λήμματα άβέλω καΙ aΤn'α' ταυτόσημο τό βουέ.ω ndpa, 6:βέλω 6:χαλιά' κάνο δΙαιτα βλ, λήμματα άβέλω καΙ άχαλιά,... λήμματα άβέλω καί κανlκό' ταυτόσημα: άβiλω σπασμπεr;, άβέλω τζaστlKό, βoυ
Trang 1Ήλία Πετρόπουλου Καλιαρντά
Trang 2•
Trang 3Έρασιτεχνιχιι γλωσσολογιχl1 ερευ\'α
τού 'Ηλία "ετρόπουλου
Έρ,ιιηι'Ειιτικόι' , κ.αί, ('1' ;τoλi.o!:;,
έτιι,ιιολογαό ι ' λεξικόll, σΙ'Ύγραrrέιl πρδς χρ,;aιll
ίκ{)οθCI, τό • ρώτοll παρά τοίι άΤΙIΧΟl\~· ΟΙ'γ,,/ρurrι'ω::
Άθ,j ι'ηοιι', Ει' σω τ ηρι'ω έτη 1 971
Trang 4ΙΙΩ EIymologιca/ Dίι:ιίΟΩΜΥ Ο{ G/'N.'k Homαιe:ruals' 81ang
Q)pyrighl C' 1971 1974 /980 11J93 by E1i:.s Pcιropou1os Paris/FιallCf'
JSBN 960-211-159-3
NEFEU Press Asdcpiu 6 106 80 Alhcns.IGr=
ΝΕΦ&\Η Άσ~'λI}1TΙoii 6 106 80 'ABή\'D
Τηλ 363 99 62 Ο J(j() 7744
Trang 5• Α ww.o, "Mιzt!O' Ο'Χι)fΦαιι bmι "'Oτ!crrη ηl", Jl'CJ'U, δb ~ .({
τό δοΡΥότερον wΕκτοτε οΙ ~λληνες λαοΥράφοι μηρυKάζOUΝ
τά έ1Πτείryματα τοΟ Νικολάοο Πολίτη ΟΙ φιλόλ.σΥοι
tx:a-τάντησαν νειφοτόμοι Ή λαογραφία, ΎΙά μιάν dκόμη φο
ρά, lJtpe1lE νά dκολουθήσει τόν δρόμο Τf!ς καρδιδς Τέτιες σκέψεις μι όδηΎήσανε στην καταΎραφή τΘν ρεμπέτικων τραyoUΔι6)ν Μά τό πρόβλημα δέν έπιλόεται μέ Ινα βιβλΙο
οι σuπραφεlς, τώρα πιά, δεν πρέπει νά γράφουν δμορφα, dλλά σκληρά ΔUΣΤUXΘι; οΙ μικροαστοΙ χαράσσουν την μοΙ
ρα τf!ς 'Ελλάδος Abτά τά δοήττητα Kνιbδαλα ήταν, εΙναι, καΙ
θά εΙναι άνεπίδεκτα αΙσθητικf!ς διαπαιδαΥωγήσεωι; Κι fΤ(J\ στην δλλοπρόσαλλη χώρα μας, &')" ~λλην, πρέπει διαρκ6)ς
νΔ πεΙθεις δη εΙσαι mw," Ιλλην ΟΙ 4νθρroπoι μέ τά έπΙXΡUΣα μανικετόκουμπα ΦθοΟν τοι)ς ΟΊΥΥΥΡαφεΙς στην αότο
UOv{Q ΤΦν μικροαστΘν τό πνεΟμα διέβρωσε τήν πατρίδα
Ή φύτρα καΙ ή φύση τοη Ιλληνος dπέβη όλοιι.:ληρωτική Φασtστριες 1(ραιταρχικές οΙ μανάδες μας ΟΙ ωηνες άΎVo-
Trang 6οΟν η,lν ιφΙΤΗcή· αρα τόν διάλογο 'Ανέκαθεν ό l.αός όφΙσταται γιά νά XpησtμOπoιεIται Ό χ:υνισμός δεν άποκλεΙει την άγάπη ΈπιζεΙς στην 'Ελλάδα μόνον αν σε χατέχει ό διάβολος ΟΙ συμπατριό)τες μου καθεύδουν δταν ή χώρα δημοπρατείται ΈπαΥΥελματΙες Ι'!λληνες δπεραμόνονται τ~ς Ιδέας τοΟ έλληνισμοΟ ΛησμονοΟν πως ό έλληνισμός ε{ναι εδρύτερη tvvotQ η'\ς 'Ελλάδος, έδ&.ι χ:αί αιωνες Στον καιρό μας, περισσότερο άπό ποτέ, εΙναι χρήσιμα τά πλήγματα κατά των έλλήνων, δπου μόνο βρΙζουν fι χειροκροτούν, ιι:αί ποτέ δεν σκέφτονται Ή αΙτιολΟΊία τοΟ ΊΕΊονότος Τ1'\ς 21-4 -67 άρχΙζCt να διαφαΙνcται Δέξου αύτό τό ΊΕΊονός καί fιδη tκανες Ι'!να βfjμα -Οποιος μαχαιρώνει τούς ρομιούς έΧ:δήλως τούς εδεΡΊετεΙ Πά.ντως, έπί τοΟ παρόντος, προτιμlb νά μένω φιλέλλην, παρά fλλην
Σt λίγο συμπληρώνουμε έκ:ατον πεντήκ:οντα tτη tλεύθερης ζωης ΠαραΊνωρΙζουμε, ιbστόσo, την Ιστορία μας Στά σχολεΙα δέν διδάσκεται το βυζαντινορωμαΙκόν δΙκαιον ΟΙ νεοέλληνες ΔΥνοοΟν το νομικ:ό πλέγμα, βάσει τοΟ όποίου διαβιο[)ν ΈμεΙς, δλοι μας, άπό τοΟ παρελθόντος allbvoς, ύφιστάμεθα tvav άσταμάτητο καΙ εντεινόμενο πνευματικό βιασμό Ή γνώση σώζει Άλλά Qκόμη δεν έγράφη ή Ιστορlα -τf'jς νεοελληνιιι:ης τέινης OΙSτε τ~ς νεοελληνι1Cfjς μουσιιι:~ς Ή δε τιμη τοΟ 'Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη έ1tιμόνως διασύρεται ΕδλΟΊητη ή Ιερη άλήθια ΟΙ fλληνες σάν λαός rντιmwv χατζαΙβάτηδαιν, εΤθισται νά πρεσβεύουν αλλότριες Ιδέες Παιδιόθεν συμπιέζουν στήν χ:εφαλή μας τους ένάριθμOUς ΛOυδOβΙx:OUς καΙ Έρ{κ:OUς καΙ Ναπολέοντες Τ1πο
τα, δμως δέν μaς έδΙδαξαν Υιά τούς σOυλτάνOUς, πού, ιθές άκόμη, τύποις καί ούσ{α, έ β α σ Ι λ ε υ α ν στόν τό
πο μας Καί τίποτα δεν μάθαμε για τον μαγΙΧ:ό περσιιι:ό πολιτισμό καΙ γιά τόν Ισάξιό του πολιτισμό t(i)v άpάβmν Ή λεγομένη έθνιΙCΉ παιδεΙα εΤναι πλέον άναγκασμένη νά ιι:αθιερώσει την ενδελειη διδασκαλΙα τf!ς "tOUPKtICi'j; Ιστορίας -Αν φοσικά, έπιθυμοομε νά έφαρμόσουμε το δελφικό γνώθι σεavτιbo -Η τουλάιιστον νά μάΟουμε νά ξειroρίζουμε fvav 6ναρχικο άπό fvav χαφιέ
Σήμερα 'Ελλάς δέν εΙναι πιά τ' -Αγραφα, μά tι 'Αθήνα μέ τόν Πειραιδ μαζΙ Μέ μιά σειρά μονοΥραφΙ(i)ν φιλοδοξ&ι
νά άντιστptψω, έκ διαμέτρου, την φορά της νεOελληVΙKίΊς λαΟΥραφι1Cfjς έπιστήμης Ή λαογραφΙα τοΟ χωριοϋ 6; π έ
θ α ν ε καΙ, τιbρα, ιαιριαρχεΙ τό 4στυ Έμαράθηκαν τά θιμα καΙ τά ήθη τά παμπάλαια Ό δ.στικός πληθυσμός Ιγινε
Trang 7f-φορεύς νέων fιθaJν, νέων μορφ(i)ν λατκης τέχνης Αύτην την πραγματικότητα ούδόλως τήν Δντελήφθησαν οΙ λαογράφοι μας 'Ως καΙ οΙ έπιστήμονες τi'jς, σχετικώτατα προοδευτικ"ης φιλοσοφικης σχολης της Θεσσαλονίκης δεν φαΙνεται νά προσέξανε την ριζιιcή άλλαγή, την έντελη καΙ όρισηκή και παντοτινή Για τήν λαογραφΙα τοΟ Cϊστεως ήδη ύφίστα· ται λαμπρόν άναπτόξεως πεδίον
Άρκετοί δημόσιοι ιίνδρες, ένίοτε {σχυρdς πυγμt'1ς, διεKήριr ξαν δη ξεκαθάρισαν τήν Άθήνα άπό τοί>ς κίναιδους "FoOro ούδαμόθδν έπιβεβαιοΟται ·Ολως άντιθέτως, σήμερα, σχε· δόν και τά τριαKόσtα ήμινόμιμα μπορντέλα της πρωτευούσης fXouVE ιbς ύπηρέτες κίναιδους Έξάλλου καΟημεριν&ς μετά τά μεσάνυχτα, κίναιδοι ντυμtνoι ΎUvaIKEta περιφέ· ρονται πίσω άπό τό Χίλτον, καθώς καΙ στό Mεταξoυργεfo aτόν Κολφνό, η {ιλλοο Με λΙγα λόγια, οΙ πλανόδιοι κί· ναιδοι, κοιν&.; φτωχομπι,ιέδε, άποτελοΟν μιάν άδυσώπητη, καΙ συχνα δυσβάσταχτη, πραγματικότητα Και κάτι περισ· σότερο' άποτελοΟν σχεδόν fva ύπολανθάνον νυκτόβιον (δζον;) καθεστώς Βάση τοΙ} Kαθεστtδτoς αύτου ή άνοχή καΙ εν ταυτGι ή ενοχή, όμ&ν τ&ν ιfλλM' Μεγάλο σφάλμα
τό νά ζοομε με αύταπάτες ΟΙ κΙναιδοι εΤναι μία διηνεK6Jς πληττoμtνη κοινωνιι;:Τι όμάς ·Οθεν, οι κίναιδοι για νά επι· βιΦσουν ΔκολουθοΟν από χιλιετιGιν, περ(που την τακτιι;:η -τ&ν έβραίων' ύποδ60νται τον εΟΟΙσθητο τόν καλλιτέχνη, -τόν ευχάριστο, τόν πανέξυπνο, τόν παντογνώστη Και πολύ συχνα εΤναι Συνήθως δμως, κάθε θηλυπρεπής, fξω Q:ttO τά προαναφcρθένtα, μπορε{ να εΙναι κ α ί θρασύδε ιλος, XU δαΙος, έιdOΡKoς ψεύτης φιλάΡΎUΡOς μπαμπέσης, φαντασιο· κόπος ϊσως κάΟε κ{ναιδος νά εΤναι σίχαμα' μα ποιός δι· καιοΟται να τόν καταδικάσει Δεν θέλω νά ιφΙνω Δια τοΟ αμοραλισμοΟ κατέκτησα την έλευθερΙα μου Σημειώνω τα συμβαίνοντα ΠΡOσr.αθ& νά περισώσω λαογραφικά σ-τοι· χεΙα της έποχης καΙ τού περιβάλλοντός μου Τό μίσος εΤναι
ό χειρότερος δρόμος για την κατανόηση -τοΟ προβλήματος τGιν δμοφυλοφίλων Άληθ&ς μέΎΙστοι καλλιτέχνες καΙ πάμπολλοι ευΎενικο{ CϊνθρωπOΙ όπηρξαν κίναιδοι ΔικαιοΟ-ται να έπαναπαύεται ό ΛΙνος Πολίτης, μα δεν εΙναι λΙΎες οι όπόνοιες και οΙ ενδεΙξεις πώς αυτός -τοΟτος ό ΔΙOνύσtOς Σολωμός ήτο θηλυπρεπής Δεν κρύβουν τΙς πληΎές Προσω-πικ&.; ό,διαφορ& Ύιά τούς ιcίναιδoυς Μα άργα τΙς νύχτες σαν τοα; άντΙΙCΡι}ζω, στά μέρη δπου συχνάζουν, η ψυχή μου μαυρίζει Τό βιβλιαράκι αυτό, ενδεχoμtνως, πολλών -την
Trang 8εΟΟισθησία καΙ τήν 1'ιθική θά θίξει Τώρα Ιδίως τώρα νd εlμαιπε εόσιtλα.χνιKOΙ πρέπει Δέν t1t\"I'wt"l'aI κατόρθφμα διά της κτήσεως τfΊς Ιδιότψοι; "1'00 θηλιmρεπoOς Π01Ο Χέρον τiΊς 'iιθΙKfις οΙ κίναιδοι ποδοπατοΟν τήν αΙσθητιlC'f1 σας 'Ως Υνωστόν, οι λtξεις αΙσχρός καΙ δ.σχημο, ΣUνάΠΤOνται Ή χαλαιά άντίληψη, 'JII:ώς, τάχα, παρόμοια βιβλία teQ-λύτερο νά μή βλtπoυν τό φiί)ς "I,f'ις ΤΙμέρα.ς, κατέπεσε Σ"Ι'όν ιcαιρό μας πιά 'Itla"l'e60uv δη δ λ α Υράφονται, άφοΟ δσο Kaθopό"l'tpα βλtπoυμε "Ι'6σο άΥν6τερα ζοΟμε ΟΙ μετριοχαθεtς εΤναι ψεUτες Οί ριζoσιι:αστιιcές ιδtες οΙ μόνες ΙδUς Κατέχφ σημαίνει 'VUXOppαrib ΈκεΤνοι 1I:OU λ6Υαι Δρμοδιό
"Ι'ητος, διώκουν τοός σurrβαφεΤς ας μάθουν, έπιτέλOUΙ;, νά τoi)ς βλέπουνε μέ προοπτική μερικibν δειcαετι/i)ν 'Εξάλλου χοιός σvyγραφεi)ς δtxεται 4λλην tξouσίαν fξω Δπό την τήν έξOUΣία τiΊς ΙCαρδιaς '[ου; οι σurrραφεΤς ΎW>ριζOυν
"Δλλιιπα πως θεωροΟνται περιποΙ 'Αteριβ6)ς Ύ\αUΤό 't"ίζoυν "Ι'ά Ιδεώδη μι τά πεπρωμένα τους Έκάς οΙ 'iιθιιcoλ6yoι
'tOI.>-ΟΙ ιdναιδoι fXouv τήν Ιδιαίτερη Υλ.ώσσα τους δXroς ΔKΡΙβιbς
οΙ μάΎΚες fxouv '[ά ΚWΤσαβάκ",α Τό Ιδίωμα <t/i)v χιναΙδαιν όνομάζε"l'αι καλιαρντή, f1 καλ,dρJιτω f\ καλ,αρvrα tΊ λotιμπι.lσrικo., " φραΥΚΟMvμπ,,,tστικα, f\ 'tC,,,aPWTd, f\ λαη.,κα
tΊ βαfJώ l:lnIOutQ f\ I:τρoiiσκα f\ λWρn'ω, f'ι ""ούρα λ&άρnα
Ή ιcαλιαρντή, αν καΙ ε{ναι χάη σάν τεχ.νητή Υλώσσα, δέν έποιήθη σε μιά ΙΠΙΥμή ΠρόΙCει"I'αι σχεδόν Υιά μιά δι6λειcτo, 'll:ou με"l'ατρέιtει την '[άξη <t/i)v κιναίδαιν σέ έρμητιΙCΉ χάιπα ΚαΙ πρόιcειται Υιά fvav άχολύτως άμυντικό κλοιόν !ιcφρά.σεως μέ δικό '[ου λεξιλό-Υ1.0, ΙδιΔζOUΣαν όρθοφαινία καΙ χροφορά, καΙ, έπιπλtoν (σάν 'tριπλο"l'ετρΔδιπλη άσφάλιση) ταXUτατην 6μιλΙα Σήμερα τι καλιαρντή δέν fXtI μιό-ν ένιαΙαν δψη, Δλλά έμφανίζεται σάν fva σUνoλoν σε δύο έιtΙπεδα: '[ήν ιiπλή ΙCαλιαρVt'ή καΙ τήν λιάρντω (f1 ντούρα λιάρντα)
Ή πρώτη όμιλεΤ"Ι'αι, λΙΥο-πολύ, άπ' δλOUΙ; τoUς KΙναιδoUς
Ή δεύτερη εΙναι tι o(oνεi καθαρεύουσα ΙCαΙ τήν χειρίζονται
οΙ πολυ μιtασμένOΙ, οΙ έλάχιιποι ToO"l'o όφεΙλεται στην διαρκ" 6πoxωρητι~ή τάση "Ι'ι1Ιν λέξεων τ"ς καλιαρντ"ς σε νέες ΔπόιφUφες μορφές "Ι'ων lvvotibv ·ΕτΟ1: τ6 ρήμα"l'l! δικέλω καΙ άβiλω άντιστοΙχως τρέπονται σέ "ooilw καΙ βooiAω, ένa τι λtξη ΥερακΙλι imοκαθιστδ την ταυτόσημη ΥκρΙφ, Ή ντούρα λιάρντα εΙναι δημιούρΥημα 'tibv προσφάτων t"l'ibv llapd "Ι'ήν άΥαθή στάση του λαοΟ μας fvaYΤa 'Cibv ΙCιναΙδων αΙΠοΙ οΙ (διοι πpoφανiί)ς fxouv ΔΡKετOUς λ6youς yιd νά έχφράζονται μέ έπιφυλαKηΙCότητα Ή καλιαρντή ε{χε dP'Xi-
Trang 9σει νά Ύίνεται, μεταξi> όρισμένων 1Cόιcλιoν, τό Ύλωσσικόν Ιδίωμα τοΟ συρμοΟ Φαίνεται πώς οΙ 'ι'ιθοποιοΙ ΠΡαιτοστάτησαν σ' αύτό Κάτι παρόμοιο συνέβη πρό εΙκοσιν ΙτΦν μέ τoi)ς άστούς, που fvaιoθav έξόχως κολακευμένοι δταν έψέλλιζαν κάμn:οσες ρεμπέτικες λέξεις ΣΙΎά-σΙΎα τά Kouτσαβάκικα διαφοροποιήθηκαν, καΙ, τώρα, Τσως, έξαφανίζονται Ε[ναι δγνωστον liv θα συμβεΙ τό {διο μέ τά "αλιαρντά
"Ώστe ή καλιαρνηΊ εΙναι μΙα συvθημαΠ1Cη διάλεΙCΤo.;, διεπομένη dniI τoi)ς εfδΙ1Cοi)ς κανόνες δλων τ())ν συνθημαΤΙ1Cli)ν διαλtιcτmν ΦυσΙ1Cά, ή καλιαρντή 6KOλoUΘεT την Ύραμματικη
"αΙ τό συνταΙCΤΙKό τ~ς "οινης νεOελληVΙKης Α6τό διόλοι> δλν έμποδΙζcι την καλιαρντή 6:lι:ό 'Τό νά εΙναι μΙα άδιακόκως lξυπνη ΙCαΙ Ιδιαίτατα πλαστική Ύλώσσα Ή ιcαλιαρντή fXEI !να xαραιcτηρισΤΙKό θέλΥητρο' εΙναι μία Υλώσσα που
σΙ 1ri:άνει να :ιαμoyελliς 4θελά σου Κι αύτός ε{ναι ό στόχος τΘν κιναίδων: έπιζητοΒν νά 6φοπλίσουν τόν συνομιλητή, Υυρίζοντας την κουβέντα στό εδτράπελο Ή καλιαρντή, έξ άπόψεmς λΟΎοτεχνικης καταξιώσεως καΙ φιλολΟΥικης διερευνήσεmς, εΙναι Ύλώσσα παντελό)ς 4Υνωστη 1(αΙ παρθένα
Ή διαβόη'Τη λoyOτεXνιΙCΉ Ύενιά 'ΤοΟ '30 συνεβάδιζε με τό ρεμπέτικο τραΥΟΟΟΙ 1(αΙ οΜέν άντελήφθη περί α6τοΟ Ή μoιryκαμάρα συνεχίζεται καΙ πρ6ς την πλευρά rli)v κιναΙδων Στην 'Ελλάδα οΟΟείς δια1(ινδυνεόει τό ΙCΎρoc; του διερευν&ν άVΤΙ1(εΙμενα xoi> στεροΟνται ΙCΎΡOoς Τσως διότι, π4ς dX01(fli)v ΙCίιρά; θνήσΙCει
Ή λέξη νπόκοσμος θεωρεΤται κακιά λέξη Άλλά αυτό ούδόλως μέ κωλόει νά προσανατολίζομαι σταθερά στην διαπίστωση πώς ό άΠΟ1(αλο6μενος υπόΙCOσμoς, δχι μόνον εΙναι ό κύριος φoρεi)ς τΘν έλληνικ/Ζ)ν παραδόσεων, μά 1(αΙ
σ υ ν ε Χ {ζ ε ι την δημιουΡΎ[α νέων παραδόσεων Ό ΙCoσμoς άποτελεΙ ένεΡΥό τμf'ιμα τοΟ κοινωνικοΟ σώματος Άκόμη καί οΙ δολοφόνοι (δέν 6VΉKOυν στόν ύπόκοσμο) εΤναι άναΥκαΙοι καΙ άναΥκαΙως 6ποδεκτοΙ ΟΙ κίναιδοι άνήκοον, fστω έν Πδριθωρίω, στόν ύπόκοσμο Μύ ό ίntόKoσμoς τoi)ς ξερνάει ΟΙ κίναιδοι βαδίζοον παράλληλα, καΙ έν έπαφ~, μΙ τόν ύπόκοσμο ΟΙ κίναιδοι άνήκουν στόν ύπόκοσμο υπό 'Την Ιννοιαν δποl.l άνήκουν σ' αύτόν οΙ 6πατεώνες fι δσοι έφαυλΙζουν παιδιά Χωρίς νά άποκλεΙονται οΙ μοναχικές tξαιρέσεις, οΙ κίναιδοι άποτελοσν Ινα σ(ί)μα Σ' αύτό τό σli)μα υχάΥονται οι θηλυπρεπεΙς που Ύι.ιρίζουν τΙς ννxτtς στά κατασκότεινα Χάρκα fι συναΥελάζονται μέ έχιβήτορες στά έπί τούτω φτωxιιcά κέντρα διασκεδάσεως, κ.αΙ
Trang 10(m6-πού δλοι γνωρίζονται ό:ρκετά καλά μεταξύ τοι>ς ΆKριβ(bς αόtδ τό σ&μα δμιλεΤ τα καλιαρντά Καλιαρντα δΙ σημαίνει dσχημα λ6Υια, κακα λόγια, περίεΡΎα λόγια
Ό νεοελληνικός μικροαστικός πολιτισμός πάσιει ό:Χδ προιοΟσα κακοήθη κοκεταρία, που δΙν '106 Ιπιτρέπει να ΙδεΤ τούς κίναιδοι>ς καΙ νά ό-κουσει τη Ύλώσσα τοι>ς Μά καΙ οΙ κίναιδοι καΙ "[ό Ύλωσσl1(ό τοι>ς Ιδίωμα (κόντρα στό πείσμα σας) lΧΡίστανται Τό- Ύλωσσικα Ιδιώματα, που ό:ναπWσσοuν όρισμένες ξεκομένες ιcoινωνιKές δμάδες, δέν εΙναι κάη τό ιΙγ"ωστο στην Ιστορία ΈδΒι, στην Έλλάδα, παλαιότερα, εΙχανε τη διιcιά τοι>ς γλώσσα οΙ ΙCOμΠOγιανίΤ&ς καΙ οι χτίστες Στα χρόνια μας lχουμε τό γλωσσικόν Ιδίωμα τlί!ν ρεμπέτηδων, δπου στηρίζονται (μΙ σχεδόν έλάχιστες διαφορΙς) οΙ γλωσσικές παραφυάδες "[Βιν διαρρη1("[lί)ν, τΒιν παπαtζήδων, τΒιν χασικλήδων, τ&ν πρεζάΙCηδαιν, τ&ν καταδίιcων τα καλιαρντθ: ε[ναι τό πιό στεΎανό καί τό πιό Ινδιαφέρον γλωσσικόν lδίωμά μας τα ιcαλιαρντά εΙναι μιά γλώσ
σα τοΟ δρόμου 'Ήρθε ή στιγμή να τoVΙσω, λίαν Ιπιμόνmς, τήν συμβολη του δ Ρ ό μ ο υ στην δημιουργία, δλο και νέων, fιθOλOγιKlί)ν-λαOγραφΙΙC&ν μορφ&ν Τά ιcαλιαρντά εΙναι fva γλωσσικό φαινόμενο μέ σαφ&ς λαογραφικό όπόβαθρο
τα καλιαρντά εΙναι fva κοινωνικό φαινόμενο Τό σπίτι καΙ
11 οΙκογένεια δΙν δΙνοuν τόν δξονα τΘν συγχρόνων λαιηραφΙKlί)ν δεδομένων
Τά καλιαρντά εΙναι μία προφορικη Ύλώσσα μΙ χιλιάδες λtξεις ΔΙν διαθέτουμε μνημεΤα γραπτου λόγου στην καλιαρν
τή Ύπάρχοσν ιcΙναιδoι που όμιλοσν θασμάσια τα καλιαρντά
Ή μάζα δμως τ&ν κιναίδων χρησιμοποιεΙ μόνο τρεΤς-τέσσερεις έκατοντάδες λέξεις (ftat άκριβΒις δπου fνας καλλιεΡΥημένος δνθρωπος μεταχειρίζεται πέντε χιλιάδες λtξεις τf1ς KOινi'ις νεοελληνικης, ένΘ Υιά έναν άξεστον όρεσίβιο Ιπαριcol1ν πενταιcόσιες λέξεις) Ό ιc{ναιδoς πού όμιλεΤ το καλιαρντά εχει πλήρη έποπτεΙα της νεοελληvικi'jς γλώσσας
Τά καλιαρντά ακαταπαύστως έξελΙσσονται Ό κίναιδος, ό όμιλ&ν την γλώσσα τ&ν κιναlδων, εΙναι ενας ευστροφος δνθρωπος, που κατέχει 'Ιό λαΤκό λι:ξιλόγιο τiί)ν νεοελλήνων, καΙ, συνάμα, Ύνωρίζει άρκετές τοσρκικές λέξεις, καί Ιταλικές, καί γαλλικές, καΙ άπλικές Ή ΎερμαVΙKη εlναι μιά ιϊΎναιστη Ύλώσσα για τους κΙναιδοι>ς' και ή ρωσική Έπ' ευκαιρία
θά άναφέρω δτι οΙ μάΥκες, δσο μπόρεσα νά Ιξακριβώσω, μόνο μια Ύερμανικη λέξη Ιδανείσθησαν (sprechen > σπρ~χάρω = όμιλ&), έν& 'Ιό Ύλωσσικό τους Ιδίωμα βρίθει τουρ-
Trang 11κικό':ιν καΙ Ιταλικών λtξεων ατό 'διο πάνω-κάτω ποσοστό πού τΙς βρΙσΚΟlJμε στήν κοινή νεοελληνική Κι ~νας lί.λλoς συσχετισμός: τά κουτσαβάκικα δέν συπενεύουν, ουτε κάν έrι:ΙKOινωνOOν μέ τό καλιαρντά Μέχρι τοϋδε ατό λεξιλόγιο τό':ιν ρεμπέτηδων έντόπισα μόνο δώδεκα λέξεις τ!Ίς καλιαρντΙΊς (κι αίιτές είιρεΙας λα[κ!Ίς χρήσεως)' καΙ άντιατρόφως, οΙ κίναιδοι πήρανε καΙ χρησιμοποιοΟν κάπο\) δέκα μάγκικες λέξεις 'Εν τό':ι μεταξύ, τό μάγκικο γλωσσικ6ν Ιδίωμα δλο καΙ διαρρέει πρός την έργατική τάξη Σ\)νήθως οΙ λtξεις τ!Ίς καλιαρντΥις εΙναι μεταμφιεσμένες λtξεις κυρΙως τΥις νεοελληνικΥις γλώσσας (π.χ πoVμα ό:πό τό novμάνι)
fl εΙναι καμωμέν6ς με τέτοιον τρόπον ώστε ή συνειρμική άναγωγή ΤOuς νά όδηγεί κατ' είιθεΤαν στήν κρυμένην Ιννοια (π.χ ταψί) ΈπΙσης, συνήθως, οι λtξεις τΙΊς KαλιαρντfΊς εΙναι σπονδυλωτές 'Υπάρχουν λεκτικοί σπόνδυλOΙ-ΙCΛΕιδιό πού δίνουν, με κάθε καινούργια διάταξή ΤOuς, καΙ μιάν lί.λλην άρθρroτή λtξη μέ κάΟε φορά νέο έννοιολογικό φορτίο Ή Δνίχνευση τf\ς έτυμολογίας τό':ιν λέξεων τΥις καλιαρντΙΊς εΙναι έξαφε:n.:tσς δ6σκολη καΙ, κάποτε-κάποτε 6:δόνατη 'Απτό παρΔδειγμα τό έπlρρημα μπαξ-και-λατσή (6:-
κούγεται: μπαξκελατσί) Τό ξανατονΙζω' ή καλιαρντή δμιλεΙται τάχιστα - οίισιαστικό':ις ιΊν δεν εΙσαι κΙναιδος άδuνατεΙς νά προφέρεις σωστά τίς λtξεις τΙΊς καλιαρντ!Ίς, πού, πάντα, συνοδεύονται άπό κατΔλληλες ct3yλωTtEς χει ρονομΙες καΙ μορφασμοΟς καΙ καμώματα καΙ άκκισμοΟς κα! ΎUναικωτές στάσεις τοΟ κορμιοΟ ΕΙναι τόσο δύσκολο νά προφέρεις όρθCt τά καλιαρντά, il)ote ατό σύνηOeς έρώτημα ι<μπενάβεις τά καλιαρντά;» όσοι τά όμιλοΟν άπαντοΟν με κομπασμό: «καί τά 'tζινάβω ιαιΙ τά μπενάβω» Τέλος, ό άναΎνΦστης τοα έν συνεχεία, λεξικοΟ θά lδεΙ νά ξεπηδα, μέσα άπό τήν δομή καΙ τό πνεΟμα τό':ιν λέξεων τf\ς καλιαρντι,ς, τ6 πανόραμα τοΟ εlδωλολατρικοο καΙ φιλήδονου καΙ συσπειρωμένου καΙ Δναρχικοσ καΙ ό-πολιτικοΟ καΙ Δμιγό':ις ΔστικοΟ κόσμο\) τό':ιν κιναΙδων, δποlJ ή Δσέβεια πρός τά θεΤα Δμιλλltται την περιφρόνηση για τα -ΥυναικεΤα σεξουαλικά δό':ιρα, καΙ, δποlJ διάφορα εΟστοχα καυστικά κοσμητικά έπΙθετα γελοιοποιοΟν τoUς Ιπαρχιό':ιτες, μα καΙ τοΟς άστυνομικούς
"Ίσως, πιθανόν ή όμοφυλοφυ.Ια νά εΙναι tΊ νά μοιάζει μιΔ πληγή, μέσα στΙς τόσες κοινωνικές πληγές Μά οΙ πληγές δέν κρ{νονται, ούτε τιμωροΟνται Η.Π Άθ!Ίvoι, Μάιοι; 1969
Trang 12Λεξικόν
Trang 14βaκoυ).ή 'ΚαΙ μπουριάρι)
αβελι lιΠOKατέ (!) fla δω (!)- προστακτική 1"00 άβέλω (βλ λήμματα dβέλω καΙ άποκατέ)
lιβέλει 1"ονΤΟΡελιά' φυσάει ιϊνεμος άπανταται στό τρίτο ένικό πρόσωπο, κυρΙως το!,} ένεστΘτος (βλ λήμματα άβέ.λω χαΙ )'KOVΤOpε)Jd)
lιβέλω' δίνω, παΙρνω, κάνω, βάζω, βΎάζω, έπιΟυμώ, fχω,
θέλω' ρf1μα-!CλειδΙ, πού πάντα O1Jσχετiζεται μέ τά συμφραζόμενα (βλ έπόμενα σxεnιcά λήμματα), καΙ πού πιΟανώτα
τα Ιλκει τήν καταΎωΥη του {ιπό τό κοινό ρ~μα θέλω' ται>τόσημο τό βουέλω- άνάλΟΥΟ τό ρεμπέτικο κουσουμάρω Δβέλω αΤτνα' βγάζω σπuρΙ (βλ λήμματα άβέλω καΙ aΤn'α)' ταυτόσημο τό βουέ).ω ndpa,
6:βέλω 6:χαλιά' κάνο δΙαιτα (βλ, λήμματα άβέλω καΙ άχαλιά),
Trang 156:μέλω βαιωuλοξεκολλο(lψες' ζητ({) διαζύγιο παίρνω διαζύγιο
(βλ λήμματα άβiλω καΙ βακOυλoςεκoλλoίJψες)' τ6 σκέτο άβέ
λω Ι:εκoλλoίJψες σημαΙνει χωρίζω, λέω άντ(ο Υιά παντοτινά 6.βέλω βιολέ-τ:α' δίνω λεφτά, πληρώνω' (ιπό -τ:6 άβέλω καΙ
τό βιολΕ.τέρα (βλ λήμματα)' ταu-τ:όσημα: άβέλω μπερντέ, βoυiλω όποία
6:βέλω ΎKaζόζα' χάνω 1Cλύσμα (βλ λήμματα άβέλω 'χαΙ γκα
ζόζα)' ταu-τ:όσημo τ6 βoυiλω γκάζα
6:βέλω ΎΧοντορελιά' βλ τ6 λf'iμμα άβέλΕ.ι γκοντορελιά
6:βέλω ΎΟρΥόρι' χαστου1dζω (βλ λήμματα άβέλω χαΙ γοργόρι) 6:βέλω δαν-τ:έλα' δtνω (βλ λήμματα άβέλω καί δαντέλα)"
συνώνυμο τ6 δαντελιάζω
6:βέλω διακόνα σtόν μπερντέ' ζητιανεύω ζητώ δανεtxά (βλ
λήμματα άβέλω διακόvα μπερντε')
6:βέλω έτροοσκα' γνωρίζω τήν καλιαρντή, καταλαβαίνω τά περΙ τζιναβοσίινης δ.ντιλαμβάνομαι τ6 Υλωσσιχ6ν Ιδίωμα τ({)ν κιναΙδων (βλ λήμματα dPέ).I.J) καΙ ΑτροΟΟκα)
δ.βέλω ιι:ανικό· πηγαίνω, παίρνω δρόμο φεύγω (βλ λήμματα
άβέλω καί κανlκό)' ταυτόσημα: άβiλω σπασ(μπεr;, άβέλω τζaστlKό, βoυiλω τζά, τζάζω τζασάρω, τζασέρνω, τζάω, 6:βέλω "άπι' βάζω χέρι, κάνω έρωτική χειρονομία' άπ6 τ6 6.βiλω καΙ τ6 κάπι' ταυτόσημα : άβiλω μπιεσμάν ΙJ.βέλω
6.βέλω κουσέλια' προδΙδω (βλ λήμματα άβiλω καΙ κουσέλlα)' ταυτόσημο τ6 βoυf.λαι σιλανσιόλει;
6:βέλω "ouσoύμια' κακολογω, 1(ουτσομπολεύω (βλ άβέλω καΙ κουσούμι)' ταυτόσημα τά : άνο(γω βιβλlo σrηχapητηplων
Trang 16κaζεiν,άζω, KOQσOυμιάζω μπε~'άβω dνΟυγιειl-'ιi κ.ΙΙ
6:Ρέλω κράκρα' διψli:ι (βλ λέξεις άβέλω καΙ ιφάΧΡα)' ταυτόσημο τό βoVΈλω μπλούκροlJ
άJlέλω λατσοκαζαντιά' fχω τύχη, φέρνω τύχη, εΙμαι γουρ.λής (βλ λήμματα άβέλω καΙ λατσοκαζάντω)
άPtλω λατσό παγκρό' χτενΙζομαι (βλ λήμματα άβiλω, λατσός, παΊΚΡΟ)' ταυτόσημο 1'6 βουέλω τσόπαΊΚΡα
lιPέλω λούνι' κολυμπώ (βλ, λήμματα άβέλω καΙ λούν.)
άβέλαι μαρμαρσύ ' περιμένω' lιπό τό κοινό μαρμαρώνω, άJlέλω μούσι' fχω νεΟρα' Ισως έκ 1'00 γεγονότος δη οί κίναιδοι συνήθως κάνουν 6:ποψΙχωση, καΙ, συνεπώς, δταν fxouv γένια νιώθουν έκτός έαυτοϋ, νιώθουν νευΡΙ1C6τητα άΡέλω μπακαλούμω' παραιcαλli:ι (βλ λήμματα άβέλω 1CQ i μπaxαλούμω),
lιPέλω μπαλόμπα' ύπερmτίζομαι (βλ, λήμματα άβέλω καΙ μπαλόμπα)
ό.Ρέλαι μπαλτατζού' δικάζομαι (βλ λήμματα άβέλω, μπαλτατζού, καθιbς καΙ τό ταυτόσημο βουέλω μπάλτε~)
lιPέλω μπερντέ' πληρώνω (βλ λέξεις άβέλω καΙ μπερντέ)' ταυτόσημα: άβέλω P.o).ita, βουέ).ω όποία
άΡέλω μπερχαμά' καβγαδΙζω (βλ λήμματα άβέλω καί μπερ χαμά,)
άPtλω μπιεσμάν- κάνω έρωτιιι:ές χειρονομίες, βάζω χέρ (βλ λήμματα άβέ).ω καΙ μπιεσμάν, καθώς καΙ τίι συνώνυμα ό-βέλω μπιεσμαl'τό, άβΈJ.ω μΠΡατέλο, άβέλω κάπι, βουέλω μπΡάτες, κουταλιάζω)
άΡέλω μπιεσμαντό' άλλος τύπος 1'00 ό-βέλω μπιεσμάν ό:Ρέλω μπλάντο' 1':χω περlοδο, εχω αlμα lxro τά fμμηνά μου (βλ λήμματα άβέλω καΙ μπλάντι)' ταυτόσημα: άβέ).ω νισεστέ, βυυέλω κουμουνόσκε).η, βουέ).ω μουνόπασχα, βoυiλω POQ-
ζόσκελο
άβέλω μπούα' κορνάρω' τό μπoύa, έδli:ι, ηχομιμητικό [βλ λήμματα άβiλω καΙ μπoύa (=λουλούδι) J
άβέλω μπούτ Μπαίρακτάρη' τιμωρ& σκληρά (έπΙ λέξει: γΙ· νομαι πολύ ΜπαΤρακτάρης)' ό ΜπαΤρακτάρης ύπi1ρξεν άστυνομικός διευθυντής 'Αθηνών κατά την περlοδο 1893-189/ (βλ, λήμματα άβέλω, μπούτ, μπαΣΡαχταρίζω)
άβέλω μπούτ μπόψ έπεξηγli} (καΙ tni λΙξει : τά λέω πολύ καλά)' συ\'ώνυμα: βοviλω ζπλίκα, Ιξπλικό.Ρω (βλ λέξεις) άβtλω JInoxjKoς' βρωμάω, ζέχνω (βλ άβέλω καί μποχίκα;), άβέλω μ ρατέλο' βάζω χέρι' ό.πό τό άβΈJ.ω+μπpατέλo (βλ λI1μματα)' ταυτόσημα: άβέJ.ω μπιεσμάν άβέλω κάπι, Povilw
Trang 1720
μιφάτεr;, κοιπαλιάζω
6.μέλω μΠΡοστομπερντέ' προκαταβάλλω, δίνω ΠΡοχαταβολή (βλ λήμματα dβέλω ιc:αί μΠΡοστομΠεΡντέ)
6ρtλω ",άψες' λέω φλuαρGl KOι.rrσoμπoλ.ε6ω' 6.πό τ6 άβiλω+~'άψες< κοινό 4ιιaψες' εΤνοι Ύνωσn'ι ή ΣXEΤΙΙCη λα{1(ή b:φραση άwlβω φωτιές' τά ρήματα λακιράρω, μπε\-ό.fJω, μπο!? dβω σημαίνουν λέω (βλ λήμματα)
ΔΡέλω νισεστέ' Ιχω τά Ροί1χα μου, Ιχω περίοδο (βλ λήμματα άβέJ.ω καΙ Υlσεστέ καθως χ:α.ί τά συνι'ί)νυμα Iιβiλω μπλάvτo βoυiλω κουμουνόσκε.λη, βουέλω μουΥόπασχα, βoυiλω poUΖόσκελο)
6:ρtλαι νορμάλ' πέφτω μπρούμυτα (βλ λήμματα άβiλω ιcαΙ νορμάλ)' ήΡοχλωτά σημαίνει άνάσκελα
Δρtλω ντονιά' κάνω νάζια (βλ λtξεις άβέλω καΙ νταν/Δ)' σχεΤΙ1Cό τό βoυiλω κουρούνες
6ρtλm ντέζι' δΙΕΎεΙρομαι aEξouαλIιcliX; καυλώνω Ιχω J(Qf) λες (βλ λήμματα d.βiλω vτέζ, vrεζdpω, ντεζιΡό.Ρω βουέλω φακΙΡοπίπιζα φαχΙΡοπιπιάζαι κοΙ χορχοριάζω)
Δρtλω νtOύπ' δέρνω, δίνω ξύλο (βλ λήμματα άβέλιJJ καΙ ντούιι) συνώνυμα : βoυiλιJJ χιιλάστpa μπιζάρω, ντουπάρω
Δρέλω νΤΟ"Ρανάοαμα' κάνω κουράγιο, όπομένω (βλ λήμ· ματα άβέλω καΙ vτoυpa\'άσαμα)
Δβέλω vtρέcrες' ντύνομαι (βλ άβέλω καΙ ντρέσα)
άρέλω ξεκολλο0ψες' χωρΙζω, λtω άντίο Υιά παντοτινά (βλ λήμματα άβέλω καΙ ξεκολλούψα)' σημειωτέον δτι άβiλω βα κουλοξεκολλοϋψες- σημαΙνει ζητω (ή παΙρνω) διαζίryιo όβέλω δψιόν μπερντέ' διαθέτω μετρητά, Ιχω ρευστό χρημα'
ή περΙφραση μaλλoν lιπό τΙς γνωστές καταΟέσεις δψεως (βλ άβέλω καΙ μπερντi)
όρi;λω πακέτο' κάτω άπό τό παντελόνι δεΙχνω δγκο στό ύπο· Ύάστριό μου, πΙσω όπό τά poijxa διαφαΙ νονται τά γεννητικά μαο δργανα (βλ λήμματα dβiλω, πακέτο, καΙ τό ταυτόσημο βουέλω μπajlκάζι)
6βέλω πούφ' τραβάω ροuφηξιά άπό τσιγάρο, φοuμάρω βλ λήμματα άβέλω καΙ πούφ)' ταuτόσημα : βουέλω φούμα, βll-άΡω
τή ντούμα
Δβέλω ρtλo' πέρδομαι (β) • λtξεις άβέλω καΙ βέλο)' ταuτόσημα : άβέλω ρέτα, άεΡαντερίζω, βoυiλω μπουμπούι'ι
άβέλω ρέτα' πέρδομαι' τό Ρέτα {σωι; άπό τό ρετάρω, όπότε 'Ιό ρημα μας σημαΙνει : lxro διαφυγές ταuτόσημα: άβέλω Ρέλο, άεραντερίζω, βουέλω μπουμπούι'ι (βλ λήμματα)
όβtλω ρετάλι' ένιί) δuναμαι βοηθίί) έλάχιστα, ένισχ6ω χωρίς
Trang 18"
κέφι (βλ άβέ).ω, Ρετάλι, pεταJ.όκαπα)
άβtΙω ροντοσόλ' φιλG:ι, λείχω (βλ λήμματα άβέλω Ροντοσόλ, povτoσoλ6.pω, dβέλω κοντΡοσόλ, βουέλω σάJ.ιαγκO βolJέλω τζόκα, KOVΤPOσOλ6.pω)
άβέλω ιn:ρΙβα' γράφω' συνώνυμο το σκριβ6.Ρω (βλ λήμματα άβtλιJJ καΙ σκρίβα)
άβtλω σπασlμπες' φεύγω, ξεγλιστpG:ι (βλ λήμματα άβέλω, (J1[ασίμπα)' ταυτόσημα: άβέλω κaΙ'lκό, άβέλω τ'αστικό, βoυt·
λω 1'ά, τζάζω, τζασάρω, τζασέρι'ω, τζάω
άptλω σφήνα' κατηγΟΡο\)μαι (βλ λέξεις άβέλω και σφήνα) lιt!έλω τζαστικό' φεύγω, παίρνω δρόμο (βλ λήμματα ά/lέ),m καΙ τζαστlκό, καΟώς καΙ τά συνώνυμα άβέλω κανικό, άβiλω σπασlμπtς, βουέλω 1ζά, 1'6.(00, τζασάρω, τζασέρνω, τζάω) 6.βέλω τζαστιραχοσεκέρι' δηλητηριάζω' χατά το Iι.βiλω τζαuτιpαχόσoλo' ωJ.o συνώνυμο το ψακιάζω (βλ λήμματα) ΑΡέλω τζαaτιραχδσολο' φαρμα1Cώνω δηλητηριάζω (βλ άβέλω ιcαΙ τζασΙΙΡαχόσολο)' ταυτόσημα: άβέJ.ω τζαστιΡαΧΟσεκέρl ψακιάζω
4βtλω τζασχάλεμα' άναΥοολιάζω κάνω έμετό (βλ λήμματα άPέJm καΙ τζασχάλεμα)
Δβtλω τζόκα· παΙζω (βλ τό άβέJ.ω+τζόκa)· ώστόσο βolJέλω τζόκα σημα(νει φιλ6}
όβtλω τζουρό' ουρ6} (βλ λήμματα άβέλω καΙ τζοιιρό, καθως κα! τό ταυτόσημο βoυiλω σεμελόπηγη)
όβtλω τζOίις·λtOT πλtνoμαι' συνώνυμο τό βoυi},ω TCάJ fnta (βλ λήμματα άβέλω καΙ τ{υός-λiσι)
Δβέλω τούλο· mωπ6} (βλ λέξεις άβέλω καΙ τούJ.σ.)
Δβtλω τol}φες- \::οlμδμαι βαΟιά (βλ λήμματα άβέλω καΙ τoιJ.φες) ταυτόσημα: κουελοσφαλάω μπισέJ.ω κα! πισέλω
4βέλω τρόμπα' κάνω fνεση μέ ναρκωτικό (βλ λήμματα: άβέλω, τρόμπα βoυiλω χτύπες καΡφιάζομαι VΤαμιPόKJ.JJσμα
τζέκσα χτύπα)
Δβέλω τσαρδοσr:ασίμπα· κάνω fξωση (β} σχετικά λήμματα: άβέλω τσαΡδοσπ.aσίμπα)
άβέλω φαC7αμέvtα· φορ6} μαΤΟΥι6λια (βλ λtξεις άβέλω καΙ ιpaσαμέvτα)· τό ίδιο σημαΙνει τό βουέλω γλασό\'ια
άβέλω φιόγκο· συνουσιάζομαι μt κ(ναιδο που ένόμιζα πως ε{ναι έπιβήτωρ (βλ τά ταυτόσημα δα\'Tελιιiζω φιόγκο χαί δlo.ω φιόγκο καθως καί τό σχετικό φιόγκοι;)
6βΟ.ω φλόκια' έκσπερματώνω (βλ λήμματα: άβέλω φλόκι, φλοκάΡω βουέλω J.σ.χαvισ.ζοζοιίμι, βουέλω τΡεμόζουμο μπουλ κουμάΡω τζασdpω φλόκια)
Trang 19tιβtλω φρομΔζ '\'μηnοΟ • t&δι:ρφάρα
ΑΡέλω φρομόζ 'YμηtτoO' Ιιω βρώμικο πέος τό γαλλικό mage σημαΙνει τυρί, καί, ώς γνωστόν, ό λαός άποκαλεΙ τορΙ
fro-τό σμf'jγμα τοί) πέους (6 ποίίτσος μου Επιασε τυρί, εΙναι μιά συνήθης fκφραση)' ταυτόσημο 1'6 βoUΈλω γΟΡγότζες (βλ λf'jμμα) όβέλω χο6ς' κρύβω (βλ άβέλω καΙ χo~)' συνώννμο τό χoυaάpω
ιiμραΚ"ιάζoμαι' μαΙνομαι, Ύίνομαι Ιξω φρεν/Ι)ψ από 1'6 στερητιΧ:ό ιί+1<οινό fipαxi (λατινικά brara)' εΙναι "f\'ωστη η σχετική λαΤκή Ικφραση σχίζω τα ΡΟ'Ία μου άπ' το κακό μου, καθώς καΙ ή 1tαροιμιώδης ρήση θύμωσε ό καλόγερο, κι Ισχι
σε το βΡαχ' του·
6Υαθδκλα, ή' ψωροφαντασμένη' μέ ένδειόμενη έπΙδραση τ&ν σχετικ(ί)ν άΥαθά;, άγdOω, άΊQOOKλή, και άγaDολουλού
δη, 1'00 Ύ).(οοσικο\} Ιδιώματος τ(ί)ν ρεμπέτηδων
6Ύιοσαμμιάτικο, τό' καβούρι' κατά μίαν έκδοχην άπό τό Δντιχαρκινικό νοσοκομεΙο "'ΛΥΙος Σάββαι; (συνειρμικη παρετυμολο-Υ{α, άφοΟ Kαρx:ίνoς=ιcάβoυρας)
άΥλΟΡοΥκόμενα, ή' ξενύχτης χΙναιδος πρoφαν6:lς άπό τό στερηΤΙ1Cό ά+ιcoινό γλαpώVΩ+μάγκΙKO γκόμενα (βλ ΙCα\ λήμματα άγλo.pόκεvτpo, άγλο.Ροπουρά;, άγλαΡότεκνο)
6ΎλαρόκεντΡο, 1'6' ταβέρνα που διανυκτερεύει, ξενυχτάδικο' μ(iλλoν άn:ό τό στερητικό d+ΥλαΡώιιω+κivτΡο τf'jς ΚΟινf'jς νεoελληνιιct'!ς
ΔΎλαροπουρός, 6· γερο-ξεν6ιτης ΣUνθετo έπΙΟετο, προφαν(ί)ς 6.πό τό στερητικό d+yλαpώvω+lCovpoζ (1'00 τρίτου συνθετικοΟ βλ σχετικό λf'jμμα), κατά 1'6 dγλο.Ρογκόμε~'(J καΙ dyλoΡότεκνο
6.Ύλ.αρ6τεκνο, τό' νεαρός ξενύχτης προφαν(ί)ς άπό 1'ό στερητικό ά+κοινό γλαpώvω+τεκ\'O (βλ λf'jμμα), κατά 1'6 άΥλαΡογκόμενα καΙ dyλaponoopόt;
d'ΤΡΙΟΎοU'(ούλφης, 6' μπoυλντ6-yιc:' ΣUνθετO από τό κοινό
11-γpιoς+yovγoύλφη~ (βλ λf'jμμα)
Δδελφάτο, 1'6' 6 κόσμος τ(ί)ν ιανοίδωψ από τό άδελφή, (βλ λέξη)
Δδι:λφή, ι'ι' κlναιδος δ.λλα 40 συνώννμα Υιά τους κάθε λoyfΊς ιdναιδoιx;
6.δελφο6λο, ή' Υάτο' έκ τf'jς 6μοι6τητος: 1'00 οΙκιακο6 αύτ06 ζώου μέ τους 1CΙναιδους, ώς πρός τόν fvτovov έΡωτισμόν καΙ τη νωχέλεια, τά νάζια καΙ την lιyάπη Υιό τά χάδια ΔδεΡφάρα, ή' μεΎάλη άδελφή, ξα.κουστός κlναιδος (βλ άδepφη')- τουλάχιστον 40 λέξεις της KoλIapvτf'jt; χαρακτηρΙζουν τους πάσης φ()σεως κ[ναιδοιχ;
Trang 20-4δε ή ή' <Ιναιδος παραλλαΥή ,ο d&λφή (βλ λημμα) 6:δι:ΡφοΚράζαι' νιαοuρiζω' ιΊπό τό Mι:λφoύλα+ιcoινό κράζω (=φαινάζω σαν γάτα)
Δδι:ρ90τροφή, tι· πoντ{ιcι' ά.φοΟ τα πoντίιcια άποτελοΟν έΙCλεΙCτή τροφή γιά ιcάθε Μι:λφούλα (=Υάτα)
Άδερφοχώρι, τό' τό Λονδίνο' πρoφαν(bς λόγω τοΟ φημολοΎοuμενοu πλήθol>ς t(i)v ιcιναIδων του' συνώνυμο τό Τζιναβότoπ~' ανάλογο τό Μουτζότοπος (βλ λήμ ατα)
άδ,,,οκο6τι, τό' φέρετρο' ιΊπό τό Μικοκουτιάζομαι, δίιως νά ιΊπodεiεται tι ιΊνήaτρoφη παραΎωγή' συνώνυμα : VΤOυβντέ'α, τζαστιpαχόΙCOιJtO ΤΙΡαχοτ'αστόκουτο ΤOυpμxανόKOIΠO (βλ ΣXδΤΙΙCα λήμματα)
• άδιΙΙ:OΙΙ:OUΤιάζoμαι' πεθαΙνω' ένδεxoμtνως γιατί τόν πεθαμt
νο τ6ν βάνουν Μ/κα aτό κουτl (εΙναι -Υνωστή tι 4ποψη πως
ό θάνατ~ εΙναι μεγάλη Μικ{α ΙC.τ.λ.)' συνώνυμα: κοκκαλοβιβιάζομαι μορτά,Ρω μπισι:λογυψιάζω (βλ λήμματα)
• ciδρει;ιή, 'ι'ι' ιcίναιδoς λαΤΙCίζOOOα παραλλαγή της λέξεως dδ.eλφή >Mepφή (βλ λf'\μμα)' 4φθονα συνώνυμα
dδpt ή' dδελφός ii dδελφή (όπό την lννoιαν ,ο συΥΥενοΟς)' ιΊπό τό λαΤιcό άδΡεφή- νννώνυμα : δ,φαχος κoυrζίνoς (βλ λήμματα)
dεpoyιι:ίστρω, tι· μαγνήτης ΎιατΙ lι.γκιστpώνει στόν dipα (βλ λf'\μμα d.tpαYKIutPώVΩ)
άεΡοΤΚιστρώναι' μαγνητίζω' έπειδή ό μαΥνήτης lι.γκιστpώνιι aτόν lι.ipo (βλ καΙ λf'\μμα d.tpαYKfutpω)
• Aεpανtερίζω' χέρδομαι, (ΙCαΙ μεταφOΡΙKiί)ς) d.διαφορill (βλ
λημμα d.tpανtipω)· πέρδομ ι σημαίνουν καΙ τα ρήματα : lι.
βέ ω ρέ.λο dβέλω ρέτα, βoυiλω μπορμπούνl
• ΑεΡοvτέΡω tι· πορδή' γιατΙ εΤναι ΜΡαι; tillv lντέΡωV' συνώνυμα : μπουμπούνι, Ρέλο (βλ λtξεις)
Αερ6ι.:αΡο τό' dερo'lύ.άνo· γιατί εΤναι Kdpo τοΟ άipoς
άθλόπατσtιι, 1'1 Υήπεδο' άπό τα κοινά άθλο+πιάτσα (μέ ΑνοΎραμματισμό) f'ltot : πιάτσα tillv ιι.θλητQ)v
άθοριτιάζω' διαπράττω βλαΙC{αν, i:νεργii) παραιcινδυνευμένα'
4Ύνωστης έΤUμOλOγ{ας
Δθοριτιάζω κάρτες' χαρτοπαΙζω' άπό τό άθοριτιάζω (βλ λ1'jμμα)+ΙCOινό κάρτα (lταλιχά carta)
άθοριη{ιζω τ' Xδρcn.α· παΙζω aτόν Ιππόδρομο' dπό τό άθ~ ριτlάζω+χόΡσΙ (βλ λήμματα)
ΙΙθoριτιαVΉ, 1'1' lαρτοπαιξία, l.αΡτοπα{ΥνΙΟ (βλ τό dOOPIt
w.-ζω κάρτε,)
άΟοριτιαστής, ό' ιαρτοπαΙχτης (βλ τό lι.Oopιτιανη')
Trang 2114 όθ6ΡΙfΟΙ; • δλτρot;
lιθόριτoς, έπ[θετο' παράλογος {ίγνωστης έτυμολσΥΙας (βλ καΙ τό άΟοριτιάζω)' βεβαΙως άKoUΓεται ώς ό,OώpηΤQς
6.Ιστaνοταμπλέτες, οί- λογάριθμοι, π(ναΚΕς λoyαρlθμαιψ lιπό
τό δνσμα Eίωιείιι+ιcoινό ταμπλέτα (Υαλλικα tablette)
αΙσωποκους-κούς, τό- αίνιγμα, (ινέιcδoτo' άπό το δνομα Α[ιτωπος+κουσκούσι (βλ λημμα)
αΤτνα, ή' σπυρί βοι>ζούνι, καλόγερος άπό το ήφαίστειο Α[τ
\'α άφα;:} κάθε ήφαίστειο μοιάζει μt μεγάλο σπι>ρί της Γης, καί χ:άθε σπυρΙ με μικρό "φα(στειο
αΙτνοχορχόΡο, ή' ίλαρά, όλλεργΙα' Δπό το αίτνa+χορχόρα (βλ σχετιιcα λήμματα)
lιιr;:αYKOΙ>ρωτη, ή' lιμύριστη, άνέΥΥιχτη, (ιcαΙ μεταφορικΟ>ς) παρθένα- lιπό τό στερητιιcό ά+καγκουρη (βλ σχετικά λήμματα)
-α"'ης κατάληξη άρσενικΦν όνομάτων, δανεισμένη από την κοινή νεοελληνική
lικιόρης, δ' KOUφδς- άπό τ6 στερηπκό ά+δκ/ο (βλ λήμματα)' συνώνυμο τ6 γκό~
Δκουμπότσαρδος, έπίθετο' γεΙτονας άπ6 τ6 κοινό άχουμπώ {λατινικά αccumbο)+τσαρδί (βλ λf'jμμα)
ciλαμπpoτσάρω' πιάνω 6:Υκαζέ, μαγγώνω, άρπάζω' 6:πό τό γνωστό άλαμΠΡατσέτα (Ιταλικά α bracceto)
6:λεΎΚΡορία, ή' κέφι, εόθυμία' άπό τ6 άλiγκpoι; (Ιταλικά αΙ
legro)
Δλλαξοτοπιάζω' μεταναστεύω' 6:πό τό άλλάζω+τόπος τf'jς KOινf'jς νεοελληνικf'jς, κατά τό πασΙγνωστο άλλαξοπιστεύω
• iιλλαξoxρoυXΡOι':ι, ή' χρ&μα' τό πρ&το συνθετιιcό ίσως 6:π6 τ6 κοινό άλλά{ω
• iιλληλOKOυλoσiXαμα, τό' 6:μοιβαία ταυτόχρονη αΙδοιολειχία' άπό τό άλληλο+κaυλο+σίχαμα τf'jς 1COtvf'jt; νεoελληνιΙCΗς lίλμα ή' ψυχή' 6:πό τό ταυτόσημο lταλΙ1Cό αΙπια' συνώνυμο τ6 άνεμοβίβα (βλ λf'jμμα)
lIλμoμπαριασμtνoς, έπίθετο' ψυχοπαθής lIπό τ6 άλμα+ μπαριaσμένος (βλ σχετικά λήμματα)
iιλμoμπισελιάζω' ύπνωτίζω, (έπί λtξει) 1CοιμΙζω την ΨUXή' άπό τ6 ιiλμa+μπισέλω (βλ λήμματα)
lIλμομπισελο6, ή' μέντιουμ' 6:π6 τ6 ρfjμα άλμομπισελιάζω (βλ λf'jμμα, 1CQeOOς "Καί τό συνώνυμο άνεμοσελογκουγκού) 6:λμο",τοτόρης, δ' ΨUXίαΤΡOς άπό τό αλμα+ντοτόρηι; (βλ λήμματα)
lίλτpoι;, ΔντωνυμΙα" dλλoς άπό τ6 [ταλΙ1Cό αΙιτο (=ω.Λ.ος)' συνώνυμο τ6 6τρος (βλ λf'jμμα)
Trang 224μ'τιόpη~ -4νι:μotζασάικo
6μφάρης, άνταιννμΙα' Ιδιος ένδειομένως άπο το κοινο μιγής
11-6μφάριιι:α, έπΙρρημα' αύτΟΠJX>σώπως' απο τό άμιΥιάρη<; (βλ· λ~μμα)
6μιτσιόζα, ή' φιλ.ία, γνωριμΙα' 6πο το άμιτσιόζα; (βλ λf1μμα)
6μιτσιόζα λέφα, ή' φιλικη έmστολη (βλ άμιτσιόζα; καΙ λiτpα)
6μιτσιόζος έπΙθετο' φΙλος, φιλικ6ς από τα Ιταλικα αmico,
amicizia (=φlλος, φιλΙα)
ΆμΙΤιJOΠOυΡOύ, η 6 λόφος 1:00 Φιλοπάπποl.)· από 1:0 άμιτσιόζος-+πουΡος (βλ λήμμα1:α)
6:μοΡόζα λέτρα, ή' έρωτική έπιστολη (βλ ΙΙμορόζος καί λf:rpα) 6μορόζος, 6· έραστής (ιπο το Ιταλικο έπΙθετο amorozo ( = έρωτικός, περιπαθής)
6μπιλομπομπΙτσες, οΙ, ντολμαδάκια' άπαντΙΙται, συνήθως, στον πληθυντικό' dJfb 1:ό άμπέ).ι+μπομπίτσα (ίιποκοριστικο
1:00 μπόμπα) τ~ς Koιν~ς νεO&λληνιιct'jς τα ντολμαδάκια, ώς Υνωστόν, εΙναι τυλιγμtνα μι άμπελόψυλλα' άνάλογο 1:0 καρνόμπομπα' συνώΝUμo τό σβουροσπυΡόμολο
6μπενάl\ωτoς, έπΙθετο' βουβός (ακριβέστερον: αύτός πού δέν 6μιλεΙ)' από 1:ό στερητικό ά+μπεVΆΒΩ (βλ λήμματα) 6:ναιμ\6ρης, έπΙθετο' ζαλισμtνoς μδ.λλον άπό το κοινό άΙ'αιμικός
• 6:νεμοβίβα, ή' ψυχ,ή' από τό κοινό άι'εμος+βίβα (βλ λημμα), άφοΟ ή ψυχη εΙναι ή πνοη τf'jς ζωί'jς συνώΝUμO τό άλμα
• 6:νεμοβιβάρης, 6· ΨUX[ατpoς άπό τό άιψοβίβα (βλ J.fjppa)
6:νεμομαντοσβουρού, ή' ά.νεμόμυλος ά.πό τό κοινό άνεμο;+ μαvτo (βλ λ~μμα)+xoινό σβούρα
6:νεμ6μυλος, 6· πολύ λιχνιστός κίναιδος γιατ! κουνιέται σάν άνεμόμυλο<;' ά.νάλογο και ταυτόσημο τό άΙ'έμη καΙ τό τζαζκapαμπα'oύ, δμως ciλλες 40 λtξεις tf1; χαλιαρντης l αρακτη· ρΙζουν τούς κάΟε λOγί'jς 6μοφυλόφιλους
• 6:νεμoσελOγKOUΤKOύ, ι'ι' μtντιoυμ' άπό τό κοινό άΙ'εμο<;+ πισέλω+γκουγκοίι (βλ λημματα)' συνώνυμο τό άλμομπισελού
Α\'εμοτζασ6ρω' θυσιάζω (άκριβέστcρον : διώχνω στούς {ινέ·
μους)' από τό κοινό δνεμος+τ'ασάρω (βλ λf1μμα)
Trang 234,νεμotζάΟ'1μο τό' θuσf.α δουλιά στόν βρόντο ματαιoπoVΙα (βλ, ιcα! τό άνιμoτζaσάpω),
6νιμάλι τό' ζΙΟΟνο 6πό τό Ιταλικό animale (γαλλικά καΙ Αγγλικά animal)
ΔVΙflαλδVΙOVΙες οΙ μυαλά (φαγητό)' άπό τό άνlμάλJ+νlOνιό (βλ λήμματα)' άπαvτdται στόν πληθυντιιcό
άνιμαλόmανo τό' δέρμα, προβιά, τομάρι' ι1πό τό άνιμάλl+
aKfvl (βλ λήμματα)
'ΑνιματοοΟρνος, ό Χάρος lι.πό τό Ιταλικό anima (=ψuχή) +τσουρνό (βλ λfjμμα)' συνώννμο τό Mαυpovταβάς
άνο[γω βιβλίο ι:n.>"fXαρητη,ίων· κουτσομ.πολεόω· ή έτυμοΑ.ο-Υ(α περιττή' συνώννμα : άβiλω κουσούμια, καζεiνιάζω, KOI>-
σουμιάζω, μπεvdβω άνθιιγιεlVΆ (βλ λήμματα)
ΙΙνταμαρίο ΊΊ μα-Υκια (βλ τό άvτάμης)
ΙΙντ{ιμης, 6· μάγκας άπό τό ρεμπέτικο άντάμης (βαρί>ς, σtpτικος ιίντρα.ς)
άvτέρ, τό' σπλάχνα, σωθικά, τζιγέρια' ι1πό τό κοινό ιiντι
ρο<ΙντεΡο·
ΔvτερoσβoυΡ06 ή' κοκορέτσι' Δπό τό δντεΡο+σβούΡα τfΊς ιc:oινf'\ς νεoελληνιιcfjς άφο6 τό κοκορέτσι δέν εΤναι παρά ιiντεpα που γιά νά ψηθοσνε τά γυρΙζουν σάν σβούΡα' fi πού Ύtά νά τά τuλΙξoυν στην σούβλα την γυρίζουν σαν σβούΡα·
• άντίιc:oτη προ6φα, ή' έπιστολη έξωτεpιιc:o\}' κατά τό VΤIKOτή ΠΡούφα' συνώνιιμο τό lΙχατη λέτρα (βλ σχετιιc:α λήμματα)
• ΔVΤίKOΤO τό' έξωΤεΡικό όλλοδαπή' άπό τό έΠΙδετο ιiντίκOo τος (βλ λημμα)' συνώννμο τό λουαχατόζο
• 'ντίκοτος, έπΙθετο' μακρινός (ιiKpιβέστερoν: άόρατος)' άπό
τό στερητικό ιi+ντΙKOΤός (βλ λήμματα)' συνώννμο τό 4χατος ΔντΙκρω, ή' δέκτης τηλεοράσεως πού γιά να παρακολουθήσεις την έκ:πομπή του κάθεσαι (fi τόν τoπoθετεtς) ιiντίKpυ' σuνώνuμο τό κρυσταλλοσινου (βλ λέξη)
αvτoυλoς, έπΙθετο' άδέ:καρος 6φρα:Υκος άπό τό στερητικό ά+vτoυ).ό (βλ λήμματα ντου).δ καί τουλά)
(ιντρέρα, ή' εΤσοδος- άπό τό γαλλl1(ό entr e e (=εΤσοδος) απογκρος, έπlθετο' 6τριχος, φαλακρός ι1πό τό στερητικό
Δ+πα,κρό (βλ λ~μμα)
• δπιαστος, έπίθετο' άποιφοOO't\κός lι.πό τό κοινό lIπlαστDς Ύιατί τόν lι.ΠΟΚΡοUστι1Cό ιcανεΙς δέν θέλει νά τόν πιάσει' συνώνυμα : αχαλος, βοϋρλο, λοιμόρος (βλ λtξεις)
άιτίσελτος, έπΙθετο' δγρυπvoς' (ιιτό τό ρημα πισέλω fι μπισέ
λω (βλ λήμματα), προτασσομένοΙ) το\} στερητιιco\} ά
Δποκατέ, άντωννμlα' αυτοι αίιτές αίιτι): lι.πό την πρόθεση
Trang 246Iιo"ott - 6ατιz"ωμlνo
dob+Ka,Iζ (βλ λ~μμa)
6,lι:οκατέ, έπΙρρημα< άπό έκεΙ, 6ποδιΙ>, έκεΤ, έδιΙ>< 6πό την 1ΙΙ:ρόθεση άπο+κατΙ: (βλ λl'lμμα)
• 6,πολιάζω' ΙCΛΕ(νω' 6πό την πρόθεση dtto + κοινό ήλιάζω>λιάζω' σΊ,)νώνυμα.: dβέλω κλόζ, βιΡτζινιάζω (βλ λήμ
ματα)
• 6,π λιάζω ατά μπ6' κλεΙνω έρμητικά' 6πό τό άπολιάζω+ Υαλ),.ικό bon
• 6,πολιασμένος, μετοχή' φυλακισμένος άπό τό dπο).ιάζω (βλ '-l'Ιμμα)- συνώνυμο τό χoυμσιασμiνoι;
6ιtO/(ράνς, τό' ναρκωτικό' dιc}.ιτο· (σως 6.πό την πρόθεση dπό+πPά", (βλ λ~μμα)
δράΣικη τζιναβoaiινη, ή' dλyεβρα (έπί λέξει: άράπικη έξυπ\'άδα)' ή έτυμολο-Υ{α περιττεύει
δρλεκίνι, τό' μπιχλιμπΙδι, κρεματζούλι, δια.κοσμηΤΙ1C6 έξάρτημα' dttb τό Ιταλικό arlecchino
δρτίατ, δκλιτο δΙΥενές καλλιτέχνης, πανέξυπνος άπό τό άπλικό αrΙΊSΙ fι τό Υαλλlκό artΊSte (=1Cαλlιτέχνης)
ΔρτΙατα, ή' καλλιτέχνις, fξυπνη, fμπειρη' άπό τ6 γνωστό άρτίστα ({ταλικά artΊSta)
6ρΤΙστα τοl) βωΡΟΟ, ,1,1' παλαιός κα.ί fpnEIρoς κΙναιδος λέΥε
ται εΙρωVΙK/I)ς πως όλοκληρωμένος ό χαρακτηρισμός θα ΙΙταν : d.pτίστα τίf, έπ.oΧίf, του βωβοσ κlνηματο'!Ράφου (βλ καΙ λl'lμμα άρτίστ)' στην καλιαρντή 6πάρχουν ά1Cόμη 40 λέξειι; που χαρακτηρίζουν τους διάφορους κίναιδοιχ;
6m.yoUριo, ή' ΥνωριμΙα' 6.πό τ6 στερητικό ιt+Koινό σιγου
ριά, ΥΙα.τΙ οΙ νέει; γνωριμίες δέν παρέχουν, ε6θυς έξαΡΧl'lς,
άσφάλεια καΙ βεβαιότητα
d:.Cf06ξης, ό· λ&βέντης πιθανώτατα 6.πό τό μ6Ύ1C1KO άσίκης (τοuρlC1.Κιl t4,k=έραστης)
6σο6ξω, ή' λεβέντισσα (βλ λl1μμα άσούξης)
6.σπρoKαΎJ(έλα, ή' πλαΤΙνα' ούσιαστικ&ς πρόκειται Υιά παράφραση t1'jr; λtξεως ~υκόχpIX1OΙ;, 6.φοΟ ή λtξη μας ε{ναι σόνθετη 6.π6 τό κοινό d'σπΡος+καγκiλα (βλ lf'jppa)
Άσπρόκroλη, ή' ή 'Aιcρόπoλη' λέξη παρωδ[α (μέ {σον ιlριθμ6 σΊ,)λλαβ/1)ν, όλόιδια φωνήεντα ιcαί δμοια "ατάληξη), ποό, σΊ,)νάμα, δίνει τό ύπόλ.ευκο χριΙ>μα τ/1)ν κιόνωψ σΊ,)νώνυμο τό Τουριστόφακα (βλ λημμα)
ΔσταΣωμέ ο, τό' θωρακισμένο δχημα' πρoφαν(i)ς 6.πό τό drnαx~ (όπλισμέν", σάν άσταχός, συνηθΙζουμε νά λtμε)' σχεδόν ταυτόσημα τό καγκελιJκαpo καΙ τ6 γκPόσO-Kαγκε~ κapo (βλ λtξεις)
Trang 25" MτενtOίιltOυρoι; -dφρ<ryouyoυ).φιά
• Δστεvτούποuρος, ό' διευθυντής Τσως γιατΙ θέλει δλα νά Ύiνονται στό άστε vτoύa' άπό τ6 άρβανΙΤΙΙ<Ό αστε vτoύα+novρος (βλ λτ,μμα)' τ6 άστε vτoύα σημαΙνει ετσι θέλω Δστεφανότεκνο, τ6- νόθος άπό τ6 στερητικό ά+στι:φάνι τfjς Koι~ς νεΟελληνικf!ς ώς γνωστόν ή λέξη στεφάνι ε{ναl, σχεδόν, συνώνυμη μέ τήν λέξη γάμος Τό τρίτο στεφάνι τιτλοφορείται fva μυθιστόρημα τού Κώστα ΤαlΤσi'i όπου περιγράφεται κάποιος τρΙτος γάμος
άστΡαπόπετρα, ή' μΠρΙ'(1άντι' γιατί εΤναι μιά πέτρα πού βγάνεl άστpaπές
άτζινάβωτος, έπιθετο' άπoνήρεuτoς άπό τ6 στερητικό 4+
"'",Ρω (βλ λημμα)
Δτζινάβωτο φέγι, τ6' τ6 dΥνωστο φύλο, δηλαδη τ6 λεγόμενο τρίτο φύλο (βλ λήμματα d,rCtvάPωror;+rέyt)
Δτζινάρης, 6· MlOoςo ά:πό τ6 στερητικό ά+τζB'dβω (βλ λήμματα)
6.τζινάΡω, ή' άθώα (βλ τ6 άτζ,VΆpης)
• 6,τζινάτος, έπΙθετο' άφελής, άπονήρευτος κατά τό dtCIvdpη, (βλ λήμματα άτζη-άβωτος, άτζη-άρης, τζινάβω, τζη·σ.βαιτός)
• ιiτμOKάζανO, τό' σιδηρόδρομος άπό τό άτμός+καζάνι(τουρ· IC1Kd kαΖαn=λtβητας) tfjς KOινf'jς νεoελληνι"ιCf1ς' ταυτόσημα.: καγκελοφούς·φοά;, σιδερόκαΡο, σιδεΡομόλ, σιδερομόλ τού Λούη, φαqτoσιδερόκαρo, φούς"'Ψούς (βλ λήμματα)
• 6,τμοκαιιλοίι, ή' χαμάμ' έπειδή, ώς γνωστόν, οι κΙναιδοι συχνάζουν στά τουρκικά λουτρά (βλ και' κλιναρότσαΡδο)
• άτσάρδαι, ή' έξοχη (άκριβέστεΡον: τόπος δΙχως σπίτια)' dnQ τό στερηηκό ά+τσαρδi (βλ λήμματα)' συνώνυμα: καμ· πάνια, καμπάνια
• ιiφακος, δ' άδελφός ένδεχομένως άπό τό στερητικό ά +άΎ· 'Υλικό (urk, άφοσ δ κΙναιδος άδυνατεΙ νά συνάψει έρωτικές σχέσεις μέ τόν άδελφό του' συνώνυμο τό άδρέφω καΙ το κουτζίνος (βλ λήμματα)
άφά,ιπρικος, έπίθετο' δ άνευ έπαΥΥέλματος' άπό τό στερητι
κό ά+κοινό φάμπρικα (ιταλικά (αbbrica (=έΡΎοστάσιο)]' ό έπαπελματ{ας λέΎεται φaμΠΡΙKατζής (βλ λi1μμα)
ιiφαντος, 6' θεός προφαν6Ίς Ύιατι δέν φαίνεται' συνώνυμο τό )'KόVΤης (βλ λέξη)
ιiφρίζαι' ζηλεύω φοβερά, ταράζομαι άπό μοχθηρία, φθον(ί)· δ.φρισε άπ' τό κακό του, λέει δ λαός
lupρι"ανοκούλι, τό' κακάο' Δπό τό κοινό 'Αφρικη+κουλι'< κουλό (βλ λημμα)
άφρo-roυγoιιλφιά ή' λύσσα' άπό τό κοινό άιΡΡός + )'ουγούλ·
Trang 26ΔφροδΙ'(Ο) -βαEhιI λαηνιΧά
"
.η, (βλ λημμα)
• ι1φροδiτω, ή' πόρνη' βεβαίως άπ6 τά κοινά 'Αφροδίτη, άφροδίσια κ.τ.λ (βλ συνώνυμα: άχαP\'O-εl.ένη, καΡαμουτζού, καΡαφΡοδίτω, σαpμoύtα)
άχαλιά, ή' δΙαιτα' άπό τ6 στερητικό ά+χάλω (βλ λήμματα) άχαλοεθνοκηφήνας, ό' αύτοκράτωρ' γιατί εΙναι ό αχαλοι; K,Iφή~aι; τiί'ιν F.OVΏμ
άχαλοκουλουμπουριάρης, έπΙθετο' λαίμαργος Τσως σχετίζεται με τά άχαλoσιivη, άχαλού, κουλουμπουριάζω' πάντως σκέ
τα κουλουμΠΟΟΡιάΡης σημαίνει καβγατζης (βλ λήμματα) αχολος, έπΙΟετο' άποιφουστικός, αυτός πού δεν τρώγεται'
άπό τό στερητικό ά+χάλω (βλ λήμματα)' όνάλογο καί ταυ
τόσημο τ6 γνωστότατο όχώl'ευτος' ή λέξη μας ~xει τά έξi'jς συνώνυμα: απιαστα;, βοϋρλο, λο/μόροι;
άχαλοσύνη, ή' λαιμαργία (βλ τό άχαλού)
άχολού, ή' πείνα., μιζέρια' (χπό τό στερητικό ά+χάλω (βλ λήμματα)
άχαρνο-ελένη, ή' γριά πόρνη' προφανώς άπό τα 6νόματα Άχαpνώ~+Έλένη(ητoι : η Έl.ένη της όδοϋ Άχαpl'ώ~)' συνώνυμα : άφροδίτω, καpaμουτζού, κaΡαφΡοδίτω, σαρμούτα (βλ λήμματα)
αχατη λtτρα, ή' έπιστολη έσωτερncoΙJ' ?Uνώνυμο το άvτlκοτη ΠΡούφa (βλ λήμματα ά'χατος καΙ λέτρα)
lίxατη χώρα, ή' έκείνο τό μέρος (βλ λήμματα άχατα; καΙ λοΟΟχατα;)
ιixατόζo, τό' έσωτερικο, ημεδαπή, Έλλι'ις (βλ λήμματα δ.χατοι;, άvτlκoτo, 10οοχατ6ζο, ντικοτό)
άχατομπέναμα, τό' νε\)μα, σινιάλο' άπο το άχατο+μπέvaμα (βλ λήμμα,α)
Δχατος, άντωνυμlα' έκεΙνος, αυτός έδiί'ι (βλ καΙ το λoιxl:χατος)
Trang 2730
).ουμπινίστικα (βλ ΣXtt\1ClL λήμματα καΙ πρόλοΎΟ)
ραtζω, ή' μαύρη' μάλλον lιπό τό άρβανίτικο Pajzt ( = τσι)' aτά χαρέμια τά κορίτσια συχνά f'ιτανε άραπΙνες ταυτόσημα : μπ).ό.βοι;, μπλάχηι;, νέΡος, π),;;ρέζa (βλ λήμματα) I!αlζώ' · ""υρ{ζω (βλ βαΙζω)
1Copf-ράκολο, τό' βαπόρι' Τσως άπό τα Ιταλικο barcα (=βάpιr;:o πλοιάριο) fι vascello (=πλoio)' λ.tyεται καί μπό.κολο (βλ λημ",,)
βaKoυλαyλαρ(ζω- μετέχω σέ όλoνuKτία σέ ΙιcιcλησΙα' άπό τό {Joκoυλo + στερητιιcό d + ,1λιJ.pώWJJ (βλ άνάλΟΎα λήμματα άγλαΡότι;κνο, lJyλιJpόKP.VΤpo κ.τ.λ.)
ραιcoυλαΎλάρισμα τό' 6λοvuκτ{α ξαγρύπνια (βλ λημμα {JoκoυλαγλιJ.pίζω)
βaKoυλή, ή' έιacλησία' κατά μΙαν Ικδοχην άπό τό ά{Joκoυλή, 1t00 πρoiΊλθε άπό τά Υνωστά 6.βόι; (Υαλλικά αόόΙ)+κoυλiς (ΤΟUΡJa.κά kule), ~τoι : πύργος ToD παπά' συνώνυμο τό τρα,10ΠOυpότσapδo (βλ λημμα)
IkιKOυl.O, συνθετικό πολλli)v λtξεων τi'!ς 1CαλιαρντfΚ σημαΙνει bcκλησiα, έιαλησιασnKός, παπαδΙστικος (βλ λημμα ΒΣXouh,1
ραιι:ουλφάστρωμα, τ6' τρο\}λος, θ6λος l1πό τό βακοl)λο (βλ λημμα)+χοινό γκάστρωμα
ραιι:oυλoιι:αζεIνιl1ζω· "ΚαλΟΥερείχι), l1σκητεύΦ· l1Χό τό
{JoxOrJ-λο+καζείνιάζω (βλ λήμματα)
ραιι:oιι).oιι:αPα-rκιόζες, οΙ· δμφια· l1πό τό βακουλο+Υνωστό Kαpσγκιό{ηr; (fi KαpαYKto(t)JKta)o τό ράσο λtΎεται βακουλονι.'στι (βλ λημ",,)
βαιι:ουλοκέΡασμσ, τ6' μεταλαβιά· l1πό τό βακουλο+κοινό κΙpαιrμα
PαKOυλOKερνιtμαι' μεταλαβαΙνω (έπί λέξει : κερVl.fμαι στήν tnλησία)· κατά τό βακουλοΚ[Ρασμα (βλ λημμα)
ρακουλοκιάμα, τ6' όνoμαστιιcή έορτή' l1πό τό βακοl)λοκιαμdpω (βλ λημμα), fi, εί>θέως, drιό τό βακουλο+Ιταλικό chia-
Μα (=έκφώνηση όνομάτων, προσκλητήριο)· τά Ύενέθλια λtΎoνται μπΙΡΟα
ραιι:ου).οκιαμάρω· Ύιορτάζω· l1πό τό βακουλο+Ιταλικό
chia-mare (=καλlil, όνομάζ,ω)
βακouλοκρεμάλα, ή' τελετή Ύάμou' dπό τό βακovλο+Χοινό K~μάλ4· ό λαός συχνά dJtOKoλεt την παντριά K~μάλa ρα"OυλoKpεμιtμαι' παντρεύομαι' dπό τό βaκoυλo + "Κοινό K~μιΙμαι
ραKOιιλoλoιιτσoπouρός ό· καντηλανάφτης σόνθετη λtξη
Trang 28dπό τό βaκoυλo+λoιrrσ.+πoυpoς (βλ λήμματα)
βακουλομαστο6ρα, ή' Ουμιατό- dπό τό βακουλο+μαστούΡα (κατά τό Ιδίωμα τίi)ν ρεμπέτηδων μαστούρα εΙναι ή μtθη με χασίσι' σημειωτέον Μι τό χασίσι, δταν καίΊ&ται, μυρίζει σαν λιβάνι)' τό λιβάνι, καΙ τό λιβάνισμα λtΊεται βαχουλοντουμάνι (βλ λ~μμα)
JkιKoυloμιράK ι, τ6' θαDμα' dπό τό βακουλΟ+Υαλλικό
mi-rαcle [~ τό ίταλικό mirαcolo (=θαDμα)]
βακουλομολιάζω' κάνω άΥιασμό (βλ λήμματα βακουλο+μόλ)' τα,ι>τόσημο τό ΤΡαγοπουΡοζουμ.άζω καί τό βoυiλω tpαγonor.>Ρόζουμο
JkιKoυloμoλιασμένoς, μετοχή' όπου τόν έράντισαν μέ άΥια,
σ ό (βλ λ~μμα βακουλομολιάζω)' ταυτόσημο τό tpαyonor.>po{oυμιασμlνoς
βαιcoυlδμolo, τό' άγιασμός (βλ λήμματα, βακουλή, μόλ, βακουλομολιάζω)' σuνώνυμo τό ΤΡαγοπουΡόζουμο
βακουλομπο6κι, τό' εύαηέλιο, βιβλίο τ~ς έκΙCΛησiας (βλ λήμματα βακουλο καί μπούκ.)
βακουlομπ υριάρης, 6' ψάλτης lιπό τό βακουλο+μπουριάρ (=τραΥοοοιστιις Τf'lς έKΙCΛησίας)
βακουλο ισεατέ, τά' ράσο' άπό τό βακουλο+ν,σεστε (βλ
λήμματα,)' dnavtata t aτόν 1ι:ληΘUνΤΙK6' τα χρυσοποίκιλτα δμφια, καί τά έξαρτήματά τους, λέΥονται βακουλοσέα βακουλονταβατζής, ό- άρχιεπίσκοπος άπό τό βακουλο τ~ς Kαλια,ρνt1Ίς+vταβατζήι; 't11ς ρεμπέτιιc:ης Ύλώσσας ό πατριάρ
χ ς λέΎεται γκραν-βακουλονταβατζής (βλ λfjμμα)
I'αKOυ).Oντouμάνι τ6- λιβάνι λιβάνισμα- από τό βακουλο {βλ λfjμμα)+κοινό ντουμάνι (τουρκικό dumαn=καπνός)' τό θυμιατό λtγεται βακoυλoμaστoύpα
I'αKoυλoπoυ~ 6· παπάς άπό τό βακουλο +πουρος- 6 δεσπότης λέγεται γκραv-,8aκουλοπουρός (βλ σχετικά λήμματα)' έξάλλου ό παπάς εΙναι γνωστός καί ώς τραγοπουρός
βακουλοπουρός στ6 σόλο, ό- χα.λ.όΎερος (έπί λtξει: παπάς
aτή μοναξιά)' σuνώνυμα : κηφήναζ, τραγόμουχλος (βλ λήμματα)
Trang 29"
~I(O\)λOι:Jέα τά: χρuσοποίκιλτα άμφια, σάκκος, έξαρτήματα καΙ στολίδια άμφ[ων (πετραχήλι, μΙτρα, έπιγονάτιον, έγκόλ· πιον)' τα άπλα ράσα όνομάζονται βαιι:ουλονισεστε (βλ λfjμμα) βακουλόσταμπα, ή' βαφτίσια' άπό τό βaκOυλo+KOινό στάμ
πα (Ιταλn:ά stampa)' συνώνυμο τό τΡaΥοπουΡοσφp{lγισμα (βλ λέξη)
βακουλοσταμπάρω' βαφτίζω' άπό τό βaκoυλo+yνωστό σταμ· πάρω (=σφραγΙζω} η, ΚΩτευΟε[αν άπα τό βaκoυλόσταμπα (βλ λ"μμα)- ταιΙτόσημο το ΤΡαγοπ.ουροσφΡαγί(ω
βαKoυλoτζάvτζαlα, τα' Ιερά σκεύη' άπό τό βακουλο + στό τζάντζαλο' {ιπανταται στόν πληθιΙντικό, δπως τό λα[κο τζάντζαλα -μάντζαλα
YV(j}-βακουλοτούρλωμα, τό' προσκύνημα' άπα τό βaκουλο (βλ λf'jμμα}+τούρλωμα tfjς κοινι,ς νεοελληνικης
βακουλοτσόλι, τό' διάκος άπό τό βaκoυλo (βλ lfjppa)+ιcotVQ τσόλι< τσούλι (τουρκιι;:ά {:ul), μέ πιθανήν έπΙδραση τ6)ν γνωστ6)ν Τdουλί< Τdούλα< Ιταλικά ciulla (βλ καί τσόλι) βακουλοφαλλδς, ό· ποιμαντορική ράβδος από τό βακουλο +φαλλού· συνώνυμο τό φιδομπαστούνα (βλ λήμμα)
βακουλοφερόφουστα, ή ι;:αμπάνα (έκκλησΙας)· από τό βακουλο + φφο + κοινό φούστα [=σιδερένια φούστα τής έκκλησΙας (πρoφανίi)ς ώς έκ του σχήματος)}
βαραβότε"νο, τό· lCάΟαρμα, φονιάς, έγ-ιcλημαΤΙKη μορφή, παλιοτόμαρο· άπό τό δνομα to(J γνωστοΌ άπό τό Eύαγγtλιo Bαpaβii+τεKνO· άνάλογο τό κατε).άνος (βλ λημμα)
βαρονολαιμάρι, τό· γραβάτα· άπό τόν τΙτλο βαρόνος (αγγλιι;:ά ι;:αΙ γαλλικά baron)+KotVD λαιμάρl η λαιμαριά· τό παπιγιόν λέγεται μoυσαvτoπαπίγια (βλ λfΊμμα)
βατικανό, τό· οίκος ανοχής γιά όμoφυλόφιλOUς, κωλοχανείο· όπό τό Βατ/κα}'ό
βέκlα ή παλαιά, ιφχαΙα (βλ τό βίκος)
βεκογκρεκιώτικη παρτούζα, ή άμοιβαΙος Ιρως όμοφυλοφίλων, όλλαξοκωλιά (βλ λήμματα βεχογκρέκος καΙ παρτούζα) βεκογκρέκος, ό· αρχα10ς fλλην (βλ λήμματα βέκος ι;:αί γκρέκος)
βέκος, έπiOετο· παλαιός, άρχα10ς άπό τό [ταλιι;:ό vecchio
( =γ έρος, παλαιός)
βελα\'ίδι, τό· βάλανος πέους ή έτυμολογΙα περιττή βενιζελοδοσμένη, ή Κωνσταντινούπολη · ή έτυμολογία πε ριττε ύ ει
βεργο\'ιάζομαι· ντρέπομαι (βλ βεργ νιάρης)
βεργοηάρης, έπίΟετο· ντροπαλός όπό τό Ιταλικό ,,~rgogna
Trang 30βιμάτσος, έπΙθετο' ζωντανός από τό βίβα (βλ λέξη)' τό {διο σημαίνει καΙ τό καρασουστής
βι~ ttp(Uto ΣUνOεΤΙKό λέξεων της Kαλιαρν~ς Υιά τήν σημασΙα βλ λημμα βίβα
βιβόστοχος, 6· βιοθεωρlα, Ιδανικά, Ιδεώδη' {ιπό τό βιβο (βλ λi\μμα)+κοινό στόχος
ριδάΡW' μένω' (σως άπό τά κοινά βίδα>Ριδώνω (έπί τόπου) Ριδομπλαντοροίιφα, ή' βδέλα' άπό τό κοινό βίδα (βενετικό
"ίda)+μπλάντι+κοινό ρουφώ, f1rol: αίΙτή ποίι βιδώνει καΙ ρουφάει α[μα' άπλΦς μπλαντoρoύφa σημαίνει βεντοί>ζα(βλ λημμα) βiζιτα, ή' έπίσκεψη' Δπό τό κοινό pίζιrα< Ιταλικό "isi l a ( = έπίσκεψη)
Trang 3134 lΙινόρφ η'ι ντοόμ.α· βόιno
μινάρω τή ντούμα' καταπ(νω τόν καπνό (βλ λήμματα β,vάpω ιcαΙ ντούμα)' σχετι :ώτατα τά: 6.βέλω πούφ, PoυlJ.w φούμα ριολετέρα, tι' ιρf'jμα' μίiλλ.oν άπό τό κοινό βιoλiτα (Ιταλn:ό
"ίοΙιιια), "Ι άπό τό Ύνωστό τραΎΟΟΟΙ της Bιo),ετέfXJζ' άνάλΟΎΟ τ6 πανσέ.;" <roνώvυμα: μπερντέ, vτoιιλό, όποΤα, του).ά (βλ λήμμα,α)
ΡΙΡΎινΙα, ή' παρθενιά' Τσως άπ6 τό άΥΥλΙ1(ό "irgin (=παρθένος), μ.έ έπίδραcrη τοΟ όνόματος ΒιΡγινία' τό "ορ{τσι λέγεται
p""Ciw (βλ λ~μμα)
ριρτζινιάζω' ωίνω' άπό τό βιpτζlvω (βλ λf'jμμα), γιατί μιά παρθένος εΤναι πάντα κλειστή- συνώνυμα:: άβέλω λ'λdζ, άπολιdζω
ΡιρτζινοσκρΙβα, ή' στενΟΥραφΙα' Δπό τό βΙΡτζΛ'ω + σκρίβα (βλ λήμμα,α)
ριρτζινocrKριβότειcνo, τό' στενογράφος άπό τό βιΡτζινοσκρίβα+τεκνο (βλ λήμματα)
Ριρtζίνω, ή' ΚΟΡΙΤσ\, παρθένος ό:Υγλlκά "irgin' ή παρθενιά λtγεται βΙΡγινΕa (βλ λημμα)
Ριτσtόζoς, έπΙθετο' ό ποι) Ιχει βΙτσιο' από τό κοινό βίτσιο< lταλικό ιιίΖίο (=διαστροφή), fι, κατ' εύθεΙαν από τό έπΙθετο
vizioso (=διεφθαρμtνoς, έλαTTωμα'tιK6ς)
βλακοφαλιδο6, ή' λογοκρισία (ακριβέστερον: βλακώδηι; ψαλίδα)' βεβαίως ή lwpoλoyIa περιττεύει
βλαχο- σύνηθες πρiί)τo συνθετικό, πού προσδlδει στήν σύνθετη λέξη τήν Μοια τοϋ Xroptltt\"KOU, τοϋ έξ έπαρχ(ας, δπως άxριβli)ς χαΙ στήν χοινή νεoελληvιxή (δπου: βλαχοδήμαρχος, βλαχ6μα,lκω; κ.6 )
βλαχοκαρνιώτης, ό' χοντρός έπαρχιώτης, αρχοντοχωριάτης από τό βλαχο καί κaρνο (βλ λήμματα)
βλαχοντά\'α, ή' έπαρχιώτης κ(ναιδος 6.πό τό βλαχο καΙ τό vτάνα (βλ λtξεις)· ό έπαΡχιώτης όμοφυλόφιλος λtγεται έπίσης ,1ιδoτεκvoσυvτήpητη iΊ ύψομετΡού' δμως στήν καλιαρντή διαθέτουμε dλλες 40 λέξεις για τούς κάθε εΙδους κίναιδους
Ρλαχοφρομάζι, τό· μυτζήθρα· από τό βλαχο καί τό φΡομάζι (βλ λήμμα,α)
βλαχοχίλαρι, ό' ρουμελιώτης 6.κ:.λιτο, σύνθετο από τό βλα
χο χαΙ τό δνομα τοl) ΥναιστοΟ κατακτητοΟ τοϋ -Εβερεστ
H iUary· ή Ρούμελη λέγεται ΤεΡΟ,lκαμήλα ένiί) ό ρουμελιώτης όνομάζεται χαί κατσικαδεΡός (βλ λήμματα)
βόκιο, 't6' παραΟυρά"ι' "ατα μΙαν έ"ΟΟχήν άπό τό Ιταλικό boccα (=στ6μα)· κατ' liλλην έ"δοχήν {ιπό τό έπΙσης Ιταλικό cιocio (=ξεφωνητ6), 6.φοΟ ό:π:ό τά παράθυρα ιc:ραu-γάζoυν ο{
Trang 32βομβομπcνάβ<Ο - βoutλω μoυν όl[α~α 3S
ΎυναΤκες
ρομβομπενάρω' μουρμουρίζω, ψιΟυρΙζω' άπό τό κοινό βόμβo;+μΠΙ;~'άβω (βλ λημμα)
βομβομπέ\'αμα, τό' μουρμούρα, μουρμουρητό, ψίθυρος από
τό χοινό βόμβοι;+μπ6'αμα (βλ μπενάβω, μπέ~'αμαι βομβομπε
~·άβω)
• βοσι.:όχαλα, τά' χορταρικά' (ιπανταται συνήθως, στόν πληθυντικό' άπό τό κοινό βόσκω+χάλ η χάλω (βλ λήμματα) βότσα, ή' φωνή' βεβαίως ό.πό τό Ιταλικό συνώνυμο ροεe βουέλω' δΙνω, παίρνω, κάνω, βάζω, βγάζω έχω θέλω, επιΘUμω' pημα-iU.ειδί της ντούρας λιάρντας πάντα συσχετίζεται με τά συμφραζόμενα' νεότερος παραπλανηπκός τύπος τού άβiλω' παρομοίως εχουμε τΙς μετατροπες δικέλω>κουέ
λω καΙ μπεl'άβω>μπουάβω (βλ, σχετικό λήμματα)
• βουέλω Ύ"άζα' κάνω κλ6σμα' KaτI:L τό ταυτόσημο άβiλω /,καζόζα (βλ λημμα)
• βουέλω Ύλασόνια' φοραι μαΤΟΥιάλια' από τό βουέλω καΙ τό Υλασόl'ια (βλ λήμματα)' συνώνυμο τό άβiλω φασαμέντα
• βουέλω Ύοργότζες' fxw ό.κάΟαρτο πέος άπό τό βουέλω καΙ τό /,ΟΡΥότζα' συνώνυμο τό iJ.βέλω φΡομάζ • Υμηποϋ (βλ λf1μμα)
• βουέλω κάνξερο' πηΎαίνω' πιΟανώτατα κατά τό άβέλω κανικό (βλ λήμμα)' τό κάνςερο, άγνωστον άλλοθεν, ίσως άποτελεΤ συηώνευση ταιν l<οινΙΟν λέξεων καl'ί καΙ ςερό (μάσε
τό ςεΡό σοιι, συνηθίζουμε να λέμε)
• βουέλω κελοΡόσολα' κλαίω (βλ λήμματα βουέλω καΙ κελοΡόσο).a)' ταυτόσημα: άβiλω κατόλια, Koιιελoφλoκιιiζω, λακΡάρω
• βoυtιω κονταντέρ' χαΤδεύω' κατά τό άβiλω κοντιερή (βλ λήμματα βoυl.λω καί κονταντέρ)
• βουέλω κούλ-κούλ' d!j)oδtoo (βλ, λήμματα βoυiλω καΙ κούλκούλ)' ταuτόσημα: αβαω κοιιλά, κου).Δ.Ρω, μOιJτιιiζω, που).οπυργώνω, πυρμνω
• βουέλω κουμουνόσκελη' εχω έμμηνα (βλ λήμματα βουέ).ω καΙ κουμουνόσκε).η)' ταυτόσημα τά άβέλω μπ).άντο, άβέλω
~·Iσεoτέ βor.ιi),ω μουl'όπασχα, βor.ιi),ω ρου(όσκελο
• βουέλω KOUPOUVEςo κάνω πουτανιά φέρομαι ανάγωγα' από
τό /1oυiλω (βλ λημμα)+κ:οινό κουρούνα (πουλί γνωστό γιά
τό θράσος του)' σχετικό τό άβέλω ντανιά
• βουέλω λαχανιαζοζούμι' έκσπερματώνω (βλ λήμματα βουέ).ω καί ).aχaνιαζοζούμl)' ταuτόσημα τά άβέλω φλόκια, βουέ).ω τρεμΟ{ουμο μπουλκουμάρω, τζαοάρω φλόκια φλοκάΡω),
• βουέλω μουνόπασχα' fxro fμμηνο ρύση (βλ λέξεις βουέλω και μουνόπασχα)' ταυτόσημα: άβέλω μπλάντο, άβέλω Υισε·
Trang 33στέ, βoυiλω κοvμοvvόσκe).η, βoυiλω poUΖόσKελo
βουέλοι μπαΥκάζι' κάτω Δπό τό παντελόνι διαφαΙνονται fι έπιδειιcvύαι τά αΙδοΤα μου' ΙCατά τό άβέλω πακέτο' ά.πο το βov· έλω ΙCαΙ το μπα}'κάζι (βλ λήμματα)
βουέλω μιτάλτες- δικάζομαι' Δπό τό βoυέλiιJ ΙCαΙ το μπάλτ~, κατά το άβέλω μιταλτατζου (βλ σχεΤΙΙCά λήμματα)
βουέλω μπλούιφου' διψώ (βλ λήμματα βουέλω καΙ μιτλού
KpOV)' ταυτόσημο τό άβέλω κΡάκρα
βoutl(Q μπουμπούνι' πέρδομαι' άπό το βoVΈλω καΙ τόμιτουμπoύ~ι' ταυτόσημα: άβέλω ρέλο, άβέλω plra, άι;Ραντερίζω (βλ σχετικα λήμματα)
βουέλω μπράτες' βάζω χέρι' άπο το άβέλω μΠΡατέλο (βλ λημμα)' dλλo συνώνυμο το άβέλω μιτιεσμάν
ΡOυtλω ξιτλίκα' έξηΥ& (βλ λήμματα βουέλω ζ1!λΙ."a, άβiλω μιτουτ μιτόν ΑζπλικάΡω Jζπλικατσιόvα)
βουέλω 6ποΤα' πληρώνω' ά.πό το βουέλω+όποία (βλ λήμματα)' ταυτόσημα: άβέλω βιολέτα, άβέλω μπερντέ
ρουέλω ΡOυζδcncελo' fχω fμμηνο ρύση (βλ λέξεις βουέλω
"ΚαΙ ρουζόσκελο)' ταυτόσημα: άβέλω μπλάγτο, άβέλω νισεστέ βουέλω κουμουνόσκελη, βουέλω μουνόπασχα
lkιυέλω σάλιαΥΚΟ' φιλ&' Τσως ή διαδοχη έννοι&ν να ε{ναι Ύίvομσ.ι σάλια}'κ~>σαλιώνω>λεlχω>φ,λώ' ταυτόσημα: άβέΛW κοντΡοσόλ, άβέλω povτoσόλ βουέλω τζόκα, KOvrpoσoΜ.ρω (βλ λ ήμμα,α)
καΙ μaλλoν σχετίζεται μέ τό σούστα (βλ Μμμα)
ΡΟυέλω τζά' παίρνω δρόμο, φε6Υω' κατα τό άβέλω τζαστlκό (βλ λήμματα βoυiλω καΙ τζάι;)' ταυτόσημα: άβέλω κανικό άβέ
λω σπασίμπες άβέλω τζαστικό τζάζω τζασάΡω τζασέpvω, τζάω
βQυtλω τζάλεπια' πλένομαι' άπό το βoυiλω καΙ rCdλEπI (βλ λήμματα), "Κατα τό άβiλω τζοα;-λiσι
βουέλω τζδκα' φιλ& (κατα λέξιν: κάνω παιχνΙδια)' lι.πό τό βoυiλω καΙ τCόκα' ταυτόσημα: άβέλω KOVΤpoσόλ άβέλω ρον
τοσόλ βoιJέλω σάλιαΎΚΟ, κοντΡοσο).άΡω (βλ λήμματα) βoυtλω τνάΡα' βγάζω σπυρΙ' άπό τό βoVΈλω καΙ τό τvάpα
Trang 34• βουέλω τσδπαγκρα' χτενίζομαι' άπά το άβέλαι λατσό παγκρό (βλ λf'\μμα)' κουραντάρω θά πεΤ χτενίζω
• βουέλω φακιροπίπιζα' διεγεΙρομαι σεξουαλικώς, "αυλώνω (λtγεται επί άνδρ6ς)' άπο τό βουέλω καΙ το φακιΡοπίπιζα (βλ λήμματα)' ταοτόσημα : άβέλω ντέζl, ντεζάΡω, φακΙΡοπιπιdζω
• βoutlro φδρια' πιέζω' τό φόρια δεν χρηmμοποιεlται μόνο, ή
δέ έτυμολογία του εl\'αι άγνωστη' ταυτόσημα: άβέλω κόν· ΤΡα·τέμπο, κοντΡατεμπdΡω (βλ λήμματα)
• βουέλω φούμα' τραβάω ρουφηξιά τσιγάρου' άπο τό βουέλω
"αΙ τό φούμα, "ατά τό άβέλω πoUφ (βλ λήμματα)' δ.λλο τόσημο : βιVΆpω τη ντούμα
raU-• βoutlro χαλάστρα' δέρνω βάναυσα' άπό τό βουέλω+γνωστό χαΜ.στΡα· συνώνυμα: αβέλω ντούπ, μπιζάρω, VΤOυπάpω (βλ λήμματα)
• βoutlro χτ6πες "άνω ένέσεις με ναρκωηκα (βλ λήμματα βουέλω καΙ χτύπα)' ταυτόσημο το άβέλω τρόμπα καΙ το κα/>"" φιά(ομαι (β λ λήμματα, καθως καΙ τα βουέλω, VΤαμιpόKλυσμα, τ(έκσα, τρόμπα, χτύπα)
βουκουλοξεκολλούψα, 1'\' διαζύγιο' παραλλαγη το\) βακorr λOςεKOλλoίJψει; (βλ λημμα)
βουλώνω' ψεύδομαι' Τσως Υιατι λέγοντας ψέματα βουλώνειι;
τα στόματα (καΙ τΙς αντιρρήσεις) τιJ)ν άλλων
• βουρβουλαΚlασμένος, μετοχή' νεάζων' ενδεχομένως άπό το κοινό βPΙKoλακιaσμένoι;
βol:ίρλo, τό' δσχημος, άποκρουσηκ6ς, {ίχαρος άπο τό κοινό βoίJpλo πoιJ ΟεωρεΤται ασχημο φυτό' συνώνυμα: απιαστοι;, ά"χαλοι;, λοιμόροι; (βλ λήμματα)
βουτρά, τά' βιΙζιά: άγνώστου ετύμου' ό.παντίίται στον πληθυν τικό' συνώνυμα: γαλοφουσκού, ι -ατσικαl'ό, καυ),oτrιτriλω, Jlorr
τ(αντίβαρο, σταμνόστερνο (βλ λέξεις)
Ρρακοκοπέλl, τ6' κρητικός καταφανώς σύνθετο απο το KOI·
νό βράκα+κοπίλι τl'jς κρητικl'jς ντοπιολαλιδ:ς συνώνυμα: μoυσαντoπαλΙKapότεKI'O, φαφλατοΟαλασσοσκαtdι;' ή Κρήτη
Trang 3538
λtγεται μΟIX1Qvτοπwκapoύ (βλ λήμματα)
• ρρωμαφρδδω, ή' βλεννόρροια' άπό τΑ κοινά βρώμα (fι βΡωμιά)+Άφροδ/τη [~ fι.φpoδίσιo (νόσημα)]' γιά τά Αφροδίσια νοσήματα βλ τά λήμματα: έλχtHlφΡόδω, κapσ.φpoδιτόμπα
ρο, μπaΡόσημο, σKoυλαμivτo, συκαφΡό
Γ
ΎαΙατοπομnόν τ6' μπιμπερό' άπ6 τ6 κοινό ;ιάλα+πόv-πόν yαλtτoμαντoύλα, Τι' μπισκότο' άπδ τ6 "οινό γαλiτα (βενετι
Χά galt.ta (ταλl1cά ιaαεΙΙα)+όπο"οριστικό τοΟ μαντό (βλ λ~μμα)
ΎάΙισα, ή' 6.μοολη' Ισως lι:πo το "οινό γαλιάντρα
Ύαλοκάρνα, ή' άΎελάδα' dnb τ6 κοινό γάλα+ΚαΡνο' ό τα[)ρος ονομάζεται σιμελόKαp~ καΙ '[6 μοσχάρι βιβόκαρνο (βλ σχετικά λήμματα)
• ταλoφoucnι:oυ, 1'1 yuvaIKtTo βι>ζΙ- άπ6 τ6 yάλα+φoOOKa τt'jς 1COIvfjIί νεoελληvιιcIΊς συνώνυμα: βουφά, κατσικανό, K(W-λοπιπίλω, μoυτζavτΙβαpo, σταμνόστερνο (βλ λήμματα)
• Ύαμιάς Τl'llί πείνας, 6' νταβατζής πόρνης ή έτυμolo-ytα πε· ριπεύει
Ύο.ρ"Υαρέτα, tι· θάλασσα' lιπό τά γνωστά -ΥάΡΥαΙΧΧ; > γό.pγapσ (νερά)' ε{ναι χαρακτηριστιlα1 tι (ιπόλuτη ltιcοuστιιcή όμοιότης t1Ίς λέξεώς μας μt 1'6 δνομα γνωσ'ti1ς συνoιιcίας 1'(Uv Άθην(Uν' συνώνυμα: λούτσια, μάρα (βΛ- λήμματα)
-yapΎaρo"yklaa6\11, τ6' παΎωμένο άναψυKΤΙΙCό' άπό τό κοινό γάpγapoς+γKλaσ6νι (βλ λf!μμα)' τό παγωμένο νερό λtΎεται μσλ ΊΟ-ΡΊaΡογκλσ.σ6ν
• ΎαΡΥαΡότεκνο, 1'ό' ναύτης- Ισως {ιπό τά γνωστά γάργαρα (νεΡά.)+τι:κl'ο (βλ λf!μμα)' συνώνυμο τό θαλασσινό' σημ.εtωtέoν δτι ή θάλασσα στην ιcαλιαρντή όνομάζεται 'j(Jpγσ.pέra Ύατ6Kια-λltλης, δ· 1'ρuφερός "αl πιστός φΙλος {ι,π6 1'6 κοιν6 γα"ί", +Μλης (βλ λ~μμα)
ΎατουλαΥαμούλης, δ' τρυφερός έΡαστής' άπ6 τά κοινά 1αlδευτιΙCΆ Υατού).ης+γαμού).ης
Ύενάπoyιcρoς δ' σπανός' άπό τό "οιν6 yiVI+ιIna)'Kpoς (βλ λ~μμα)
ycvitttpα, ή' άλάτι' άΥνώστου έτύμοu
• τερακΙλι, τό' νίη:ι' μ4λλον 6.π6 1'6 ιcoινό γεράκι που f1El νύχια γαμψά' συνώνuμo 1'6 γκρίφι (βλ λέξη)
• Ύεραιc,λ,6ζω' ypαraouv6ro' 6.π6 τ6 γεΡακΕλι' σuνώννμo τό
Trang 36•
}'κριψοψιψίζω (βλ λήμματα)
• Ύεραιαλού, Τι' νυχιά, γρατσουνιά' άπό τό γερακ()J (βλ λημμα)' συνώνυμο τό γκριφιόζα
• Ύεράκω, Τι' βραχιόλι' κατά μίαν έκδοχήν άπό τήν Γερακίνα τού ΎVωστo\) όμωνύμου τραγουδιού (συνειρμική παρετυμο·
λογία)' έξάλλου, οΙ κίναιδοι άποκαλοΟν τiς χειροπέδες φτηνογεΡακίνες, ένω τό βραχιόλι λέγεται και κρόταλο Γερμανό'Υκρεκα, tι· πλατεΙα Συντάγματος προφανως, έπει·
Ύήπεδο, τό' κολλητήρι' άφοΟ έκεΤ, :αθως στΙς παρελάσεις
καΙ στoUς κινηματογράφους, δΙνεται ή ευκαιρία στους κολλητηριτζi'jδες νά δράσουν
-rιάνKης, ό· άμερncάνος' άπό τό κοινό γιάνκης(άγΥλικό yankee)
• γιδαρeύ, ή' πλανόδια πωλήτρια χορταρικών' άπο τό κοινό γίδα, :τού τρώει χόρτα καΙ βλαστάρια
• Ύιδοτεκνοσυντήρητη, ή' έπαρχιώτης κίναιδος άπό το κοινό
γίδ +τεκνό (βλ λημμα)+κοινό ρημα συντηρώ' λέγεται καΙ βλαχovτάva ft ύψομετρού' ή καλιαρντη διαθέτει άλλες 40 λέξεις γιά τόν κατάλληλο χαρακτηρισμό τοΟ κάθε λογi'lς κίναιδου
• γιουδάδικο, τό' ύπουργεΤον δημοσίας τάξεως' άπό τό γιοΟΟας (βλ λημμα)
Ύκαζόζα, ή' ιcλύσμα' άπό τό γνωστό δμώνυμο άναψυκτικό'
άντιθέtως, ή γκαζόζα λέγεται χαουι;-κλύσμα, ένω τό κλύσμα όνoμά~εται καί γκάζα η πουλομουσάφιρο (βλ λέξεις)
Trang 37
πάγος fΊ -yιaλΙ' ό,πό 1'6 γαλλι ::ό glace (=πάγος, -καθρέφτης,
",αλl)·
.,v.ασδvι 1'6' πάγος dJtb τό γaλληι:ό συνώνυμο glαfon' στόν πληθυντικό, I(1Ι υπό τόν τύπον Υλασόιιια σημαίνει μα· ΤΟ-Υιάλι«,
ydασoπρεζαντ:έ ή' βιτρΙνα' άπό 1'6 )lKλaσO+yαλλΙKό senter (=παρουσιάζω)
pre-'fΚloμrι:άρω' βιδώνω' ενδεχoμtνως, 4π6 1'6 κοινό -ιλόμπor; (πού βιδώνεται)
'(Κλορι6ζος, επίθετο' δοξασμένος άπό 1'6 Ιταλικό συνώνυμο ιΙοτίοεο
"(Χοvtαχαλώνw' νηστεύω' δ.πό 1'6 γ"όντη,+στερητικό ά+ χάλω (βλ λήμμα,.)
ΎΚόντης, 6' θεός dJtb τό άΥΥλικό gQd (-θεός)' συνώνυμο 'Ιό 4φαv<ος (βλ λtξη)
'fI'oyτo- πρ&το συνθετικό λέξεων τΙ'Ις καλιαρντης, δπο" ΣροσδΙδεται 'ι'ι f:wotG '100 θεο\}, τolj θεl1CΟΟ, '100 θρησχ:εuτιιcoO (βλ λημμα γκόντης)
'fI'οντοαφιόνα, 'ι'ι' θρησχ:ε{α' άπό 'Ιό γΚOVΤO+KOΙνό άφιόνl (τoυΡΙCΙKO: a{yon)' έδlδ f:χ.ει θέση 1'1 περ[φημη σχετική ρήση 'ιοη Marx
τιcoντoαφιoν(ζω' θρησχ:εύομαι, προσηλυτίζω' dπό τό )'ΚΟΙ·· τοαφιόva (βλ λημμα)
Ρ,:οντοαφιονισμένος, μετοχ.ή· θρησχ:ος, θρησκόληπτος (βλ 'Ιό γκovτoαφιoνίζω)
τιcoντoδιαιcoνάρα, 1'1' προσευχ.η (βλ γκοντοδιακονεύω καί }κovτo{ητιaνεύω)
τιcoντoδιαιcoνεύω' προσευχ.ομαι· ά.πό 'Ιό )'ΚOVΤO+ΎVcooτό διακονεύω' συνώνυμο 'Ιό )'κovτoζητιal'εύω
Υκοντοδούλα, 1'1' δ:Υγελος (έπΙ λέξει: δούλα το\} θεοΟ)' άπό
'Ιό γκovτo+ιcoινό δούλα' ό ά:ρχ.ά:πελος λέΎεται μπάς-,1κον,οδού).ης (βλ λημμα)
τιcoντoζηηανεύω' προσεί:ιχ.ομαι· άπό 'ιό γκovτo+ΎVωστό
Trang 38ζη-τlι:οντoC:ηnaηΔ -τιι:ρειω 4'
τιανεύω
τκοvωζηnαvιά, ή' προσευιΤΙ (βλ τά λήμματα )'Koνroδιακονάρα, )'κoνroδιaκoνεύω, )'κovτoζητιaνεύω)
Γκοντοκόντρα, ή' ή Κόλαση' ά.πΟ το )'KOVΤO +Kόvτpα (βλ λήlψατα)
ΤΧΟΥΤΟΙΙ:ΟΥΤράραι' κολάζω (βλ τό Γκοντοκόντρα),
Γιι::ονΤΟΠΡεζάντα, τά' τά Θεοφάνεια (έπΙ λέξει : ή παρouσίαση, τό φανέρωμα τοΟ θεοο)' Δπο τό )'KOVΤO+πpεζεvτaσιόν (βλ λήμμα,.)
ΎXovτoπρoφεoόρoς, ό· θεολόγος' 6.πΟ το γΚOVΤo+έπτανησια
κο ΠΡοφεσόΡος< Ιταλικό profe.ssore (=1CαθηΥητής)
τxoντoρελιιi, 11' δνεμος (έπί λtξει : πορδΤΙ το!) θεο!)' Δπό το )'KOVΤO+Pέλo (βλ, λήμματα),
• I'kοντότεκvο, τ6' ό Ίησοσς· Δπό το γΚΟVTο+τεκνο (βλ, λήμματα)' οι κίναιδοι τόν ό.πoιcαλO!)ν καΙ Μοα;-Τζουσή, ΎXOUΓιι:oυ, τό' φάντασμα' μω,λον 'fαομιμητι1d'lς πρoελεi>σε
ως (μυκηθμός γκοδ-)'ιωι.ί),
ΤXOUΓιι:o(]ζης, έπίθετο' φαντασμtνoς άπο το )'κου)'κου (βλ, λtξη)
Tkοutρης, ό πόλεμος' μdλλoν άπό το Ιταλιιcό συνώνυμο
gu-εηα, παρά Δπό τό γαλλικό guerre
Tkοuvιότα, ή' λεσβία' [σαις γαλλικf!ς 6:pxf!ςo συνώνυμα: μιJvτdμ-Υκού, σεμvaδερφή, σιβιτζιλού, σιβίτζω, τζιβιτζιλού (βλ λήμμα,.)
yιco6ρμπαντσ.:;, έπ[θετο' γoητευτιιcός, τραγανός λέγεται μό
νο Υιά dvtpcςo ό;Υνώστου έτύμου,
τιcoίnα-τζ6ρνo (ιαιρεnσμός)' Kαλημtρα' πρoφανiίx; 6,πο τό 6,ΥΥλικό good (=καλός)+Ιταλικο giorno (=ήμtρα)
τιι:ουτατζορνάΡιο' "αλημερίζω' 6,πο το )'KoιJτa-τζόpνα (βλ, λ~μμα)
Υιι:ράν, δΙCΛιτo έπιθετο' μεγάλος ένίοτε, πρ{i)τo συνθετικο διαφόρων λέξεων μι σημασία μεγεθυντική' άπο το γαλλικό συνώνυμο grand' τοv-r6σημο τό )'κρόσα;
τιι:Ράν-βακουλονταβατζής, ό' πατριάρχης, ιcαι έπΙ λέξει: μtγας άΡlιεπίσιcoπoς (βλ, λf!μμα βaκ.oυλovταβατ'ής)
Υιι:ράν-βακουλοπουρδς, ό' δεσπότης, καί έπ! λέξει: μtγας Ιερεός (βλ λf'jμμα βακουλοπ.ουΡός)' σuνώννμo το σκυλοτΡαγόπ.ουpor;
τιι:ρά:ν-ρενοκοθικιωμένος, έπίθετο' έστεμμtνoς άπό το YKPάV +Ρένος (βλ, λήμua.τα)+κοινΟ καΟίκι
ΥΚρεκο- πρΘτο συνθετικό διαφόρων λέξεων μέ την fννoια το!) έλληνικο!) fι το!) KUΑνO!) (βλ, λήμματα )'κρέκο, γκρέκα;)
Trang 3941 ylιptIIo • 'l'oιrrotCδλα
Υιφέκο, τό' μπλέ, 1COOVOOνo άπό τό γκμκOt; (βλ λημμα) T"ptKoς, ό· lλλην- ά.π6 τ6 Ιταλn,6 συνώνυμο g r eco, μέ έπΙδραση τοΟ Υνωστο{) ΊΡαlκός
-,χ:ρικοτουρκεμένοι; έπΙθετο' άνατολΙτης τουρκομερίτης' Δπό τό γKpειco+xoιν6 τουΡκeμέvor;
Υι::ρ(φι τό' νύχι' άπό τό γαλλιιcό g riffe (=νύχι)- συνώνυμο
τό ΥεΡαχίλι (βλ λημμα)
"f1'ριφιόζα, tι· νυχιά, γρατσουνιά' άπό τό γκρίφι' συνώνυμο τό γεΡαχlλού (βλ λήμματα)
Ύιφιφού 1'1 μαV1ιcιουΡ[στα' ά.πό τό 1κρΙφι (βλ λέξη)
'Υ"ριφοψ\ψ(ζω' Υρατσουνό)' άπό τό γlφΙφl+κοινό ψιψίνα (=γάτα)' συνώνυμο τό γεΡακιλιάζω (βλ λημμα)
rιrρoσo- πρlότo συνθεnκό διαφόρων λtξεων τflς ΊCαλ.ιαρντf'rς
μι σημασία μ.εγεθυVΤΙI0,! (βλ τό γκρόσος)
TI'Plt(JO-Kap;.:tλιIKQPO, τό' άρμα μάχης, τάνκ (έπί λέξει: μεγάλο μεταλλιιcό δχημα)' άπ6 τό γκροσο+καγκελόκαρο (βλ λήμματα)' τ6 θωρακισμένο λέγεται άστακωμένο
ΎΚροσοκοΟΟιι:ης, 6· βάτραχος άπό τό Υκροσο+ήχομιμητικό κοΟΟ (κoά~-κoάξ)' σννώννμο τό μπaλOKOOOxης (βλ λtΊμμα) 'YΚpoaoKoUΆn, τό' βατραχάκι' {)Ποκοριστηcό το!} Υιφοσοκοι'άκης (βλ λf'\μμα)
'1'φόσος, έπΙθετο' μεγάλος' από τό Ιταλικό grosso' ταυτόσημο τό j'Kpd v (βλ λf'\μμα)
* Ύλασδνια, τά' μαΤOΎlάλια' Δπανταται στόν πληθυντικό, δπως τό σννώννμο φασαμfvτα' άπό τό Ύαλλικό glace (=-Υ1.αλ[)·
ό πάγος λtyεται γκλασόνι (βλ λf'\μμα)
'YlafiKoς, δ' καταδότης, χαφιές' νεότερος τόπος το\) γλαυς,
μι πιθανην έπΙδραση τοΟ όνόματος ΓλαΟκα; (βλ λέξη γλαϋζ)' συνώννμα : κουκουβά,llα, σκατοφαγού
ΎλαΟξ, ή' χαταδότης, χαφιές' napaΠMVηTI1Ct'! άναγωγη το\) κουκουβάγια (βλ λf'\μμα) aτό άρχαΤο σννώννμο
* ΎλΟυ-Υλούρω' πΙνω' ήχομιμητιτης προελεύσεως (γλού-γλού), δπως τό γνωστό γα.ιηάΡα
Ύλουτοκαρνο(), ή' μηρός άπό τό κοινό γλουτός+καρνο (βλ λf'\μμα)' άνάλΟΥΟ τό λαΙκό κωλομέρι
Ύολύμι, τό' μολύβι' ο.πό τό λαίκό βολύμι>,Ιολύμι
ΎΟΡΥόρι τ6' χαστούκι' Υιατί δέν {)Πάρχει χαστούκι πού να μην εΤναι γοργό καί γρήγορο
* ΥΟΡΥδτζα, η βρωμιά' μliλλoν από τό γοργοτζόλα (βλ λf'\μμα) ΎΟΡΥδτζιβα, η σκληρόπετση, σκληρή' ίσως άπό τό γΟΡγό
Ψ (βλ λ~μμα)
* ΥΟΡΥοτζόλα, ή' βρώμα, λίγδα, δυσωδία' από τό τυρί
Trang 40ΥΟυΥουλοχάλω' δαΎJCώνω (έπαιφιβ&ς: τρώω σάν λύκος)'
Δπό τό γΟQ}'οιίλφηr;+χάλω (βλ λήμματα)' συνώνυμα: ντιλοκολιάζω, ιιτιλοχαλώιιω
ΥΟυΥουλφάκης, ό· σιcύλoς ιJπoιcoριστtιcό τοΒ γΟυΥο λφηι; (βλ λημμα), άψοΒ ό σιcύλoς εΤναι fνας μικρός f'ιμερoς λύκος συνώνυμα: -yoυyojjιuιr;, λοοσαγμάν, φιντέλης
yo6vn, τό' ξύλο (ώς Ολη - δχι ώς ξυλοδαρμός)' άπό το
6:1-Υλικό wood (=ξύλο δάσος)' συνώvuμο τό ΚαΡυδόσφηνο (βλ λημμα)
youtcro, ή' χρόνος (δχι τό Ιτος dλλά ή fννoια τοΒ χρόνου), xρoνιιcή διάρκεια, <i>pα' Από το γότΟ'ι (βλ λέξη) ΓΡαικοκάθικο, τό' ή 'Aττιιcή [ιcυριoΛ.ε"ΤΙK(i)ς: τό καθ!"ι
τΘν έλλήνων (ό.φοΒ, έιcεΤ Ιχει συΥκεντρωθεr ιiπσσα ή 'Ελλάς))
ypαcnδoItaYKΡ06, "ι' μπαμπάιcι (άιcριβέστερoν: χορταρένιο
μολλΙ.)' άπό τό κοινό γpαqlδι+παγKpό (βλ λέξη)
Ύρασιδοσφηνάκης, ό' κακτοειδές άπό τό' ιcoινό γpaσίδι+ σ"';", (βλ λ~μμα)
Ύρασιδ6τcrαρδο, τό' άxι>ρoιcαλύβα, "αλύβι' άπό τό ιcoινό
γpαqίδ,+τσapδo (βλ λ'l'jμμα)
-,uΡO' συνθετικό (συνήθως πρΘτο) λέξεων της καλιαΡvti'iς
με την σημασία τοΟ ΙCΌιcλoυ, τf'ις περιστροφt'jς, τοΒ περιβάλλοντος δανεισμένο άπό τήν κοινή νεοελληνική (δπου: γΙ)Ροφέριιω, γυροβολιά κ.λ.π.)
-,uρσyolotJ, ή' λιπαρή' άπό τό γυρο+ι.::οινό γάλα' ώς Υνωστόν,
τό βούτυρο άποχωρίζεται Δπό τό Ύάλα δια περιστροφt'jς -,uροδΙΟΚΟνιάρισμα, τό' fρονος' άπό τό γιιρο+κοινό διαχο-