τρεκλίζοντας έναν ξένο θεό Qου αQαγόρευε τα ειδωλόθυτα της σάρκας σου και τη γυναίκα του κτήνους και το τέκνο του κτήνους και το οκτώ της οκτάνας ικρίωµα και οι µέρες εξέQνεαν τριQοδίζον
Trang 4ISBN: 978-960-99765-0-3
Ψηφιακή έκδοση (e-book) του Περιοδικού Γραµµάτων και Τεχνών Βακχικόν www.vakxikon.gr
Trang 6Ρομαντική Αισθητική Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011 (σε συνεργασία με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο)
Trang 7Ζ ∆ Αϊναλής
Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΙΒΑΣ
Trang 9Καὶ βασίλισσα Σαβὰ ἤκουσεν τὸ ὄνοµα Σαλωµὼν καὶ τὸ ὄνοµα κυρίου καὶ ἦλθεν Qειράσαι αὐτὸν ἐν αἰνίγµασιν·
Βασιλειών Γ΄, 10.1
And the Queen rejoiced, and she went forth in order to depart, and the King set her on her way with great pomp and ceremony And SOLOMON took her aside so that they might be alone together, and he took off the ring that was upon his little finger, and he gave it to the Queen, and said unto her, "Take [this] so that thou mayest not forget me And if it happens that I obtain seed from thee, this ring shall be unto it a sign; and if it be a man child
he shall come to me; and the peace of God be with thee! Whilst I was sleeping with thee I saw many visions in a dream, [and it seemed] as if a sun had risen upon ISRAEL, but it snatched itself away and flew off and lighted up the country of ETHIOPIA;
Kebra Nagast, XXXI Kebra Nagast, XXXI
Trang 11Ι
«Τα δάχτυλα των ψηφοφόρων QρέQει να κοQούνε αQό τη ρίζα», µου είQες,
Εισακουσθήκαν οι Qροσευχές µου, ψιθύρισα, κι έκανα να ευχαριστήσω µάταια ένα µελάνωµα στην άκρη του θόλου – τόσο ήθελα ν’ αφήσω την καρδιά µου να χτυQήσει ξανά Είχα βαρεθεί
να µετρώ µε το µάτι τις µύτες των άστρων, να κουλουριάζοµαι ευρυγώνιος στον Qήχη του άβακα, να τρυQώ µε διαβήτες το θόλο χαράσσοντας σχέδια Ήθελα ν’ ανοίξω τα χέρια σταυρό ζητώντας τον θεό-κεραυνό, να Qέσω στα τέσσερα και να Qροσκυνώ µια συνείδηση άλλη, έξω αQό µένα, µια θάλασσα φως
Πέρασα τη ζωή µου µες στ’ αυτοκίνητα και τ’ αεροQλάνα,
είδα τα λεQτά µου να τρώγονται αλεσµένα στις µυλόQετρες των διοδίων
την µαγγανεία των τελωνείων – τα καυλωµένα τυφέκια και τα µυδραλιοφόρα
Είδα δέντρα να φυτρώνουνε, ν’ ακµάζουνε, ν’ αναQαράγονται και
να Qεθαίνουν
Είδα το χρόνο να τρώγεται και να γίνεται άµµος
Πέρασα Qάνω αQό τις Qολιτείες ουρανοµήκης, έξω αQ’ τους ανθρώQους, σαν τον Πρωτέα, υQοκαθιστώντας τον χρόνο µου µε τον χρόνο τους
∆ιέθεσα όλο το χρόνο Qου είχα για να ζήσω µακριά αQ’ τον εαυτό µου αναζητώντας τον εαυτό µου
Τώρα δεν έχω τίQοτα για να εγκαταλείψω
Μόνο τη σιωQή
Κι εκείνη δική σου
Trang 12τρεκλίζοντας έναν ξένο θεό
Qου αQαγόρευε τα ειδωλόθυτα της σάρκας σου
και τη γυναίκα του κτήνους και το τέκνο του κτήνους και το οκτώ της οκτάνας ικρίωµα και οι µέρες εξέQνεαν τριQοδίζοντας κι αλαφιάζοντας το έσχατο λίκνισµα του αέρα ανάµεσα της κουνουQιέρας και του κορµιού σου το µελανό σηµάδι και το µίασµα Qου ανάτελλε
Και µου δόθηκες το κορµί σου και κάρQισε
Ξεχέρσωσα τη σQορά σου θυµίαµα και βλάστησε Qόνος και αίµα και κλάµα
Κι έφυγες
ΌQως ήρθες
Χωρίς να µείνει τίQοτ’ αQό σένα ο Qόνος
Trang 13Κρέµασα την καρδιά µου σε τριακόσια δόρατα χρυσά ελατά
να σε ξορκίσω και να σ’ εξαργυρώσω
Έξω η νύχτα σάλQιζε τη µέρα
Trang 14III
∆εν ήµουν εγώ Qου µιλούσε
Άλλωστε κατά κάQοιο τρόQο εγώ Qοτέ δεν υQήρξα
Κι οι ρήσεις µου χωρίς οστά και σάρκα συνέχιζαν να υQάρχουν έξω αQό µένα
Trang 15Με κάτι τέτοια υλικά άρχονται και Qερατώνονται οι ψαλµοί
Το ξέρω αQό Qρώτο χέρι
Πόσες και Qόσες φορές δεν µ’ έβαλε ο Qατέρας µου ν’ αQοστηθίσω ψόφιους στίχους;
Trang 16και να χωνεύεις τη χολή το φτωχικό σου γεύµα
Trang 17αερικό Qου να Qετά στις καµινάδες ένα χορό αστέρια µες τη νύχτα και τα µαλλιά ξανθά να χύνονται στους ώµους ο τυφώνας
Trang 18V
Και τότε ήρθες κεραυνός εκκένωση
και άδειασε το σώµα
[Θέλησ’ αQλά να κλέψω το φεγγάρι· θέλησα να γυρίσω στη λατρεία του ήλιου και της σελήνης· στα θερµά χρώµατα και την Qανδαισία της ζέστης· να ζεστάνω τα χέρια µου στο κονίαµα των ειδώλων και να λατρέψω γυµνή τη µορφή σου Να φτύσω στα µούτρα το Θεό των Qατέρων το µοσχάρι χρυσό και της θυσίας
το αίµα Σκέψου: η έρηµος στιλQνή και το Qλατύ φεγγάρι· σκέψου: τα Qέλµατα έκθετα να εκτείνονται στον ήλιο· σκέψου: την άνοιξη στεγνή και τα τσακάλια νύχτα.]
Στέγνωσαν όλα τα υγρά
και έκατσε το αίµα
[έQεσα δυο φορές να κοιµηθώ και τρεις να εκσQερµατώσω]
Και Qήρε η Qαλιά Qληγή
να σβήνει λίγο-λίγο
[δεν έµειν’ αQωθηµένο στερεό εγώ να θεµελιώσω]
Κι έγινε η κραυγή συνείδηση
κι αρθρώθηκε φωνή
[δεν σ’ εκδικούνε Qια οι φωνές δεν σε στοιχειώνουν οι ίσκιοι]
Και τα τελώνια φεύγαν άτακτα
και στο µυαλό ανέτειλ’ ησυχία
Και κρέµασ’ o ήλιος ουρανό
Trang 19κι αν νύχτα κι αν σιωQή κι αν σοροκάδα φρίκη;]
Κι έφυγες
κι ο ήλιος έφυγε τη χώρα
Trang 21Σ’ αφήνω τώρα Αρκετά ασχολήθηκα µαζί σου.
Με καρτερεί ο γιος µου στη γωνία
(QρέQει κι εγώ κάQου στο ενδιάµεσο να ζήσω)
Trang 22VII
∆εν θ’ αQοστρέψω Ροβοάµ το QρόσωQο αQό σένα Είσαι κι εσύ της σάρκας µου Qαιδί
Είσαι όµως µικρός Qολύ και δεν αρκείς,
το ξέρεις,
µαύρισε τόσο καιρό η καρδιά και στένεψε ο νους µες στο ηµίφως τα σκατά και τη σαQίλα της Σιών
Trang 24θέλεις δε θέλεις,
να τα Qράξεις
Trang 26ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΜΕΝΕΛΙΚ
1.) Και είδα και λέω και λέω και Qιστεύω ό,τι Qου είδα
2.) Και είδα ότι όQου να έχουνε Qαρέλθει τρεις φορές εκατό ζωές ανθρώQων κι όQου να έχει αρχίσει να ξηµερώνει η εQοχή της Μεγάλης Νύχτας
3.) Και ήταν καιρός
4.) Ότι τα Qαιδιά του ανθρ[ώQου] όQου να έχουν αρχίσει να χάνουνε τα χαρακτηριστικά των
5.) Και το κορµί των δεµένο την Qαγωνιά και την υγρασία της νύχτας όQου να έχει αρχίσει να κρουσταλλιάζει κι όQου να µην ξεχωρίζει θερµοκρασία κι όQου τα µάτια των να έχουνε γίνει τυφλά και λευκά και µεγάλα και να µην µQορούν να ιδούν ό,τι να µην µQορ[ούν] να κοιτάξουν
6.) Κι όQου να τρώνε ο ένας τον άλλο ότι λ[ίγη] η τροφή και οι Qόλεις των όQου να έχουν τώρα αQό του αιώνος Qαρακ[µάσει]
Trang 27
8.) Κι όQου να σήQονται οι νεκυιόντες των έκθετοι υQοκάτω του ουρανού τις τρεις φορές γ[εµάτο] το QρόσωQο του Χρυσαυγού και
τα όρνια και οι κύνες η σάρκα σφάγιο στο χώµα [κι εQικλινής ο Κυνοκέφαλος τη λατρεία του κι ο Qριµηκύρης ξεβράκωτος]
9.) Ότι Qου να µην έχει φαΐ και τα ζωντ[ανά] όQου όσα να έχουν γλιτώσει της καταστροφής να έχουνε µάθει να κρύβουνται και ν’ αQοφεύγουνε κακοτοQιές και ενέδ[ρες]
13.) Κι όQου να µαζεύει το θήλυ στα δέντρα το γάλα του κι όQου
να Qίνει κι όQου στα τέ[κνα] του να µην δίνει κι όQου να Qηδώντας αQό το κλαδί στο Qαρακείµενο και να φεύγοντας τις κραυγές τους άναρθρες και τα χέρια την Qαράκληση υψωµένα κι ανήµQορα
Trang 2814.) Ότι το άρρεν Qοτέ να µην µένει για Qολύ µε το θήλυ και το θήλυ να µην αντέχει του άρρενος και να φωνασκεί και να τεκνογονεί µόνο την ιαχή και να γεννούνται τα τέκνα φορές Qολλές νεκρά και να σκίζει µε τα δόντια σάQια τον Qλακούντα του και να βυθίζοντας τα χέρια και άQληστα να τρώει τη σάρκα νέα ζεστή και σQαράσσουσα
15.) Ότι να µην υQάρχει τροφή
16.) Και να βουρλίζεται το στοµάχι σελέµικο την καρδιά του ανθρώQου
17.) Κι όQου όσα των γεννηµάτων να µεγαλώνουνε να µεγαλώνουν µονήρη και δίχως τεκόντες και οι τεκόντες όQου δίχως γεννήµατα και τεκ[όντες]
18.) Κι όQου να µην έχει χώµα κανείς να σQείρει ζωή
19.) Ότι ο θάνατος Qου να µεγαλώνει την Qέτρα και να µετοικεί η σQορά
20.) Κι όQου να µαθαίνουνε άQαντες τον εχθρό κι όQου να τροµοκρατώντας ο ένας τον άλλον τη σάρκα εχέµυθη
Trang 2921.) Και είδα και λέω εκείν’ όQου είδα: ότι ο Ταύρος στην λίµνη του Ουρανού ν’ ανακινεί µε τα κέρατα του το Qανάρχαιο Χρυσαυγό Και ν’ αναταράσσονται της Νύχτας τα ύδατα κι όQου να ξηµερώνοντας ανά τρεις νύχτες για τρεις ώρες Qρώτη φορά µετά αQό τρεις φορές εκατό ζωές ανθρώQων
22.) Και για τρεις ώρες σκιζόταν η Νύχτα στα δύο τελείως και το Χρυσαυγό λευκό έως του διάφανου και στο ανάµεσο ο οφθαλµός του Ηλίου να ψήνει το QρόσωQο της Γης και να εκδικώντας
23.) Και ο Άρης την Αφροδίτη στα τέσσερα
24.) Και να φοβήται το θήλυ του Qολεµιστή και µάχαιρα µικρή να µουνουχίζοντας Qλανήτη
25.) Και να γυρνώντας τα µάτια η κόρη στη µητέρα θάλασσα εκ θαλάσσης και να ξιφουλκώντας το ύδωρ
26.) Κι όQου να Qαίρνει τ’ Αστέρι του δειλινού τα µάτια του αQ’ τον κόσµο και να γυρίζοντας Qαράκληση δυο χέρια τέµενος στη Νύχτα
27.) Κι όQου να κλείνει η ΈσQερος υγρή µητέρα µήτρα κι όQου ν’ ανθίζοντας τον κόσµο έως του όντος το ρόδο υγρό και Qεντάλφαδο
Trang 3028.) Ότι να κλαίει η σQορά της Ηούς και να ολοφύρεται την Qτώση του θήλεος
29.) Και ήταν καιρός ότι το θήλυ στο θρόνο του κι ο ιδαλγός τη σQορά του και στο χώµα του ο εξόριστος
30.) Και είδα και λέω και λέω και Qιστεύω ό,τι Qου είδα ότι η κληρονοµία σου στη κληρονοµία σου κι ο Ήλιος στη χώρα του
Trang 31Παρίσι Οκτώβρης – Νοέµβρης 2010
Trang 33www.vakxikon.gr ΤΗΝ ΕΚ∆ΟΣΗ ΣΧΕ∆ΙΑΣΕ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ