού με τα διάφορα έγγραφα δυο αλτήρες και έκανε είκοσι κινήσεις προς τα πάνω, μπροστά, στο πλάι και προς 

τα κάτω και στη συνέχεια έκανε γρήγορα δύο βαθιά καθίσματα, κρατώντας τους αλτήρες πάνω απ' 

το κεφάλι του. 

«Τίποτα  δεν  μπορεί  να  σε  κρατήσει  καλύτερα  σε  φόρμα  από  ένα  καλό  ντους  και  τη  γυμναστική», σκέφτηκε ψηλαφίζοντας με το αριστερό του χέρι, μ' αυτό που φορούσε τη βέρα στον παράμεσο, το φουσκωμένο ποντίκι του δεξιού του μπράτσου. Ετοιμαζόταν να κάνει δύο ακόμα ασκήσεις (πάντα τις έκανε πριν από το πολύωρο καθισιό της δίκης), όταν η πόρτα άρχισε να τρέμει. Κάποιος ήθελε να την ανοίξει. Ο πρόεδρος έβαλε βιαστικά τα βάρη στη θέση τους και ξεκλείδωσε την πόρτα. 

‐Συγγνώμη, είπε. 

Μπήκε  στο  γραφείο  ένα  από  τα  μέλη  του  δικαστηρίου∙  φορούσε  γυαλιά  με  χρυσό  σκελετό,  ήταν κοντός με ανασηκωμένους ώμους και κατσουφιασμένο πρόσωπο. 

‐Πάλι απουσιάζει ο Ματφέι Νικίτιτς, είπε δυσαρεστημένα. 

‐Ώστε λείπει; είπε ο πρόεδρος φορώντας τη στολή του.‐ Αιωνίως καθυστερημένος  

‐Η  ασυνειδησία  του  είναι  κάτι  το  καταπληκτικό,  είπε  ο  κακόκεφος  δικαστής  και  πήγε  να  καθήσει βγάζοντας τα παπούτσια του. 

Ο δικαστής αυτός, άνθρωπος πολύ τακτικός, είχε σήμερα το πρωί μια δυσάρεστη σύγκρουση με τη γυναίκα  του,  επειδή  εκείνη  είχε  ξοδέψει  νωρίτερα  από  το  καθορισμένο  χρονικό  διάστημα  τα χρήματα  που  της  είχε  διαθέσει  να  περάσει  το  μήνα.  Του  ζήτησε  να  της  δώσει  μια  προκαταβολή, εκείνος  όμως  δήλωσε  ότι  δεν  επρόκειτο  να  υποχωρήσει.  Έγινε  σκηνή.  Η  γυναίκα  του  τον προειδοποίησε  πως  σ'  αυτή  την  περίπτωση,  δεν  θα  έπρεπε  το  μεσημέρι  να  περιμένει  φαΐ.  Στο σημείο  αυτό  εκείνος  έφυγε  απ'  το  σπίτι  σίγουρος  ότι  η  γυναίκα  του  θα  πραγματοποιούσε  την απειλή  της,  από  αυτή  όλα  μπορούσε  να  τα  περιμένει.  «Αυτά  παθαίνει  όποιος  ζει  ενάρετα  και ηθικά»,  σκέφτηκε  βλέποντας  τον  εύθυμο  και  καλοκάγαθο  πρόεδρο,  που  έσφυζε  από  υγεία,  να στρώνει τις φαβορίτες του κι απ' τις δύο πλευρές του κεντημένου του κολάρου με τα όμορφα άσπρα του  χέρια,  «αυτός  πάντα  ευχαριστημένος  και  εύθυμος,  ενώ  εγώ  βασανίζομαι».  Μπήκε  ο γραμματέας και έφερε κάποιο φάκελο. 

‐  Σας  είμαι  ευγνώμων,  είπε  ο  πρόεδρος  κι  άναψε  το  παπιρόσι.  ‐  Ποια  υπόθεση  θα  εκδικάσουμε πρώτη; 

‐Νομίζω αυτή της φαρμακείας, είπε μάλλον αδιάφορα ο γραμματέας. 

Trang 21

‐Καλώς,  ας  είναι  η  φαρμακεία,  είπε  ο  πρόεδρος  καταλαβαίνοντας  ότι  πρόκειται  για  υπόθεση  που μπορεί να τελειώσει μέχρι τις τέσσερις και μετά θα είναι ελεύθερος να φύγει.‐Ο Ματφέι Νικίτιτς δεν φάνηκε ακόμα; 

‐Ο Μιχαήλ Πετρόβιτς θα ήθελε να μάθει αν είστε έτοιμος, τον ρώτησε ο γραμματέας. 

‐Εννοείται, εγώ είμαι πάντα έτοιμος, είπε ο αντιεισαγγελέας.‐Ποια υπόθεση είναι πρώτη; 

‐Η φαρμακεία. 

‐ Θαυμάσια, είπε ο αντιεισαγγελέας, αλλά κάθε άλλο παρά θαυμάσιο το έβρισκε αυτό. Όλη τη νύχτα δεν  είχε  κλείσει  μάτι.  Είχε  ξεπροβοδίσει  με  την  παρέα  του  έναν  φίλο,  είχαν  πιει  πολύ,  έπαιξαν χαρτιά μέχρι τις δύο, μετά πήγαν για γυναίκες σ' εκείνο τον ίδιο τον «οίκο» που πριν από έξι μήνες βρισκόταν η Μάσλοβα, κι η υπόθεση της φαρμακείας ήταν αυτή ακριβώς που δεν είχε προλάβει να μελετήσει, γι' αυτό ήθελε να της ρίξει  μια γρήγορη ματιά. Ο γραμματέας, πάλι, επίτηδες  πρότεινε στον  πρόεδρο  να  εκδικάσει  πρώτη  αυτή  την  υπόθεση,  γνωρίζοντας  ότι  ο  αντιεισαγγελέας  δεν  την είχε  διαβάσει.  Ήταν  άνθρωπος  φιλελεύθερος  με  ριζοσπαστικές  μάλλον  ιδέες.  Ο  Μπρεβέ,  από  την άλλη  πλευρά,  ήταν  συντηρητικός  και,  όπως  όλοι  οι  Γερμανοί  κρατικοί  υπάλληλοι  στη  Ρωσία, ιδιαίτερα αφοσιωμένος στην Ορθοδοξία, κι ο γραμματέας τον αντιπαθούσε και εποφθαλμιούσε τη θέση του. 

‐Και τι θα γίνει με τους Σκόπτσι4; ρώτησε ο γραμματέας. 

‐Είπα ότι δεν είμαι σε θέση να την αναλάβω, απάντησε ο αντιεισαγγελέας, δεν υπάρχουν μάρτυρες, αυτό πρόκειται να δηλώσω και στο δικαστήριο. 

‐Και τι σημασία έχει αυτό; 

‐Σας είπα, δεν γίνεται! 

Και κουνώντας το χέρι του, μπήκε τρέχοντας στο γραφείο του.  Ανέβαλε την  δίκη για τους Σκόπτσι εξαιτίας  της  απουσίας  ενός  τελείως  ασήμαντου  και  άχρηστου  μάρτυρα,  μόνο  και  μόνο  επειδή  η υπόθεση  αυτή  εκδικαζόταν  σε  δικαστήριο  όπου  οι  ένορκοι  ήταν  άνθρωποι  μορφωμένοι  και μπορούσε να καταλήξει στην αθώωσή τους. Είχε συμφωνήσει με τον πρόεδρο να ορίσουν δικάσιμο στο περιφερειακό δικαστήριο, εκεί που οι ένορκοι αγρότες θα είναι πιο πολλοί, επομένως θα είναι περισσότερες και οι πιθανότητες οι κατηγορούμενοι να καταδικαστούν. 

Trang 22

Η κίνηση στο διάδρομο ολοένα και ζωήρευε. Οι περισσότεροι είχαν συγκεντρωθεί στην αίθουσα του αστικού  δικαστηρίου  εκεί  όπου  διεξαγόταν  η  δίκη  για  την  οποία  μιλούσε  προηγούμενα  στους ενόρκους  ο  σοβαρός  εκείνος  κύριος  που  του  άρεσε  να  παρακολουθεί  δίκες.  Στο  διάλειμμα  βγήκε από  την  αίθουσα  εκείνη  η  γριά  που  της  είχε  ρημάξει  την  περιουσία  ο  αετονύχης  δικηγόρος  προς όφελος του πελάτη του, αν και δεν υπήρχε το παραμικρό έρεισμα∙ αυτό το γνώριζαν και οι δικαστές, πόσο μάλλον ο ενάγων και ο δικηγόρος του, όμως ήταν τόσο έξυπνη η αγωγή του που ήταν αδύνατο 

να μην της ξαφρίσει την περιουσία. 

Η  γριά  ήταν  μια  χοντρή  γυναίκα  καλοντυμένη,  φορούσε  καπέλο  που  το  στόλιζαν  κάτι  πελώρια λουλούδια.  Βγαίνοντας  από  την  αίθουσα,  σταμάτησε  στη  μέση  του  διαδρόμου,  σήκωσε  τα  μικρά χοντρά της χέρια και άρχισε να φωνάζει ασταμάτητα μπροστά στον δικηγόρο της: «Τι πράματα είναι αυτά: Κάντε μου τη χάρη! Τι θα γίνει παραπέρα;» Εκείνος κοίταζε τα λουλούδια στο καπέλο της και δεν την άκουγε προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι. 

Μετά  την  γριά  βγήκε  γρήγορα  απ'  την  αίθουσα  του  αστικού  δικαστηρίου,  με  το φρεσκοκολλαρισμένο  του  πλαστρόν  ν'  αστράφτει,  μ'  ένα  αυτάρεσκο  χαμόγελο  στο  πρόσωπο  κι  ο περίφημος δικηγόρος που με τα τεχνάσματά του η γριούλα με τα λουλούδια έμεινε πανί με πανί κι 

ο δικός του πελάτης είχε κερδίσει εκατό χιλιάδες ρούβλια, ενώ ο ίδιος πάνω από δέκα χιλιάδες. Όλα 

τα μάτια στράφηκαν στον δικηγόρο, κι αυτός το ένιωσε και με τον τρόπο που πέρασε γρήγορα πλάι από το συγκεντρωμένο πλήθος έμοιαζε να λέει: «Παρακαλώ να λείπουν οι εκδηλώσεις λατρείας». 

Trang 23

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ  έφθασε  και  ο  Ματφέι  Νικίτιτς.  Τον  συνόδευε  ο  κλητήρας  του  δικαστηρίου,  ένας αδύνατος  άνδρας  με  μακρύ  λαιμό  και  στραβωμένο  το  κάτω  χείλι  περπατώντας  μονόπαντα.  Ο κλητήρας  ήταν  ένας  έντιμος  άνθρωπος,  με  πανεπιστημιακή  μόρφωση,  αλλά  δεν  μπορούσε  να στεριώσει  σε  καμμιά  δουλειά,  γιατί  έπινε  του  θανατά.  Πριν  από  τρεις  μήνες  μια  κόμισσα  που συμπαθούσε  τη  γυναίκα  του  τον  βόλεψε  σ'  αυτή  τη  δουλειά  κι  ήταν  ευτυχής  που  τα  'χε  μέχρι σήμερα καταφέρει να την κρατήσει. 

‐Λοιπόν κύριοι, μαζευτήκατε όλοι; ρώτησε στερεώνοντας τα πενς‐νε στη μύτη του, μετρώντας με το βλέμμα τους ενόρκους. 

‐Μου φαίνεται ναι, απάντησε ο εύθυμος έμπορος. 

‐Ας κάνουμε κι έναν έλεγχο, συνέχισε ο κλητήρας και βγάζοντας ένα φύλλο χαρτί απ' την τσέπη του, άρχισε να διαβάζει τα ονόματα, κοιτάζοντας αυτούς που καλούσε πότε πάνω και πότε μέσα από τα πενς‐νε. 

‐Ο λοχαγός Γιούρι Ντμίτριεβιτς Ντάντσενκο, ο έμπορος Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Κουλεσόφ;  κ.λπ. Απουσίαζαν μόνο δύο ένορκοι. 

‐Και τώρα, κύριοι περάστε στην αίθουσα, είπε ο κλητήρας. Και τους έδειξε ευγενικά με το χέρι του την πόρτα. 

Ετοιμάστηκαν  όλοι  να  βγουν  παραχωρώντας  με  αβρότητα  ο  ένας  στον  άλλο  τη  σειρά  του,  ώσπου βγήκαν στο διάδρομο και από κει πέρασαν στην αίθουσα των συνεδριάσεων. 

Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν μεγάλη και επιμήκης. Στη μια άκρη της υπήρχε μια εξέδρα με τρία σκαλοπάτια. Στη μέση της εξέδρας ήταν τοποθετημένο ένα τραπέζι σκεπασμένο με πράσινη τσόχα που τελείωνε σε σκούρα πράσινα κρόσσια. Πίσω από το τραπέζι έβλεπε κανείς τρεις πολυθρόνες με πολύ  ψηλές  σκαλιστές  δρύινες  πλάτες,  πίσω  από  τις  πολυθρόνες  κρεμόταν  σε  χρυσή  κορνίζα  το 

Trang 24

ολόσωμο φανταχτερό πορτραίτο του Αυτοκράτορα με τη στολή και την κορδέλα, με το ένα πόδι να ξεχωρίζει μπροστά και το χέρι του να ακουμπάει στο ξίφος. Στη δεξιά γωνία βρισκόταν κρεμασμένη μέσα  σε  θήκη  μια  εικόνα  του  Χριστού  με  το  αγκάθινο  στεφάνι  και  από  κάτω  και  δεξιά  του,  το έδρανο  του  εισαγγελέα.  Αριστερά  στο  βάθος  απέναντι  από  το  έδρανο  ήταν  το  τραπεζάκι  του γραμματέα  και  πιο  κοντά  προς  το  ακροατήριο  υπήρχε  ένα  τορνευτό  δρύινο  κιγκλίδωμα  που  πίσω του άδειο ακόμα, περίμενε το εδώλιο των κατηγορουμένων. Στη δεξιά πλευρά πάνω σε μια εξέδρα ήταν τοποθετημένες δύο  σειρές από καρέκλες, κι αυτές με  ψηλές πλάτες, για τους ενόρκους, ενώ από  κάτω  ακριβώς  ήταν  τα  τραπέζια  των  συνηγόρων.  Όλα  αυτά  βρίσκονταν  στο  μπροστινό  μέρος της αίθουσας που την χώριζε ένα κιγκλίδωμα στα δύο. Στο υπόλοιπο είχαν τοποθετηθεί πάγκοι για 

το  ακροατήριο  αμφιθεατρικά  μέχρι  το  τέλος  της  αίθουσας.  Στους  μπροστινούς  πάγκους,  τέσσερις γυναίκες,  έμοιαζαν  εργάτριες  ή  καμαριέρες,  και  δύο  άνδρες,  εργάτες  κι  αυτοί,  κάθονταν σαστισμένοι  με  την  μεγαλόπρεπη  διακόσμηση  της  αίθουσας  και  μιλούσαν  μεταξύ  τους  δειλά  και χαμηλόφωνα. 

Λίγο  μετά  την  είσοδο  των  ενόρκων  ο  κλητήρας,  γέρνοντας  στη  μια  πλευρά  του  στάθηκε  στη  μέση της αίθουσας και με βροντερή φωνή, σαν να 'θελε να τους τρομάξει όλους, φώναξε: 

‐Κύριοι, το δικαστήριο! 

Όλοι  σηκώθηκαν.  Οι  δικαστές  ανέβηκαν  στην  έδρα:  πρώτος  προχώρησε  ο  πρόεδρος  με  το γεροδεμένο  παράστημα  και  τις  θαυμάσιες  φαβορίτες,  ακολούθησε  ο  κατσούφης  δικαστής  με  τα χρυσά γυαλιά, πιο κατσούφης από πριν, γιατί συναντώντας τον κουνιάδο του, υποψήφιο δικαστή, λίγο πριν αρχίσει η δίκη έμαθε πως η γυναίκα του δεν είχε τελικά ετοιμάσει φαγητό το μεσημέρι. 

‐Μάλλον μας βλέπω να πηγαίνουμε στο καπηλειό, του είπε γελώντας ο κουνιάδος. 

‐Δεν είναι για γέλια, απάντησε ο κατσούφης δικαστής και κατσούφιασε περισσότερο. 

Ο  τρίτος  δικαστής  ήταν  ο  γνωστός  Ματφέι  Νικίτιτς  που  πάντα  έφθανε  αργοπορημένος∙  ένας άνθρωπος  με  γενειάδα  και  μεγάλα  καλοσυνάτα  εξογκωμένα  μάτια.  Υπέφερε  από  φλεγμονή  στο στομάχι  και  εκείνο  το  πρωινό,  με  υπόδειξη  του  γιατρού,  άρχισε  μια  νέα  θεραπεία  και  γι'  αυτό χρειάστηκε  να  μείνει  στο  σπίτι  παραπάνω  από  το  συνηθισμένο.  Καθώς  ανέβαινε  στην  έδρα. φαινόταν να είναι προσηλωμένος σε κάτι, γιατί είχε τη μανία να βάζει ερωτήματα στον εαυτό του και ν' απαντά με τους πιο παράξενους τρόπους. Τώρα λοιπόν είχε αποφασίσει, ότι αν ο αριθμός των βημάτων του από την πόρτα μέχρι την πολυθρόνα διαιρείται ακριβώς με το τρία, η νέα θεραπεία θα τον  θεραπεύσει  από  τη  φλεγμονή,  αν  όμως  δεν  διαιρείται   δεν  θα  θεραπευτεί.  Τα  βήματα  ήταν είκοσι  έξι,  μα  εκείνος  έκανε  άλλο  ένα  μικρό  βήμα  και  ακριβώς  στο  είκοσι  επτά  έφθασε  στην πολυθρόνα. 

Οι  φιγούρες  του  προέδρου  και  των  δικαστών,  έτσι  όπως  ανέβηκαν  στην  έδρα,  με  τους χρυσοκέντητους  γιακάδες  των  στολών  τους,  ήταν  πολύ  εντυπωσιακές.  Το  ένιωθαν  κι  οι  ίδιοι,  έτσι και οι τρεις,  αμήχανοι λες από την μεγαλοπρέπειά  τους, κάθισαν στις  σκαλιστές τους πολυθρόνες βιαστικά και σεμνά χαμηλώνοντας το βλέμμα τους, στο σκεπασμένο με την πράσινη τσόχα τραπέζι πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένο κάποιο τριγωνικό αντικείμενο στολισμένο με το δικέφαλο αετό, γυάλινα βάζα, σαν αυτά που φυλάνε τα σοκολατάκια στους μπουφέδες, ένα μελανοδοχείο, πένες, χαρτί λευκό και θαυμάσια, φρεσκοξυσμένα μολυβιά σε διαφορετικά μεγέθη. Μαζί με τους δικαστές μπήκε και ο αντιεισαγγελέας. Με την ίδια βιασύνη, με το χαρτοφύλακα υπό μάλης, και κουνώντας 

το  χέρι  του  με  τον  ίδιο  τρόπο  προχώρησε  στη  θέση  του  κοντά  στο  παράθυρο  και  την  ίδια  στιγμή βυθίστηκε  στην  ανάγνωση  και  την  εξέταση  των  εγγράφων,  εκμεταλλευόμενος  κάθε  λεπτό  που διέθετε  για  να  προετοιμαστεί  για  τη  δίκη.  Αναλάμβανε  το  ρόλο  του  κατηγόρου  για  τέταρτη  μόλις φορά.  Ήταν  πολύ  φιλόδοξος,  είχε  δώσει  όρκο  στον  εαυτό  του  να  κάνει  καριέρα  και  γι'  αυτό  το 

Trang 25

Ο γραμματέας που καθόταν στην απέναντι άκρη της έδρας είχε προετοιμάσει όλα τα έγραφα που 

θα  μπορούσαν  να  χρειαστούν  στην  ακροαματική  διαδικασία  και  τώρα  κοίταζε  στα  πεταχτά  ένα απαγορευμένο άρθρο που είχε βρει και διάβαζε από χθες. Ήθελε πολύ να μιλήσει γι' αυτό με τον γενειοφόρο  δικαστή  που  συμμεριζόταν  τις  ιδέες  του  και  πριν  μιλήσουν  ήθελε  να  μάθει  καλά  τι έγραφε. 

Trang 26

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ αφού συμβουλεύτηκε τα χαρτιά του, έκανε μερικές ερωτήσεις στον κλητήρα και στον γραμματέα  και  παίρνοντας  καταφατικές  απαντήσεις  έδωσε  εντολή  να  οδηγήσουν  στην  αίθουσα τους  κατηγορουμένους.  Την  ίδια  στιγμή  η  πόρτα  από  το  κιγκλίδωμα  άνοιξε  και  στην  αίθουσα μπήκαν  δύο  χωροφύλακες  με  γούνινους  σκούφους  στο  κεφάλι  και  γυμνά  σπαθιά  στα  χέρια.  Τους ακολούθησαν  οι  κατηγορούμενοι∙  πρώτος  μπήκε  ένας  φακιδιάρης  κοκκινομάλλης,  και  μετά  δύο γυναίκες.  Ο  άνδρας  με  τη  ρόμπα  της  φυλακής  θεόφαρδια  και  μακριά,  σαν  τσουβάλι  πάνω  του, μπήκε  στο  δικαστήριο  κρατώντας  τα  χέρια  κολλημένα  στο  σώμα  του,  με  τα  μεγάλα  δάχτυλά  του ανοιχτά, για να εμποδίζει τα μακριά μανίκια της ρόμπας να γλυστρήσουν. Δεν κοίταξε τους δικαστές ούτε τ' ακροατήριο, αλλά έψαξε με το βλέμμα του προσεκτικά από όλες τις πλευρές το εδώλιο του κατηγορουμένου. Αφού το καλοεξέτασε, κάθισε σιγά‐σιγά στην άκρη κάνοντας χώρο στους άλλους, κάρφωσε το βλέμμα του στον πρόεδρο και τα σαγόνια του και τα μάγουλά του τρεμόπαιζαν, λες και κάτι να ψιθύριζε. Μετά μπήκε μια μεσόκοπη γυναίκα που φορούσε κι αυτή ρόμπα. Το κεφάλι της ήταν  σκεπασμένο  με  το  μαντήλι  που  φορούν  συνήθως  οι  κρατούμενες,  το  πρόσωπό  της  ήταν γκριζόασπρο,  χωρίς  φρύδια  και  βλεφαρίδες,  αλλά  με  κατακόκκινα  μάτια.  Η  γυναίκα  φαινόταν τελείως  ατάραχη.  Ετοιμαζόταν  να  πάρει  τη  θέση  της  στο  εδώλιο,  όταν  η  ρόμπα  της  πιάστηκε  από κάπου∙ σταμάτησε, την ξέμπλεξε προσεκτικά, χωρίς να βιάζεται και κάθισε. Η τρίτη κατηγορούμενη ήταν η Μάσλοβα. 

Μόλις μπήκε, τα μάτια όλων των ανδρών στην αίθουσα στράφηκαν πάνω της και για πολύ ώρα δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από τα μαύρα λαμπερά της μάτια και το μεγάλο στήθος που ξεχώριζε κάτω από την ρόμπα. Ακόμα κι ο χωροφύλακας, όταν αυτή πέρασε πλάι του, την παρακολουθούσε επίμονα  μέχρι  να  πάρει  τη  θέση  της  στο  εδώλιο,  κι  όταν,  επιτέλους,  κάθισε,  εκείνος  νιώθοντας θαρρείς  ένοχος,  έστρεψε  αλλού  το  κεφάλι  του,  τινάχτηκε,  και  κάρφωσε  το  βλέμμα  του  στο παράθυρο μπροστά του. 

Ο πρόεδρος περίμενε να πάρουν οι κατηγορούμενοι τις θέσεις τους και, μόλις κάθισε η Μάσλοβα, απευθύνθηκε στον γραμματέα. 

Άρχισε  η  συνηθισμένη  διαδικασία:  διαβάστηκαν  τα  ονόματα  των  ενόρκων,  σχολιάστηκαν  εκείνοι που  απουσίαζαν,  τους  επιβλήθηκε  πρόστιμο,  πάρθηκε  απόφαση  για  όσους  απουσίαζαν δικαιολογημένα  και  συμπληρώθηκαν  οι  κενές  θέσεις  από  τους  αναπληρωματικούς.  Κατόπιν  ο πρόεδρος  δίπλωσε  τους  κλήρους,  τους  έβαλε  στο  γυάλινο  βάζο  και  σηκώνοντας  λίγο  τα  κεντητά μανίκια της στολής του, ξεγυμνώνοντας έτσι τα τριχωτά του χέρια, άρχισε με κινήσεις που θύμιζαν ταχυδακτυλουργό  να  βγάζει  έναν  έναν  τους  κλήρους,  να  τους  ξεδιπλώνει  και  να  τους  διαβάζει. Μετά κατέβασε τα μανίκια του και παρεκάλεσε τον παπά να ορκίσει τους ενόρκους. 

Ο παπάς, ένας γέρος με πρησμένο κίτρινο πρόσωπο, καφετί ράσο με χρυσό σταυρό στο στήθος και κάποιο άλλο διακριτικό καρφιτσωμένο στο πλάι του, προχώρησε προς το αναλόγιο που βρισκόταν κάτω από την εικόνα, κουνώντας αργά αργά τα πρησμένα πόδια του. 

Οι ένορκοι σηκώθηκαν και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο προχώρησαν προς το αναλόγιο. 

‐Πλησιάστε, είπε ο παπάς, χαϊδεύοντας με το παχουλό του χέρι το σταυρό στο στήθος περιμένοντας 

να μαζευτούν όλοι οι ένορκοι. 

Αυτός ο παπάς είχε χειροτονηθεί πριν σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια και σχεδίαζε να γιορτάσει την πεντηκοστή επέτειό του μετά από τρία χρόνια με τον ίδιο τρόπο που τη γιόρτασε ο πρωθιερέας της μητρόπολης.  Συμμετείχε  πάντα  στην  έναρξη  της  ακροαματικής  διαδικασίας  του  περιφερειακού δικαστηρίου κι ήταν πολύ περήφανος γιατί είχε ορκίσει μερικές δεκάδες χιλιάδες ενόρκους και γιατί 

Trang 27

σε  ομόλογα.  Ποτέ  δεν  είχε  σκεφτεί  πως  η  δουλειά  του  στο  δικαστήριο,  δηλαδή  το  να  ορκίζει ανθρώπους  στο  Ευαγγέλιο  το  οποίο  απαγορεύει  τους  όρκους,  δεν  ήταν  ικανοποιητική  δουλειά∙  κι όχι  μόνο  δεν  ήταν  δυσαρεστημένος,  αλλά  του  άρεσε  αυτή  η  ρουτινιάρικη  ασχολία,  μια  και  συχνά είχε την ευκαιρία να γνωρίζεται με ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας. Σήμερα, για παράδειγμα, είχε την ευχαρίστηση να γνωρίσει τον γνωστό δικηγόρο που του ενέπνεε το σεβασμό, επειδή μόνο για την  υπόθεση  της  γριούλας  με  τα  πελώρια  λουλούδια  στο  καπέλο  είχε  κερδίσει  δέκα  χιλιάδες ρούβλια. 

Όταν  οι  ένορκοι  ανέβηκαν  στις  θέσεις  τους  ο  παπάς  πέρασε  στο  σχεδόν  καραφλό  κεφάλι  του  το βρόμικο πετραχήλι, ίσιωσε τις λιγοστές γκρίζες τρίχες και απευθύνθηκε στους ενόρκους. 

‐Σηκώστε  το  δεξί  χέρι,  ενώστε  τα  δάχτυλα  έτσι,  είπε  με  αργή  γεροντική  φωνή,  σηκώνοντας  το παχουλό  του  χέρι  με  τα  λακάκια  σε  κάθε  δάχτυλο.‐Επαναλάβετε  μετά  από  μένα,  είπε  κι  άρχισε:‐Υπόσχομαι και ορκίζομαι στον Παντοδύναμο Θεό, ενώπιον του Αγίου Ευαγγελίου και του ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου ημών, ότι στην υπόθεση ‐έλεγε σταματώντας ύστερα από κάθε φράση. ‐Μη χαμηλώνετε τα χέρια σας, κρατήστε τα στη θέση τους, είπε σ' ένα νεαρό που είχε χαμηλώσει το χέρι του, ‐ ότι στην υπόθεση για την οποία  

Ο σοβαρός κύριος με τις φαβορίτες, ο συνταγματάρχης, ο έμπορος και άλλοι κρατούσαν τα δάχτυλά τους ενωμένα όπως τους είχε δείξει ο παπάς, τα χέρια τους ήταν σηκωμένα ψηλά και φαίνονταν ότι 

το απολάμβαναν, καθώς την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι κρατούσαν τα χέρια τους ψηλά με το ζόρι και αδιάφορα. Μερικοί επαναλάμβαναν τα λόγια του πολύ δυνατά, με ζήλο και με μια έκφραση σαν να ήθελαν να πουν: «Εγώ θα τα πω, θα τα πω τα λόγια», κάποιοι τα ψιθύριζαν, έμειναν πίσω και μετά, λες  και  τρόμαζαν,  βιάζονταν  να  προλάβουν  τον  παπά  κι  έκαναν  λάθος.  Άλλοι  πάλι,  κρατούσαν πεισματικά τα χέρια τους με τα δάχτυλα τόσο σφιχτά σα να φοβόντουσαν ότι κάτι θα χάσουν, ενώ 

οι διπλανοί τους μια τα άνοιγαν και μια τα έκλειναν. Κανείς δεν ένιωθε άνετα, μόνο ο γερο‐παπάς ήταν απόλυτα σίγουρος πως επιτελούσε σημαντικό και ωφέλιμο έργο. 

Μετά την ορκωμοσία ο πρόεδρος ζήτησε από τους ενόρκους να επιλέξουν τον επικεφαλής τους. Οι ένορκοι σηκώθηκαν και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο πέρασαν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου την  ίδια  κιόλας  στιγμή  έβγαλαν  τα  παπιρόσι  κι  άρχισαν  να  καπνίζουν.  Κάποιος  πρότεινε  για επικεφαλής  τον  σοβαρό  κύριο  κι  αμέσως  όλοι  συμφώνησαν.  Έσβησαν  τ'  αποτσίγαρά  τους  και γύρισαν στην αίθουσα. Ο επικεφαλής ανακοίνωσε στον πρόεδρο την επιλογή των ενόρκων και για άλλη μια φορά κάθισαν σε δύο σειρές στις καρέκλες με τις ψηλές πλάτες, περνώντας ο ένας πάνω απ' τα πόδια του άλλου. 

Όλα προχωρούσαν χωρίς καθυστέρηση, γρήγορα και με κάποια επισημότητα κι αυτή η ακρίβεια, η συνέπεια  και  η  επισημότητα,  απ'  ό,τι  φαινόταν,  ικανοποιούσαν  ιδιαίτερα  όσους  έπαιρναν  μέρος, επιβεβαιώνοντας  στη  συνείδησή  τους  την  πεποίθηση  ότι  επιτελούν  ένα  σοβαρό  και  σημαντικό κοινωνικό έργο. Αυτό το συναίσθημα είχε συνεπάρει και τον Νεχλιούντοφ. 

Μόλις  οι  ένορκοι  κάθισαν,  ο  πρόεδρος  τους  μίλησε  για  τα  δικαιώματα,  τις  υποχρεώσεις  και  τις ευθύνες  τους.  Καθώς  μιλούσε  ο  πρόεδρος,  άλλαζε  συνέχεια  θέση,  πότε  έγερνε  στο  αριστερό  και πότε στο δεξιό του χέρι, πότε στην πλάτη και πότε στα χέρια της πολυθρόνας, πότε ίσιωνε τις άκρες του χαρτιού  που είχε μπροστά του, πότε χάιδευε το χαρτοκόπτη και πότε στριφογύριζε  το μολύβι του. 

Σύμφωνα,  λοιπόν,  μ'  όσα  τους  είπε  ο  πρόεδρος,  είχαν  το  δικαίωμα  να  κάνουν  ερωτήσεις  στους κατηγορουμένους μέσω του προέδρου, μπορούσαν να έχουν μολύβι και χαρτί και να εξετάζουν τα 

Trang 28

πειστήρια του εγκλήματος. Είχαν την υποχρέωση να δικάζουν τίμια και όχι άδικα. Έφεραν γι' αυτό ευθύνη  και  μπορούσαν  να  τιμωρηθούν  σε  περίπτωση  που  δεν  τηρούσαν  το  απόρρητο  των συνεδριάσεων και έρχονταν σε επαφή με τρίτους. 

Όλοι  άκουγαν  με  ευλαβική  προσοχή.  Ο  έμπορος,  που  μύριζε  κρασίλα  και  προσπαθούσε  να συγκρατήσει ένα δυνατό ρέψιμο, κουνούσε καταφατικά σε κάθε φράση το κεφάλι του. 

Trang 30

‐Το όνομά σας; ρώτησε, αναστενάζοντας κουρασμένα, ο πρόεδρος την κατηγορούμενη χωρίς να την κοιτάει, εξετάζοντας κάτι στα χαρτιά που είχε μπροστά του. Όλα αυτά ήταν τόσο συνηθισμένα για τον πρόεδρο που για να επιταχύνει τη διαδικασία μπορούσε να κάνει δύο δουλειές ταυτόχρονα. 

Η  Μποτσκόβα  ήταν  43  χρόνων,  μικροαστή  από  το  Καλόμενσκ,  δούλευε  καμαριέρα  στο  ίδιο ξενοδοχείο, το "Μαυριτάνια". Δεν είχε ποτέ κατηγορηθεί ή καταδικαστεί και είχε πάρει αντίγραφο του  κατηγορητηρίου.  Η  Μποτσκόβα  απαντούσε  αρκετά  θαρραλέα,  η  φωνή  της  είχε  μια  τέτοια έκφραση που νόμιζες πως σε κάθε της απάντηση έλεγε: «Ναι, είμαι η Γιεφήμια η Μποτσκόβα, πήρα αντίγραφο  κι  είμαι  περήφανη  γι'  αυτό,  και  δεν  πρόκειται  να  επιτρέψω  σε  κανένα  να  με περιγελάσει»  και  χωρίς  να  περιμένει  να  της  πουν,  κάθισε  στη  θέση  της  μόλις  τελείωσαν  οι ερωτήσεις. 

‐Ονομάζεστε;‐ρώτησε ο γυναικάς πρόεδρος ιδιαίτερα διαχυτικά την τρίτη κατηγορουμένη. ‐Πρέπει 

να σηκωθείτε, πρόσθεσε μαλακά και τρυφερά βλέποντας ότι η Μάσλοβα καθόταν. 

Εκείνη  σηκώθηκε  με  μια  γρήγορη  κίνηση  προτείνοντας  το  μεγάλο  της  στήθος  και  χωρίς  ν'  απαντά κοιτούσε τον πρόεδρο κατάματα με τα γελαστά, λίγο αλλήθωρα μαύρα της μάτια, με μια έκφραση γεμάτη προθυμία. 

‐Πώς σε λένε; 

‐Λιουμπόφ (Αγάπη), βιάστηκε ν' απαντήσει η Μάσλοβα. Στο μεταξύ ο Νεχλιούντοφ είχε φορέσει το πενς‐νε  του  και  εξέταζε  τους  κατηγορουμένους,  καθώς  τους  φώναζαν.  «Δεν  είναι  δυνατόν, σκέφτηκε χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από την κατηγορουμένη, ακούγοντας την απάντηση, όχι και Λιουμπόφ!». 

Ο  πρόεδρος  ήθελε  να  συνεχίσει  τις  ερωτήσεις,  μα  ο  δικαστής  με  τα  γυαλιά  τον  σταμάτησε ψιθυρίζοντας του κάτι θυμωμένα. Ο πρόεδρος κούνησε το κεφάλι του δείχνοντας ότι συμφωνεί και γύρισε προς την κατηγορουμένη. 

‐Λιουμπόφ; Σας έχουμε γράψει διαφορετικά. Η κατηγορουμένη δε μιλούσε. 

‐Σας ερωτώ, ποιο είναι το πραγματικό σας όνομα; 

‐Πώς σε βάφτισαν; ρώτησε θυμωμένα ο δικαστής. 

Trang 31

«Μα  δεν  είναι  δυνατόν»,  συνέχιζε  να  μονολογεί  ο  Νεχλιούντοφ,  κι  όμως  χωρίς  καμιά  αμφιβολία ήξερε ότι ήταν αυτή η ίδια κοπέλα, το ψυχοπαίδι, η καμαριέρα που είχε κάποτε ερωτευτεί, ναι, ναι ερωτευτεί και μέσα στο παράφορο πάθος του την αποπλάνησε και την παράτησε και μετά δεν την ξαναθυμήθηκε ποτέ, γιατί αυτή η θύμηση ήταν πάρα πολύ οδυνηρή. Ήταν γι' αυτόν ένα στίγμα γιατί του  θύμιζε  πως  παρά  την  περηφάνια  που  ένιωθε  για  την  εντιμότητά  του,  φέρθηκε  σ'  αυτή  την γυναίκα όχι μόνο ανέντιμα, φέρθηκε πρόστυχα. 

Ναι,  ήταν  αυτή.  Διέκρινε  τώρα  καθαρά  αυτή  την  εξαιρετική,  μυστηριώδη  ιδιαιτερότητα  που ξεχωρίζει κάθε πρόσωπο από το άλλο και το κάνει διαφορετικό, μοναδικό, ανεπανάληπτο. Παρά το αφύσικα  λευκό  και  κάπως  παχύ  πρόσωπό  της,  αυτή  η  ιδιαιτερότητα,  αυτή  η  γλυκιά,  μοναδική ιδιαιτερότητα  υπήρχε  σ'  αυτό  το  πρόσωπο,  σ'  αυτά  τα  χείλια,  στα  κάπως  αλλήθωρα  μάτια  και,  το σπουδαιότερο,  υπήρχε  σ'  αυτή  την  αφελή,  χαμογελαστή  θωριά  και  την  έκφραση  προθυμίας  όχι μόνο στο πρόσωπο, αλλά και σ' όλο της το σώμα. 

Στην έκφραση του προσώπου της, στα λόγια και σ' αυτή τη γρήγορη ματιά που τύλιξε φευγαλέα την αίθουσα  υπήρχε  κάτι  το  ασυνήθιστο,  κάτι  το  φοβερό  κι  αξιολύπητο  μαζί,  έτσι  που  ο  ποόεδρος έσκυψε το κεφάλι του και για λίγο έγινε απόλυτη ησυχία στην αίθουσα. Ένα γέλιο που ακούστηκε κάπου  στο  ακροατήριο  έσπασε  τη  σιωπή.  Κάποιος  έκανε  «σ‐σ‐σ».  Ο  πρόεδρος  σήκωσε  το  κεφάλι του και συνέχισε τις ερωτήσεις: 

‐Έχετε ποτέ καταδικαστεί ή κατηγορηθεί για κάτι; 

Trang 32

Άρχισε  η  ανάγνωση  των  μαρτύρων,  οι  μάρτυρες  απομακρύνθηκαν,  πάρθηκε  απόφαση  για  τον ιατροδικαστή που προσκλήθηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου. Μετά σηκώθηκε ο γραμματέας και άρχισε να διαβάζει το κατηγορητήριο. Διάβαζε δυνατά και καθαρά, μα τόσο γρήγορα που η φωνή 

του, εξ αιτίας και του ότι δεν πρόφερε σωστά τα λ και τα ρ, ακουγόταν σαν ένα αδιάκοπο βουητό 

που σε κοίμιζε. Οι δικαστές έγερναν πότε στο ένα και πότε στο άλλο χέρι της πολυθρόνας, πότε στο τραπέζι, πότε έγερναν πίσω στη πλάτη πότε έκλειναν τα μάτια, πότε τα άνοιγαν και κάτι ψιθύριζαν μεταξύ  τους.  Ένας  χωροφύλακας  μάλιστα  πάσχιζε  μ'  αγωνία  να  συγκρατήσει  το  χασμουρητό  του. Στο  εδώλιο  ο  Καρτίνκιν  χωρίς  σταμάτημα  συνέχιζε  να  τρεμοπαίζει  τις  μασέλες  του.  Η  Μποτσκόβα καθόταν  γαλήνια  και  ευθυτενής,  ξύνοντας  πού  και  πού  με  το  δάχτυλο  το  κεφάλι  της  κάτω  από  το μαντήλι. 

Η Μάσλοβα μια καθόταν ασάλευτη κι άκουγε τον γραμματέα κοιτάζοντάς τον, και μια ταραζόταν σα 

να 'θελε να εκφράσει κάποια αντίρρηση, κοκκίνιζε και μετά βαριαναστέναζε, άλλαζε θέση στα χέρια της, κοίταζε γύρω της και μετά κάρφωνε πάλι το βλέμμα της στον γραμματέα. 

Ο Νεχλιούντοφ καθόταν στην καρέκλα του με τη ψηλή πλάτη στην πρώτη σειρά, δεύτερος από την άκρη, έβγαλε το πενς‐νε του και κοιτούσε τη Μάσλοβα. Μέσα του γινόταν χαλασμός. 

Trang 33

ΣΤΟ  ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ  αναφερόταν:  «Στις  17  Ιανουαρίου  188   στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια" διαπιστώθηκε  ο  αιφνίδιος  θάνατος  του  εμπόρου  της  δεύτερης  συντεχνίας  από  το  Κουργκάν Φεραπόντ Εμιλιάνοβιτς Σμελκόφ. 

Ο  τοπικός  γιατρός  του  4ου  αστυνομικού  τμήματος  βεβαίωσε  ότι  ο  θάνατός  του  προήλθε  από ανακοπή  καρδιάς,  την  οποία  προκάλεσε  η  υπερβολική  κατανάλωση  οινοπνευματωδών  ποτών.  Η σορός του Σμελκόφ ενταφιάστηκε. 

Μετά από μερικές μέρες ο έμπορος Τιμόχιν, φίλος και συντοπίτης του Σμελκόφ, επιστρέφοντας από την  Πετρούπολη  έμαθε  τις  συνθήκες  κάτω  από  τις  οποίες  βρήκε  το  θάνατο  ο  φίλος  του  και εξέφρασε  την  υποψία  πως  ο  Σμελκόφ  δηλητηριάστηκε  με  σκοπό  να  του  πάρουν  τα  χρήματα  που είχε μαζί του. 

Η  υποψία  αυτή  θεωρήθηκε  βάσιμη  και  από  τα  αποτελέσματα  της  προανάκρισης  προέκυψαν  τα εξής: 

1. Ο Σμελκόφ λίγο πριν από το θάνατό του είχε αποσύρει από την τράπεζα τρεις χιλιάδες οκτακόσια ρούβλια, ενώ όταν καταγράφηκαν, ως είθισται, τα πράγματα του νεκρού βρέθηκαν πάνω του μόλις τριακόσια δώδεκα ρούβλια και δεκαέξι καπίκια. 

2.  Ο  Σμελκόφ  πέρασε  όλη  την  προηγουμένη  μέρα  και  νύχτα  του  θανάτου  του  με  την  ιερόδουλο Λιούμπκα  (Γιεκατερίνα  Μάσλοβα)  στο  πορνείο  και  στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια",  το  οποίο σύμφωνα  με  οδηγίες  που  της  είχε  δώσει  ο  Σμελκόφ,  επισκεπτόταν  κατά  την  απουσία  του  η Γιεκατερίνα Μάσλοβα για να πάρει χρήματα από τη βαλίτσα του Σμελκόφ, την οποία άνοιγε με το κλειδί  που  της  είχε  δώσει  ο  ίδιος  παρουσία  της  καμαριέρας  Γιεφήμια  Μποτσκόβα  και  του καμαριέρη Σίμωνος Καρτίνκιν του ξενοδοχείου. Όταν η Μάσλοβα άνοιξε τη βαλίτσα του Σμελκόφ, η Μποτσκόβα  και  ο  Καρτίνκιν,  που  ήταν  παρόντες,  είδαν  δεσμίδες  χαρτονομίσματα  των  εκατό ρουβλίων. 

3.  Όταν  επέτρεψε  ο  Σμελκόφ  από  το  πορνείο  στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια"  μαζί  με  την  πόρνη Λιούμπκα,  η  τελευταία  με  υπόδειξη  του  Καρτίνκιν,  έριξε  στο  ποτήρι  του  Σμελκόφ  με  το  ποτό  μια άσπρη σκόνη που της είχε δώσει ο Καρτίνκιν. 

4.  Το  επόμενο  πρωί  η  πόρνη  Λιούμπκα  (Γιεκατερίνα  Μάσλοβα)  πούλησε  στην  ιδιοκτήτρια  του πορνείου,  που  είναι  η  μάρτυς  Κιτάεβα  το  διαμαντένιο  δαχτυλίδι  του  Σμελκόφ  που,  δήθεν,  της  το είχε χαρίσει ο ίδιος. 

5. Η καμαριέρα του ξενοδοχείου "Μαυριτάνια" Γιεφήμια Μποτσκόβα την επομένη του θανάτου του Σμελκόφ κατέθεσε στο λογαριασμό της στην τοπική τράπεζα χίλια οκτακόσια ασημένια ρούβλια. 

Κατά  την  ιατροδικαστική  εξέταση,  τη  νεκροψία  και  την  ιστολογική  ανάλυση  ανακαλύφθηκε  η αναμφίβολη  παρουσία  δηλητηρίου  στον  οργανισμό  του  νεκρού,  πράγμα  που  οδηγεί  στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος προήλθε από δηλητηρίαση. 

Οι κατηγορούμενοι γι' αυτήν την υπόθεση Μάσλοβα, Μποτσκόβα και Καρτίνκιν δεν ομολόγησαν την ενοχή  τους  και  δήλωσαν  ότι  ο  Σμελκόφ  είχε  πράγματι  στείλει  την  Μάσλοβα  από  το  πορνείο‐όπου εργάζεται  σύμφωνα  με  τη  δήλωσή  της‐στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια"  για  να  φέρει  στον  έμπορο χρήματα  και  ότι  εκείνη  άνοιξε  τη  βαλίτσα  με  το  κλειδί  που  της  είχε  δώσει  ο  ίδιος  και  πήρε  40 ασημένια ρούβλια, όπως της είχε ζητήσει. Άλλα χρήματα, όμως, δεν είχε πάρει κι αυτό μπορούν να 

Trang 34

τη  βαλίτσα  και  πήρε  τα  χρήματα.  Στη  συνέχεια  η  ίδια  ομολόγησε  ότι,  τη  δεύτερη  φορά  που επισκέφθηκε το δωμάτιο του εμπόρου Σμελκόφ έριξε πράγματι, με οδηγίες του Καρτίνκιν, στο ποτό κάποια  σκόνη  που  νόμιζε  πως  ήταν  υπνωτικό,  ώστε  ο  έμπορος  να  κοιμηθεί  και  να  την  αφήσει  να φύγει γρήγορα. Το δαχτυλίδι τής το χάρισε ο ίδιος ο Σμελκόφ όταν την χτύπησε κι εκείνη έβαλε τα κλάματα κι ήθελε να φύγει από κοντά του. 

Η Γιεφήμια Μποτσκόβα ομολόγησε ότι δεν γνώριζε τίποτα για τα χρήματα που χάθηκαν και ότι δεν μπήκε ποτέ στο δωμάτιο του εμπόρου, στο δωμάτιο βρισκόταν μόνο η Λιούμπκα, κι αν κάτι πήραν από τον έμπορο τότε αυτό το πήρε η Λιούμπκα όταν ήρθε με το κλειδί για να πάρει τα χρήματα». Σ' αυτό  το  σημείο  της  ανάγνωσης  η  Μάσλοβα  ταράχτηκε  και  ανοίγοντας  το  στόμα  της  κοίταξε  την Μποτσκόβα.  «Όταν  έδειξαν  στη  Γιεφήμια  Μποτσκόβα  το  λογαριασμό  των  1.800  ασημένιων ρουβλίων  που  είχε  στην  τράπεζα  ‐  συνέχισε  την  ανάγνωση  ο  γραμματέας  ‐και  την  ρώτησαν  πού βρήκε  αυτά  τα  χρήματα,  εκείνη  απάντησε  ότι  τα  κέρδισε  στη  διάρκεια  των  δώδεκα  χρόνων  που εργάζεται με τον Σίμωνα Καρτίνκιν, με τον οποίο λογάριαζαν να παντρευτούν. Ο Σίμων Καρτίνκιν, με 

τη σειρά του, στην πρώτη ανάκριση ομολόγησε ότι μαζί με την Μποτσκόβα, μετά από υπόδειξη της Μάσλοβα, που 'ρθε με το κλειδί από το πορνείο, άρπαξαν τα χρήματα και τα μοιράστηκαν, με την Μάσλοβα και την Μποτσκόβα». 

Και  σ'  αυτό  το  σημείο,  η  Μάσλοβα  ταράχτηκε,  ανασηκώθηκε  κιόλας,  έγινε  κατακόκκινη  κι  άρχισε κάτι να λέει, μα ο κλητήρας την σταμάτησε. 

«Τέλος, ο Καρτίνκιν ομολόγησε ότι έδωσε κάποια σκόνη στη Μάσλοβα για να κοιμίσει τον έμπορο. Στη  δεύτερη  ανάκριση  αρνήθηκε  τη  συμμετοχή  του  στην  κλοπή  των  χρημάτων  και  πως  έδωσε  τη σκόνη  στη  Μάσλοβα,  και  έριξε  σ'  αυτήν  όλες  τις  ευθύνες.  Για  τα  χρήματα  που  κατέθεσε  η Μποτσκόβα στην τράπεζα είπε κι αυτός ότι τα κέρδισαν μαζί στα δώδεκα χρόνια που εργάζονται στο ξενοδοχείο και ότι προέρχονται από τα φιλοδωρήματα που τους έδιναν οι πελάτες για τις υπηρεσίες τους». 

Ακολούθησαν  τα  πορίσματα  της  κατ'  αντιπαράσταση  εξέτασης  οι  καταθέσεις  των  μαρτύρων,  οι γνώμες των ειδικών κλπ. 

Το κατηγορητήριο κατέληγε: 

«Με βάση τα παραπάνω, ο χωρικός από το χωριό Μπορκόφ Σίμων Πετρόφ Καρτίνκιν, ετών τριάντα τριών, η μικροαστή Γιεφίμια Ιβανόβα Μποτσκόβα, σαράντα τριών ετών και η μικροαστή Γιεκατερίνα Μιχάηλοβνα Μάσλοβνα, είκοσι επτά ετών, κατηγορούνται, ότι στις 17 Ιανουαρίου του 188 , ύστερα από  συνεννόηση  μεταξύ  τους,  έκλεψαν  τα  χρήματα  και  το  δαχτυλίδι  του  εμπόρου  Σμελκόφ, συνολικής  αξία  δύο  χιλιάδων  πεντακοσίων  ασημένιων  ρουβλίων  και  με  την  πρόθεση  να  τον δολοφονήσουν του έδωσαν δηλητήριο, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός του. 

Το παραπάνω έγκλημα περιλαμβάνεται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 1453 του Ποινικού Κώδικα.  Βάσει  του  άρθρου  201  της  Ποινικής  Δικονομίας,  ο  αγρότης  Σίμων  Καρτίνκιν,  η  Γιεφήμια Μποτσκόβα  και  η  μικροαστή  Γιεκατερίνα  Μάσλοβα  θα  δικαστούν  από  το  Περιφερειακό  Ορκωτό Δικαστήριο». 

Ο  γραμματέας  τελείωσε  την  ανάγνωση  του  μακροσκελούς  κατηγορητηρίου,  μάζεψε  τα  χαρτιά  και κάθισε στη θέση του, τακτοποιώντας και με τα δυο του χέρια τα μακριά μαλλιά του. Το ακροατήριο αναστέναξε  μ'  ανακούφιση,  επειδή  έβλεπε  με  ευχαρίστηση  ότι  τώρα  θ'  άρχιζε  επιτέλους  η διερεύνηση  της  υπόθεσης,  όλα  θα  ξεκαθαρίζονταν  και  η  δικαιοσύνη  θα  θριάμβευε.  Μόνο  ο Νεχλιούντοφ δεν ένιωθε έτσι: τον είχε κυριεύσει η φρίκη για το τι ήταν ικανή να πράξει η Μάσλοβα, 

Trang 35

που δέκα χρόνια πριν, την είχε γνωρίσει σαν ένα αθώο κι ελκυστικό κορίτσι. 

Trang 36

ΟΤΑΝ  ΤΕΛΕΙΩΣΕ  η  ανάγνωση  του  κατηγορητηρίου,  ο  πρόεδρος  συμβουλεύτηκε  τα  άλλα  μέλη  του δικαστηρίου και γύρισε προς τον Καρτίνκιν μ' ένα ύφος που έλεγε ξεκάθαρα: τώρα θα τα μάθουμε από σένα όλα με κάθε λεπτομέρεια. 

‐Αγρότη Σίμωνα Καρτίνκιν, άρχισε ο πρόεδρος γέρνοντας στ' αριστερά. 

Ο Σίμων Καρτίνκιν σηκώθηκε, κόλλησε τα χέρια του στο πλάι κι έγειρε μπροστά όλο του το σώμα, ενώ οι μυώνες του προσώπου του ούτε στιγμή δεν σταματούσαν το τρεμούλιασμα. 

‐Κατηγορείστε ότι στις 17 Ιανουαρίου 188  μαζί με την Μποτσκόβα και την Γιεκατερίνα Μάσλοβα κλέψατε  από  τη  βαλίτσα  του  εμπόρου  Σμελκόφ  χρήματα  που  του  ανήκαν,  στη  συνέχεια  πήρατε ποντικοφάρμακο  και  πείσατε  την  Γιεκατερίνα  Μάσλοβα  να  ρίξει  το  δηλητήριο  στο  ποτό  τού Σμελκόφ με αποτέλεσμα το θάνατό του. Αναγνωρίζετε την ενοχή σας; ρώτησε ο πρόεδρος κι έγειρε στα δεξιά. 

Ο  πρόεδρος  έκρινε  πως  τελείωσε  με  τον  Καρτίνκιν,  ακούμπησε  στον  άλλο  αγκώνα  κρατώντας  ένα χαρτί και στράφηκε προς την Γιεφήμια Μποτσκόβα. 

‐Γιεφήμια  Μποτσκόβα,  κατηγορείστε  ότι  στις  17  Ιανουαρίου  188   στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια" κλέψατε  μαζί  με  τους  Σίμωνα  Καρτίνκιν  και  Γιακατερίνα  Μάσλοβα  από  τη  βαλίτσα  του  εμπόρου Σμελκόφ  χρήματα  και  ένα  δαχτυλίδι.  Αφού  μοιράσατε  τα  κλοπιμαία  μεταξύ  σας  και,  με  σκοπό  να συγκαλύψετε το έγκλημά σας, δώσατε  στον έμπορο Σμελκόφ να  πιει δηλητήριο μ' αποτέλεσμα το θάνατό του. Θεωρείτε τον εαυτό σας ένοχο; 

‐Δε  φταίω  για  τίποτα,  είπε  θαρρετά  η  κατηγορουμένη.  Εγώ  δε  μπήκα  στο  δωμάτιο   Μόλις  όμως μπήκε αυτό το βρομογύναικο έγινε ό,τι έγινε. 

‐Μετά θα μας πείτε, είπε πάλι μαλακά και σταθερά ο πρόεδρος. Τέλος πάντων, θεωρείτε τον εαυτό σας ένοχο; 

‐Δεν πήρα εγώ τα χρήματα, και δε του έδωσα τίποτα να πιει, ούτε μπήκα στο δωμάτιο. Αν είχα μπει 

θα την πέταγα έξω με τις κλωτσιές! 

‐Θεωρείτε τον εαυτό σας ένοχο; 

Trang 37

‐Πολύ ωραία. 

‐Γιεκατερίνα  Μάσλοβα,  άρχισε  ο  πρόεδρος  απευθυνόμενος  στην  τρίτη  κατηγορουμένη,  ‐ κατηγορείστε πως όταν ήρθατε από τον οίκο ανοχής στο ξενοδοχείο "Μαυριτάνια" με το κλειδί από 

τη βαλίτσα του εμπόρου Σμελκόφ, κλέψατε από τη βαλίτσα χρήματα και ένα δαχτυλίδι. (Διάβαζε λες και  παπαγάλιζε  το  μάθημά  του,  γέρνοντας  ταυτόχρονα  προς  τον  δικαστή  στ'  αριστερά  που  είχε παρατηρήσει  ότι  από  τα  πειστήρια  του  εγκλήματος  έλειπε  το  μπουκαλάκι).  ‐  Κλέψατε  από  τη βαλίτσα  χρήματα  και  ένα  δαχτυλίδι,  επανέλαβε  ο  πρόεδρος‐  κι  αφού  μοιράσατε  τα  κλοπιμαία φύγατε για να επιστρέψετε πάλι στο ξενοδοχείο, αυτή τη φορά με τον έμπορο Σμελκόφ, όπου του δώσατε ποτό που περιείχε δηλητήριο από το οποίο προκλήθηκε ο θάνατός του. Θεωρείτε τον εαυτό σας ένοχο; 

‐Δεν έκανα τίποτα, απάντησε ζωηρά η Μάσλοβα, ‐αυτά που είπα στην αρχή σας τα λέω και τώρα: δεν πήρα, δεν πήρα, δεν πήρα τίποτα και το δαχτυλίδι μού το έδωσε μοναχός του  

‐Δεν ομολογείτε ότι κλέψατε τα δύο χιλιάδες πεντακόσια ρούβλια, ρώτησε ο πρόεδρος; 

‐Σας είπα, δεν πήρα τίποτα, εκτός από σαράντα ρούβλια. 

‐Καλά, ομολογείτε όμως πως δώσατε στον έμπορο Σμελκόφ να πιει κάποια σκόνη στο ποτό του; 

‐Αυτό τ' ομολογώ. Μόνο που πίστευα, όπως μου είχαν πει, ότι ήταν υπνωτικό και δεν θα του 'κανε κακό.  Ούτε  που  το  σκέφτηκα  καν,  δεν  το  'θελα.  Μάρτυράς  μου  ο  Θεός,  είπε  η  Μάσλοβα,  δεν  το 'θελα. 

‐Έτσι  λοιπόν,  δεν  είστε  ένοχη  για  την  κλοπή  των  χρημάτων  και  του  δαχτυλιδιού  του  εμπόρου Σμελκόφ. Ομολογείτε όμως ότι του δώσατε τη σκόνη; 

‐Έτσι είναι, το ομολογώ, μόνο που νόμιζα ότι είναι σκόνη υπνωτική. Του την έδωσα μονάχα για να κοιμηθεί  δεν ήθελα, | ούτε μου πέρασε καν από το μυαλό  

‐Πολύ καλά, είπε ο πρόεδρος που φαινόταν ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα.‐Πείτε μας, λοιπόν, πώς έχουν τα πράγματα, είπε γέρνοντας στην πλάτη της πολυθρόνας κι ακουμπώντας τα δύο χέρια στο  τραπέζι.  ‐Πείτε  μας  όλα  όσα  συνέβησαν.  Μπορείτε  να  ελαφρύνετε  τη  θέση  σας,  αν ομολογήσετε. 

Η Μάσλοβα σώπαινε κοιτώντας στα μάτια τον πρόεδρο. 

‐Πείτε μας πώς έγιναν τα πράγματα. 

‐Πώς έγιναν; Η Μάσλοβα άρχισε ξαφνικά να μιλάει γρήγορα. ‐Έφτασα στο ξενοδοχείο, με οδήγησαν στο δωμάτιο, εκείνος βρισκόταν κιόλας εκεί κι ήταν πολύ μεθυσμένος. Τη λέξη εκείνος την πρόφερε 

με φρίκη στα διάπλατα ανοιχτά της μάτια. ‐Ήθελα να φύγω, μα δε μ' άφησε. 

Σώπασε, σα να 'χασε ξαφνικά τον ειρμό των σκέψεών της ή σα να θυμήθηκε κάτι άλλο. 

‐Και μετά; 

‐Τι  μετά; Μετά έμεινα για λίγο και πήγα στο «σπίτι». 

Trang 38

‐Θέλετε να ρωτήσετε κάτι, ρώτησε ο πρόεδρος; Κι όταν άκουσε την καταφατική απάντησή του, με ένα του νεύμα, κουνώντας τα χέρια, του 'δωσε την άδεια να ερωτήσει. 

‐Θα  ήθελα  να  κάνω  την  εξής  ερώτηση:  γνώριζε  ή  όχι  η  κατηγορουμένη  τον  Σίμωνα  Καρτίνκιν  στο παρελθόν; είπε χωρίς να κοιτάξει τη Μάσλοβα. Έσφιξε τα χείλη του και σούφρωσε τα φρύδια του. 

Ο πρόεδρος επανέλαβε την ερώτηση. Η Μάσλοβα κοίταξε τρομοκρατημένη τον αντιεισαγγελέα. 

‐Τον Σίμωνα; Τον γνώριζα, είπε. 

‐Θα ήθελα να μάθω τι είδους γνωριμία είχε η κατηγορουμένη με τον Καρτίνκιν. Βλέπονταν συχνά; 

‐Τι  είδους  γνωριμία;  Απλά  με  καλούσε  στο  διαμέρισμά  του.  Τίποτα  το  ιδιαίτερο.  ‐Η  Μάσλοβα απαντούσε, κοιτάζοντας ανήσυχα πότε τον πρόεδρο και πότε τον αντιεισαγγελέα. 

‐Θα  ήθελα  να  μάθω,  γιατί  ο  Καρτίνκιν  προσκαλούσε  μόνο  την  Μάσλοβα  και  όχι  άλλες  κοπέλες, ρώτησε  ο  αντιεισαγγελέας  μισοκλείνοντας  τα  μάτια  του  και  μισογελώντας  πονηρά  μ'  ένα μεφιστοφελικό χαμόγελο. 

‐Δεν ξέρω. Πού να ξέρω, απάντησε η Μάσλοβα κοιτάζοντας φοβισμένη γύρω της. Για μια στιγμή η ματιά της σταμάτησε στον Νεχλιούντοφ. ‐ Προσκαλούσε αυτές που ήθελε, συνέχισε. 

«Μήπως με γνώρισε;» σκέφτηκε με τρόμο ο Νεχλιούντοφ νιώθοντας να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η Μάσλοβα δεν τον είχε αναγνωρίσει και κοίταξε πάλι φοβισμένα τον αντιεισαγγελέα. 

‐Δηλαδή, η  κατηγορουμένη αρνείται ότι είχε κάποιες στενές  σχέσεις με τον Καρτίνκιν; Πολύ καλά, δεν έχω να ρωτήσω τίποτε άλλο. 

Την ίδια στιγμή ο αντιεισαγγελέας σήκωσε τον αγκώνα του από το έδρανο κι άρχισε κάτι να γράφει. Στην πραγματικότητα όμως δεν έγραφε τίποτα, απλώς περνούσε την πένα πάνω από τα γράμματα του σημειώματός του όπως είχε δει να κάνουν μεγάλοι εισαγγελείς και δικηγόροι: μετά από κάποια έξυπνη  ερώτηση  σημειώνουν  κάτι  για  την  αγόρευσή  τους,  η  οποία  πρέπει  να  συντρίψει  τον αντίπαλο. 

Ο  πρόεδρος  δεν  απευθύνθηκε  αμέσως  στην  κατηγορουμένη,  γιατί  ρωτούσε  τον  δικαστή  με  τα γυαλιά αν συμφωνούσε με τη διατύπωση των ερωτήσεων που είχαν ετοιμαστεί και καταγραφεί από πριν. 

‐Τι έγινε μετά; ‐συνέχισε ο πρόεδρος. 

‐Έφτασα στο σπίτι, απάντησε με περισσότερο θάρρος αυτή τη φορά η Μάσλοβα, έδωσα τα χρήματα στη Μαντάμ κι έπεσα να κοιμηθώ. Μόλις που μ' είχε πάρει ο ύπνος, με ξυπνάει η παραδουλεύτρα, η Μπέρτα.  «Τράβα,  μου  λέει,  ήρθε  πάλι  ο  έμπορός  σου».  Εγώ  δεν  ήθελα  να  βγω,  μα  η  Μαντάμ επέμενε.  Εκείνος,  πρόφερε  ξανά  με  φρίκη  τη  λέξη.  ‐Εκείνος,  πότισε  τα  κορίτσια  μας  κρασί,  μετά ήθελε να στείλει κάποιον ν' αγοράσει κι άλλο, μα του 'χαν τελειώσει τα λεφτά. Η Μαντάμ δεν τον πίστεψε.  Αυτός  τότε  μ'  έστειλε  στο  δωμάτιο  του  ξενοδοχείου  του.  Μου  είπε  πού  βρίσκονταν  τα χρήματα και πόσα να πάρω. Κι εγώ πήγα. 

Ο  πρόεδρος  όλη  την  ώρα  μιλούσε  ψιθυριστά  με  τον  δικαστή  που  καθόταν  απ'  αριστερά  και  δεν 

Trang 39

‐Πήγατε. Και λοιπόν; 

‐Πήγα  και  έκανα  ό,τι  μου  είχε  πει:  πήγα  στο  δωμάτιο.  Δεν  μπήκα  μόνη  μου,  φώναξα  τον  Σίμωνα Καρτίνκιν κι αυτήν εκεί, είπε δείχνοντας την Μποτσκόβα. 

‐Ψέματα λέει, εγώ δεν πάτησα το πόδι μου μέσα  πετάχτηκε η Μποτσκόβα, μα την σταμάτησαν. 

‐Μπροστά τους πήρα τέσσερα δεκάρουβλα, συνέχισε η Μάσλοβα σκυθρωπή χωρίς να κοιτάξει την Μποτσκόβα. 

‐Και  δεν  πρόσεξες,  κατηγορουμένη,  την  ώρα  που  έπαιρνες  τα  σαράντα  ρούβλια,  πόσα  χρήματα υπήρχαν; ρώτησε πάλι ο αντιεισαγγελέας. 

«Ωραία».  Νόμιζα  ότι  η  σκόνη  δεν  θα  του  έκανε  κακό.  Μπήκα  στο  δωμάτιο.  Εκείνος  ήταν ξαπλωμένος πίσω από το παραβάν και μου φώναξε να του βάλω κονιάκ. Πήρα από το τραπέζι ένα μπουκάλι κι έβαλα σε δύο ποτήρια ‐ένα για μένα κι ένα γι' αυτόν. Στο ποτήρι του έριξα τη σκόνη. Θα μπορούσα να του το δώσω, αν ήξερα; 

‐Και πώς βρέθηκε στην κατοχή σας το δαχτυλίδι; ρώτησε ο πρόεδρος. 

‐Το δαχτυλίδι μου το χάρισε ο ίδιος. 

Trang 40

‐Όταν μπήκαμε μαζί στο δωμάτιο, εγώ ήθελα να φύγω κι αυτός μου 'δωσε μια στο κεφάλι, μέχρι και 

το χτένι μου έσπασε. Θύμωσα, ήθελα να φύγω. Τότε έβγαλε το δαχτυλίδι από το δάχτυλό του και μου το χάρισε για να μην φύγω, είπε η Μάσλοβα. 

Εκείνη την ώρα ο αντιεισαγγελέας ανασηκώθηκε ξανά και με το ίδιο ψεύτικο, αφελές, ύφος ζήτησε την  άδεια  να  κάνει  μερικές  ακόμα  ερωτήσεις.  Αφού  πήρε  την  άδεια,  έσκυψε  το  κεφάλι  του  στον κεντητό γιακά της στολής του και ρώτησε: 

‐Θα  επιθυμούσα  να  μάθω  πόσο  χρόνο  βρισκόταν  η  κατηγορουμένη  στο  δωμάτιο  του  εμπόρου Σμελκόφ. 

Φόβος  πλημμύρισε  και  πάλι  την  Μάσλοβα  και  κοιτάζοντας  μια  τον  αντιεισαγγελέα  και  μια  τον πρόεδρο, είπε βιαστικά: 

‐Δεν θυμάμαι πόσο χρόνο. 

‐Μήπως θυμάται η κατηγορουμένη να μπαίνει πουθενά στο ξενοδοχείο όταν βγήκε από το δωμάτιο του Σμελκόφ; 

Η Μάσλοβα σκέφτηκε. 

‐Στο διπλανό δωμάτιο που ήταν άδειο, εκεί μπήκα, είπε. 

‐Και  για  ποιο  λόγο  μπήκατε,  ρώτησε  συνεπαρμένος  από  την  εξέλιξη  ο  αντιεισαγγελέας  που στράφηκε αυτή τη φορά απευθείας στη Μάσλοβα. 

‐Δεν  έχω  άλλες  ερωτήσεις,  είπε  ο  αντιεισαγγελέας  στον  πρόεδρο  και  σηκώνοντας  αφύσικα  τους ώμους  του  άρχισε  να  σημειώνει  στο  σχέδιο  της  αγόρευσής  του  ότι  η  κατηγορουμένη  ομολόγησε πως μπήκε μαζί με τον Σίμωνα στο δωμάτιο. 

Ngày đăng: 12/05/2014, 22:39

TÀI LIỆU CÙNG NGƯỜI DÙNG

  • Đang cập nhật ...

TÀI LIỆU LIÊN QUAN