1. Trang chủ
  2. » Ngoại Ngữ

bios kai politeia tou alexe zormpa - nikos kazantzakes

368 208 0
Tài liệu đã được kiểm tra trùng lặp

Đang tải... (xem toàn văn)

Tài liệu hạn chế xem trước, để xem đầy đủ mời bạn chọn Tải xuống

THÔNG TIN TÀI LIỆU

Thông tin cơ bản

Tiêu đề Βίος Και Πολιτεία Του Αλέξη Ζορμπά
Tác giả Αλέξης Ζορμπάς, Νίκος Καζαντζάκης
Trường học Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη
Thể loại Βιβλίο
Năm xuất bản 1968
Thành phố Αθήνα
Định dạng
Số trang 368
Dung lượng 10,83 MB

Các công cụ chuyển đổi và chỉnh sửa cho tài liệu này

Nội dung

καΙ "ά δΙ"ει παρiενιά στά αΙώνια κα{}ημερι"ά στοιχεία -άγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναΙκα, ψωμ[· τή σιγουράδα τοίί χεριοίί, τή δροσερά δα της καρδιά" την παλικαριά νά κοροϊ­δεύει τή" rδια το

Trang 3

ΒΙΟΣ Ι(ΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ

Trang 5

ΝΙΙ(ΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

ΒΙΟΣ

ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Trang 7

C 1{-Ολλές φορές πεl'Jύμησα vrj γράψω το βίο καΙ τή"

U Ι πολιτεία του • Αλέξη Ζορμπά, ένος Υέρου IΡΥάτη που πολύ άΥάπησα

Σιή ζΙιΗ7 μου, οΙ πιο μη'άλοι μου εύεΡΥέτες σrά{}ηκα" τά

ταξΙδια και τά όνεΙρατα· ιιπο τού, &νι'Jρώποvς, ζωντανούς καΙ πε{}αμένους, πολύ λίγοι βόηt'Jησαν τον άΥώ'α μου 'Ό­μως, αν ήθελα νά ξεχωρΙσω ποιοΙ α:,,{}ρωποι άφηκαν βa{}ύ­τερα τ' άχνάρια του, στήν ψυχή μοι', ίσω, να ξεχύJριζα τρεϊ, τέσσερεις: το" 'Όμηρο, τον \Ιπέρξονα, το ΝΙτσε και 1'0 Ζορ­μπά

- σάν το δίσκο τον ηλιιιυ - πού φωτίζει μέ ι1πολυτρωτικιά λάμψη τά ;τάντα· ό ltJπέρξονα, μέ άλάφρωσε άπο άλυτες φιλrισoφικές άΥωνίες πού μέ τυραννουσαν στα πρώτα νιάτα·

ό ΥΙτσε με πλούτισε μέ και"ούριες άγω,'{ες και μ'έμαθε

νά μετουσιώνω τή δυστυχία, τήν πίκρα, τήν άβ,βαιότητα σέ περηφάνια' κι ό Ζορμπάς μ'έμα{}ε ν'άΥα:tώ τή ζωη και νά

μή φοβουμαι το IΜνατο

-Αν ηταν στον κόσμον δλο σήμερα "ά διάλιΥα ένα ψΙ'ΧΙΚΟ όδηΥό, «γκουρού, δπω, τον λένε οΙ Ίντοί, «Γέροντα, δπως τό,'ε λίνε οΙ καλόγεροι στο' Αγιονόρο" σίΥουρα {}α διάλεΥα

το Ζορμπα

Γιατl αύτος εΙχε δ,τι χρειάζεται ένας καλαμαρας Υιά ),ά σω{)εί : τήν πρωτόγονη ματιά πού άδράχνει ψηλά{}ε σαϊΗυ­

τα τή {}ροφl7 της· τή δημιιιυΡΥικιί, κάι'/ε πρωί &νανεούμε"η, ήφέλεια, να βλέπει άκατάπαυτα Υια πριύτη φορά τά πά"ΤfΙ

ί

Trang 8

καΙ "ά δΙ"ει παρi)ενιά στά αΙώνια κα{}ημερι"ά στοιχεία

-άγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναΙκα, ψωμ[· τή σιγουράδα τοίί χεριοίί, τή δροσερά δα της καρδιά" την παλικαριά νά κοροϊ­δεύει τή" rδια του τή" ψυχή,σά ,,& "χε μέσα του μια δύ"α­

μη ά"ώτερη άπό τή" ψυχή, κα2 τέλο, τό l1γριο γάργαρο γέ­

λιο άπό βαθια πηγή, βα{}ύτερη άπό τό σπλ&χ"ο τοίί άν{}ρώ­

που, πού ά"ατινάζουνταν άπολυτρωτικό στίς κρΕσιμε, στιγ­

μΑ, άπό τό γέρικο στη{}ος του Ζορμπά· άνατινάζουνταν καΙ μπορουσε "α γκρεμΙσει, καΙ γκρέμιζε, όλους του, φράχτε,

- ή{}ική, θρησκεΙα, πατρΙδα - πού l1σκωσε γύρα του δ κα­κομοΕρη, ό φοβητσιάρη, ό l1ν{}ρωπο, γιά νά κουτσοπορέ­ψει άσφαλισμένα τή ζωούλα

"Ότα" συλλογΕζουμαι μΑ τΙ θροφή τόσα χρό"ια μΑ τάιζα)'

τα βιβλΙα κι οΙ δασκάλοι για νά χορτάσουν μιά λιμασμένη ψυχή καΙ τΙ λιονταρίσ" μυαλό γιά θροφή μΑ τάισε δ Ζορ­μπά, σΑ λlγoυς μηνε" δύσκολα μπορώ "ά βαστάξω τήν όργή καΙ τή θλίψη μου Άπό μιά σύμπτωση πηγε ή ζωή μου χα­μένη· πολύ &ργά συ"απαντήθηκα μΑ τό «Γέροντα τουτον

'" ό, τι μπορoiiσε άκόμα μέσα μου "α σωθεί ηταν άσήμα"το

«Ικπύρωσι, κι ή «ά"ακαΕνισι, δέν έγι"α" wHrav πια πα­

λύ ιΙργά Κι έτσι ό Ζορμπά" άντl "ά γΙνει Υια μένα ύψηλό, Ιπιταχτικό πρότυπο ζωης, ξέπεσε κι έγινε φιλολογικό, άλ[­μο"ο, θέμα γιά "α μου"τζαλώσω κάμποσες κόλλε, χαρτί

Τοίίτο τό θλιβερδ προ"όμιο, "α κάνεις τέχνη τή ζωή, κα­

τα"τάει σέ πολλές σαρκοβόρε, ψυχέ, όλέθριο ΓιατΙΙτσι, βρΙ­σκο"τα, διέξοδο τδ ;φοδρό πάθος, φεύγει άπό -ιό στηθος κι άλαφρώνει ή ψυχή, δΑ" πλαιιτάει πιά, δέ νιώ{}ει πια τήν ιΙ­

"άΥκη κορμ2 μΑ κορμl νά παλέψει, ΙπεμβαΙνοντα, lJ.μεσα στή ζωή καΙ στή" πράξη - μά χα[ρεται καμαρώ"υ"τα, τό σφοδρό

τη, τό πάθο, "a δαχτυλιδώνεται στό" ιΙγέρα καΙ "α σβή.,ει

Κι δχι μο"άχα χαΙρεται παρ~ εΙ"αι καΙ περήφα"η· θαρ­ρεί π"",, πραΥματώ"ει [ργο {ιψηλό, τή" Ιφήμερη ά"α"τικα­τάστατη σΤΙΥμή - τη μό"η στό" άπίρα"το καιρό πού [χει

Trang 9

σάρκα κι αΙμα - μετατρέποντάς τη τάχα σ" αΙώνια Κι έτσι

d Ζορμπας, d Υιμάτοι; σάρκα καΙ κόκαΑα, κατάντησε στα χέ­ρια μου μεΑάνι καΙ χαρτΙ ΧωρΙι; να τό θέΑω, καΙ μάΑιστα θέΑονται; τό άντΙθιτο, κΙνησι άπό καιρό να κρυσταΑλώνεται μέσα μου d μύθος τοίί Ζορμπα ''Δρχισι ~ μVΣτικη στό σπΑά­χνο κατεΡΥασΙα· στην άρχή μια μοι,σικη ταραχή, πυρετική ~­δονή καΙ δυσφορΙα, σα να μπηκε μέσα στό αΙμα μου Ινα ξέ­

και να τό άφανίσιι, άφομοιώνοντάς το Κι αρχισε Υύρα όπό τόν πυρήνα αύτόν να τρέχουν οΙ Αέξειι;, να τόν κυκλώνουν και να τόν θρέφουν σαν έμβρυο Στερεώνουνταν οΙ θαμπω­μένες {}ύμησες, άνέβαιναν οι βουΑιαΥμένες χαρές και πίκρες,

Ζορμπας παραμύ{}ι

Δέν κάτεχα άκόμα τΙ μορφη να δώσω στό 'παραμύiJι τού­

το τού Ζορμπα: ρομάντσο, τραγούδι, πολύπλοκο φανταστικό διήγημα της Χαλιμας ~ στεΥνά, ξερά, να ξεσηκώσω τις κου­βέντεςπού μοίί έκανε σ' Ινα άΚΡΟΥιάλι της Κρήτης, σπου ζή­σαμε, σκάβοντας για να βρούμε τάχα λιγνίτη Ξέραμε καλα

κι οΙ δυό πως ό πραχτικόι; αύτός σκοπός Ιίτανε στάχτη για

τα μάτια τού κόσμου· Ιμεί, βιαζόμαστε πότε να βασιλέψει

ό ήλιος, να σκολάσουν οΙ lργάtες, να στρωfJoύμε οΙ δυό μας στην άμμουδιά, να φαμε τό χωριάτικο νόστιμο φαt μας, να πιούμε τό μπρούσκο κρητικό κρασΙ καΙ ν" άρχίσουμε την κουβέντα

Έγώ, τΙς περισσότερες φορές, δέ μιλούσα· τΙ να πεί Ινας cδιανοοvμενος» σ" [να δράκο i Τόν ακουγα να μοίί μιλάει για τό χωριό του στόν 'Όλυμπο, γ~α τα χιόνια, τούς λύκουι;, τούς κομιτατζηδες, την Άγια-Σοφιά, τό λΙΥνΙτη, τό λευκό­λιθο, τις γυναίκες, τό θεό, την πατρΙδα καΙ τό θάνατο­καΙ ξάφνου, σταν πλαντοίίσι καΙ πια δεν τόν χωροίίσαν τα λόγια, τινάζουνταν &πάνω, στα χοντρα χαλίκια τού γιαλού,

κι άρχιζε να χορεύιι

Γέρος, όρfJόκορμος, κοκαΑ.ιάι!ης, με άνάγερτο κατα πίσω

9

Trang 10

τι'ι Κf'φάλιι μΑ καταστρόγγυλα μικρά μάτια σά" πουλιου, χό­ρευε και σκλήριζε και χτυπOOσε τις άδρές πατουσες στο για­

Πολλές φορές έχω Ι'τ!!απεί στή ζωή μου, γιατι έπιασα τι)ν ψιιΧιί μου )'l1 μι}ν τολμάει "ά κάνει δι τι ή άνώτατη nr.c-

ραφροσύvη - ιί ούσία τίίς ζωής - μOO φώνα;ε νά κ(ί,μω'

μά ποτέ Μ,· ,'τράπηκα για τήν ψυΧιί μου Ο(Jη μ;τροστά στο Ζορμπό

'Έ",ι πρωί, ξημερώματα, χωρίσαμε' 'γι;) τράβηξα π(ί,λι γιά τιιν ξενΙΤΗί" άγιrί,τρευΤI1 χτυπημΙνος άπό τή φαουστικί}ν άρ­ρώστια της μάΟησης' αύτός πιί!!' κατά βορρό και ΚCΙTαστά­λαξε σTl} Σερβία, σ' lva βουνό xovrd στά ~'κόπια, ο;του ξε­τόπωσε, λέει, πλούσια φλέβα λεΙ'κόλιl?ο, τύλιξ" μερικοι'; πα­

!!αλιϊδες, (lγόρασε σύνεργα, στρατολόγησε lργrίτε; κι l1ρχισε π(ί,λι ν' ιιl'οίγει μέσα στή γης γαλαρίες Τίναξ, βρ,ίχοι·ς, 1:'-

φτιασε δρόμους, έφερε νερό, έχτισε σπίτι, παντρl'ύτηκl', γέ­ρος κοτσω'άτος, μιαν δμορφη γλl')'τοΧιίρα, τή 1ιούμπα, κι έκαμε '-να παιδι μαζί της

Λιια μέρα, στο Βερολίνο, έλαβα ένα τηλεγράφημα: «Εύ­

ρον πρασίνΗV πέτραν ώραΙOτάTΗV, έλ,?έ άμέσως Ζορμπό.ς

·Ηταν Ι) έποχ'} Τιϊς μεγάλης ;τείνας στή Γερμανία Τόσο εΙχε κατρακυλήσει το μάρκο, που γιά να κάμεις μια μικρl) πλερωμή κoυβαλoiiσες μΑ το τσουβάλι τα Ικατομμύρια' κι

Trang 11

στα", πήγαι."ες στό ρεστωράν κι Ιτρωγες, άνοιγες την παρα­φουσκωμένη χαρτονομίσματα σερβιέτα σου καΙ την άδειαζες άπάνω στό τραπέζι γιά να πλερώσεις' κι ήρθαν μ/ρες ποί· χρειάζovσαν δέκα δισεκατομμύρια μάρκα για ένα γρq.μμα­τόσημο

ΠεΙ."α, κρύο, τριμμένα σακάκια, ξεπατωμένα παπούτσια,

τα κ6κκινα γερμανικα μάγουλα εΙχαν κιτρινίσει.' Αγέρας χινοπωριάτικος, κι ϊπεφταν σά φύλλα οΙ άv{}ρωποι στού; δρόμους Στα μωρα ϊδιναν ένα κομμάτι λάστιχο να το μα­σουλίζουν, ,·α ξεγελιυVνται, να μj,ν κλαίνε Ή άστυνομία πε­ριπολουσε τα γιοφύρια τoV ποταμoV, για να μην πέφτουν rj,

νυχτα οΙ μανάδες μέ τα μωρά τους να πνιγουν να γλιτώσουν Χειμώνας, χιόνιζε Στ;, διπλανή μου κάμαρα ένας Γερ­μανός κα{}ηγητης κινεζολ6γο;, Υια νά ζεστα{}εί, επαιρνε τιΊ μακρυ πινέλο καΙ μέ τόν άβολο τρ6πο της Μακρινης' Ανατο­λης προσπαοουσε ν' άντιγράψει κάποιο παλιό κινέζικο τρα­γούδι η κανένα ρητο του Κουμφουκιου Ή μύτη του πινέλου,

ό άνασηκωμένος άνάερα άγκώνας κι ή καρδια του σοφoV έ­πρεπε να σχηματίζουν τρίγωνο

- 'Ύστερα ά;τό λίγα λεφτά, μου "λεγε εύχαριστημένος, ό ί­δρώτας τρέχει άπό τΙς άμασκάλες μου κι ϊτσι ζεσταίνουμαι Μέσα σέ τέτοιε, φαρμακερές μέρες Ιλαβα το τηλεγράφη­

μα του Ζορμπα Στήν άρχη {}ύμωσα 'Εκατομμύρια lJ.νθρω­ποι Iξεvτελίζoνται καΙ γονατίζουν, γιατί δένΙχουν ένα κομ­μάτι ψωμί να στυλώσου" την ψυχή τους καΙ τα κόκαλά τους'

κι όρίστε τ(Λρα έ)'α τηλεγράφημα, νι! κινήσεις να κάμεις χί­λια μίλια για να δείς μιαν όμορφη πράσινη πέτρα Ι Άνά­{}εμα, εΙπα, στήν όμορφιά, γιατί εΙναι άκαρδη καΙ δέ νοιά­ζεται για τΟν πόνο τov άνθρώπου

Μα ξαφνικά τρ6μαξα' ό {}υμος εΙχε κιόλα ξεΟυμάνει κι [νιω{}α μέ φρίκη πώς ή άπάν{}ρωπη αύτη κραυγή του Ζορ­μπα άπoκρίνovνταν σΑ άλλη άπάγ{}ρωπη μέσα μου κραυγl/ 'Ένα άγριο όρνιο μέσα μου τίναξε τα φτερά του νά φύγει 'Όμως δΑν έφυγα' δΑν τόλμησα πάλι Δέν μπηκα στο τρέ-

11

Trang 12

νο, δΑν άκoλotίι?oηoα τη ι?οεΤκιά ι?οηριώδη μέσα μου κραvγή,

δΑν Ικαμα μιά γενναΙα παράλογη πράξη • Λκoλotίι?oησα τή με­

τρημένη, κρt1α, άνι?ορώπι"η φιmιη τoiί λογικου Και πήρα τη" πέ"α κι Ιγραψα τoiί Ζορμπα και τoiί ξηγoiίσα

Κι αύτος μoiί άποκρίι?οηκε:

cΕΙσαι, και "ά μΑ συμπαι?οας, άφε"τικό, καλαμαράς Μπο­ρουσες και σtί, κακομοίρη, μιά φορά στη ζωή σου"ά δείς μιά" δμορφη πράσι"η πέτρα καί δΑ" τη" εΙδες Μά το θεό, xdι?oov­

μου" κάπστε, δτα" δΑ" εΙχα δουλειά, κι Ελεγα μΑ το "oiί μου:

«Ύ πάρχει, δΑ" ;'πάρχει Κόλαση ;" Μά χτΑς πού Ελαβα το γράμμα σου, εΙπα: •• Σίγουρα πρέπει "ά υπάρχει Κόλαση γιά μερικούς καλαμαράδες /"~

Ξεκί"ησα" οΙ ι?otίμησες και σπρώχ"ει ~ μιά τη" άλλη και βιά­ζου"ται Καιρος"ά βάλοvμε τάξη Νά πιάσουμε το βίο και τη" πολιτεία τoiί Ζορμπα άπο τη" άρχή Και τά πιο άσή­μα"τα περιστατικά πού δέι?οηκα" μαζί του λάμπου" τη στιγ­

μη τούτη στο "ov μου και?οαρά, γοργοσάλευτα και πολύτιμα, σά" πολύχρωμα ψάρια σΑ διάφα"η καλοκαιριάτικη ι?οάλασσα Τίποτα δικό του δΑ" πέι?οα"ε μέσα μου, δ,τι αγγιξε το Ζορ­μπα ι?οαρρείς κι Ιγι"ε άι?οά"ατο, κι δμως τις μέρες τoiίτες ά­ξαφ"η ά"ησυχία μΑ ταράζει: Ιχω δυο χρό"ια "ά λάβω γράμ­

μα του, ι?οά '"αι πιά έβδομή"τα και πά"ω χρό"ω", μπορεί

και "ά κι"τυ"εύει Σίγουρα ι?οά κι"τυ"εtίει, άλλιώς, δΑ" μπα­

ρώ "ά Ιξηγ{ισω τη" άπότομη ά"άγκη πού μέ κυρίεψε ,,' ά"α­συ"τάξω δ,n δικό του,,,ά ι?ουμηι?οώ δ,τι μου εΙπε κι δσα έ­καμε, και νά τ' άκινητήσω στο χαρτί, "ά μη φύγου" Σά "ά ι?οέλω να ξορκίσω το ι?οάνατο· το ι?οάνατό του Δέ" εΙ"αι του­

το, φoβoiίμαι, βιβλίο πού γράφω· εΙ"αι Μ"ημόσυνο 'Έχει, τώρα το βλέπω, δλα τα χαραχτηριστικά τoiί μ"η­μόσυνου Στολισμέ"ος δ δίσκος τα κόλλvβα μΑ πυκ"η πασπα­λισμέ"η ζάχαρη και γραμμένο τ' δ"ομα άπά"ω: ΛΛΕΞΗΣ ΖΟΡΜΠΛΣ μΑ κα"έλα και μύγδαλα Κοιτάζω τ' δ"ομα κι

Trang 13

δλομεμια, τινάζεται ι) δάλασσα ι) λουλακιά τη, Κρήτη, καΙ συΥκλύζει το μυαλό μου ΛόΥια, ΥΙλια, χοροl, μεδt'Jσια,I'1-νοιες, σΙΥαλινέ, κουβΙντε, το δειλινό, μάτια καταστρόYΎVλα πον τρυφερά καΙ καταφρονετικά στυλιmιoυνταν dπάνω μου,

σά νά μέ καλωσόριζαν κά-θε στιγμή, σά νά μέ dπoXαιρετoV­σαν κά-θε σΤΙΥμή, γιά πάντα

Κι 8πως οταν κοιτάζουμε το νεκρικο καταστόλιστο δΙσκο κρεμιου."ται dρμα-θιέ, σά "υχτερίδες κι dlle, μΙσα στή σπη­λιά της καρδιάς μας δt'Jμήσες, 8μοια, χωρίς "ά το -θΙλω, πε­ριπλiχτηκε άπο τή." πρώτη στιγμή μέ το." ίσκιο του Ζορμπό

κι [."ας άλλος ίσκιος πολυαγαπημΙ."ος, καΙ πΙσω του, dπρoσ­δόκητα, [."ας άλλος άκόμα, μιάς ξεπεσμΙνης, χιλιοβαμμένη" χιλιοφιλημέ."η, Υυναίκας, πον τή." εΕχαμε συ."α."τήσει μέ το Ζορμπά σ" ένα dμμουδερο άκρογιάλι της Κρήτης, στο Λιβυ­

κο πέλαγο

Σίγovρα ~ καρδιά τov dν-θρώπου εΙ."αι ένας κλειστο, λάκ­κος αΙμα, κι αμα dJJolEBt τρΙχουν νά πιov." καΙ νά ζωντα­νέψουν 8λοι ΟΙ διψασμένοι dπαρηγόρητoι Ισκιοι, πον δλοένα καΙ πυκνιmιoυ."ται γύρω μας καΙ σκοτεινιάζουν τον άγέρα Τρέχουν νά πιουν το αΙμα της καρδιάς μας, γιατΙ ξέρουν πως ολλη ά"άσταση δέ." υπάρχει Κι άπ" 8λους πιο μπροστά τρέχει σήμερα δ Ζορμπό.ς μέ τΙς μεγάλε, δρασκελιές του κι dναμερΙζει τονς dllov, Ισκιου" γιατ/ ξΙρει πως γι" αυτόν γΙνεται σήμερα το μ."ημόσυνο

Α, τov δώσουμε λοιπο." το αΙμα μα, νά ζwν'fανιψιι • Α, κάμουμε 8, τι μπορoVμε "ά ζήσει λίγο άκόμα d lEn.lato, αlι­τος φαΥάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικά, κι άλή-της ·1-1 πιό πλατιά ψυχή, τό πιο σίγουρο

σώμα, ή πιο λεύτερη κραυγή πού

γ."ώρισα στή ζωή μου

13

Trang 15

Τ ΟΝ IIPΩTOΓN~PIΣA ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΕΙΧΑ ΚΑ· τέ6ε: στό λιμ.iνι '1'« πΖρω τό 6~r;6pt γι* τΥιν Κρήτη ΚΙν­τι\lε '1'« ~'fjμερώσιι ·Έβρεχε Φ\ισοΟσε ~υν~τ~ σoρι:ιx:ίocσ χι ι­φτ~ν~ οΙ πιτσιλι~, τ-η, θ:xλ~σ~~, στό μιχρό X~l'ινεδZxι Κλιι­στ~, οΙ τ;cσμόπoρτι" μυρι;ε 6 «yipilt' iYθpώttty'fj 66χcσ χlιΙ φcσιπ6μYIλo 'Έx~νι δξω χρύο Xiltl τι1 τ;Ζμιll ιΙχιιν πιιχνισα!

«πό τΙ, ιiνzσις Ilέντ'ιει θCΣI.cσσσινOΙ ξενυχτισμίνοι, μ~ τΙ,

Xilt-l'ιτιΙ, «πό ΎιOότριχ~ φ~νέλι" Ιπινιιν χιιφέοι; χllΙ 1'1ιιπ6μΥΙ­λll χιιΙ xoΙτ~;cσν ιiπό τ« θiltμπcιιμiνilt τζ:ίμιCΣ τ~ θ:ίλcσσσαι

σχορπιοί, τιί σελ«χιαt, ΥυρνοΟσαιν ιΧπό τΙ, νuxtIptyt, Ιπιδρο­

μΙ, το\l, νιί χοtμ'fjθοσν :Ξ:'fjμέρωνι

Ή τ;cσμόΠOρταt 4νοιεε' Ινcσ, χοντό" τcσycσριcσσμένo, λιμcσ, ν:ώττι, μπijxε' εειπούφωτο" ξυπ6λυτο" δλολ«σπωτο, -~E Kωστcσντή, φώνiltξε Ιν~, Υέρο; θCΣI.cσσσόλuxo, μΙ γCΣΛIi­ζιcσ πcστcστoύxcσ, τΙ yίνεσCΣΙ, μπρέ ;

Trang 16

-Ή ζω~ ιΙνιχι Ιαόβιιχ, ιΙπι Unoto~ μoυατιxxcxλ~~, πού ιΙχι χ:Χμει τΙ, φιλοαοφιχΙ, του anou8t~ στ~ν Κα:ρα:Υχιόζ1j' !σόβια:,

~νιiθιμιi 't1j Ι

rλυx~ Ύα:λα:ζοπριίσινο φ&, περΙχυσι τιΧ 6ρώμιχα: τζ&μια:, μπfjΧΙ χι α:ύτ~ στ~ χα:φενιΤο, χρεμιίσΤ1jΧΙ σε Χ'ρια: χα:Ι μύτl,

χα:Ι χούτιλα:, π~81jει στ~ τζιίΧι, πfjρcxνφωτιci: οΙ μπoτίλιε~ Τά: ήλεχτριχά: lχι:ι:αα:ν τ~ 8ύνα:μ~ του" ΙΙπλωσι 6 μα:χμουρ­

λ~~ ε:xyρυπνισμΙνo~ xα:φετζ~~ τ~ χΙρι χα:Ι τιi 'σβφι

Μιά: σΤΙΎμ~ αιωπ~ Τά: μιiτια: δλα: σ1jXώθ1jXιχν χα:Ι χοΙτα:­

ξιχν δεω τ~ λιχσπωμΙν1j μΙριχ .• Αχούστηχιχν τα: Χύμιχτιχ που σποΟσιχν μουΥχρΙζοντα:, χα:Ι μΙσιχ στ~ν xcxrpavt μεριχοΙ να:ρ­γιλέ8ι~ που Ύουργούριζα:ν

ΕΙχιχ χlZρφΦαιι τi μτιιχ ~νtΙXΡIX στη ΜCXΎρη πλώρα: μι­Ύιίλου βιχποριοο, βουλιΙΧΥμ!νου ~x6μιx ~πlι τφ xoυπιxατ~ χlZΙ

u'tcI) μiσlZ σt~ Wx'tcx "Εδριχι χι Ιβλιπιχ τιi ν~μιxτIX tfj~ δρα­

Trang 17

~πo-χχιρετ'ήσω ΒΡΟΧ1] θυμουμσιι πciλι χσιΙ χρύο χσιΙ ξ'Yjμερώμιχτιχ'

χι fι χιχρδια πciλι φούσχωνε cXντσιρεμέν'Yj

ΦιχρμciΧΙ δ αργος αποχωρισμt.ς απο τους &:νθρώπους που αγιxΠιiζ χσιλύτεριχ να Χό6εις με το μχχΙΧίρι χΙΧί να μένεις πά­

λι δλομόνσιχοι;; στο φυσιχο χλίμσι τoCΊ ανθρώπου, σΤ11 μονΙΧξιά 'Όμως, Τ1] βροχεΡ1] lxEiv'Yj ΙΧύγ'ή, δεν μπoρoCΊσιx να ξεχολλ'ή­

σω απο το φlλo μου (' Αργότεριχ ~νιωσσι, αλίμονο πολυ αρ­

γά, το γιιχτί.) ΕΙχιχ ανέβει μχζί τ~υ στο βιχπόρι χσιί Χάθου' μουν σΤ1]ν χίχμπίνα του, ανιΧμεσα απο τίς σχορπισμένε; βΙΧλΙ· τσες Τον χοί ταζα ιiργά, έπίμονα, δταν πρόσεχε αλλοσ, σα νά 'θελα να σ'Yjμιχδέψω lνσι lνχ τα: σουσούμι α του - τα φωτερα γαλαζοπράσινα μιΧτια, το παχουλο νεανιχο πρόσωπο, Τ1] φΙνα περ'ήφαν'Yj ~xcppaa'Yj χι απάνω απ' δλα τα μιχχροΜχτυλΙΧ αρ· χοντιχα χέρια του

Μια σΤΙΥμ1] πρόφτασε Τ1] ματιά μου να σούρνεται ά:ρπιχ­χτά, βυζαχτά, απάνω του' atpιXcp'YjxE, με το περιπαιχτιχο ϋφ~ς που Ιπαιρνε δταν ~θελε να χρύψει Τ1] συγΧίνφ'ή του Με Χ6· χεψε' χατιΧλαβε ΚαΙ Υια να ξεστρατίσει Τ1] θλίψ'Yj του χωρι·

σμου:

-"Qς πότε j με pώt'YjaE χαμογελώντας εΙρωνιχιΧ

: Τί ως πότε j

- θα τριί)ς χαρτί, θα πασσιλείφεσαι μελάνια j 'Έλα μαζί μου' έχε! πέρα, στον Κιχύχα?ο, χιλιάδες απο t1] ράτσα μα; χιντυ' νεύoυν'lλα να τούς σώσουμε

Γέλασε, σα νά 'θελε να χοροϊδέψει Τ1]ν αψ'Yjλ'ή του πρόθεσ'Yj

- Μπορε! βέβαιιχ να μ1]ν τους σώσουμε, πρόστεσε' μα θα σω· θουμε έμετς προσπαθώντας να σώσουμε 'Έτσι δεν εΙναι ; Αύ­

τα δεν Χ'Yjρύχνεις, οιΧοχαλέ μου j «'Ο μόνος τρόπος να σώσεις τον Ιιχυτό σου εΙναι να μιΧχεσαι να σώσεις τους ιΧλλους »

Έμπρός, λοιπόν, οιΧσχαλε που δίδσισχες .'Έλα!

Δεν αΠΟΧΡ(θ'Yjχα 'Άγια, θεογενν'ήτρα Ά νατoλfι, αψ'Yjλα β~ι]I;ά, χραυγ1] του Προμ'Yjθέα χσιρφωμέν'Yj στο βράχο Καρ ψωμέv'Yj τα χρόνια έχεΤνα fι ριΧτσχ μιχς στους !οιους βριΧχους, ψώνσιζε Κιντύνευε' φώνσιζε πιiλι lνσι Υιό 't'YjI: να Τ1] σώσει

17

Trang 18

- Γειct oou, χα:ρτοπόντικχ ! εί πε περγελα:χτct, ΥΙιΧ ν& κρύψει

τή ouyxtvηoij tou

Τό 'ξερε χα:Η πω;; Υιτα:ν '/ΤΡr:Jπη νιΧ μήν μπ')ρεΤς ν& έξ')'J­σιχσει;; τήν κα:ρδιιΧ oou Δ:iχρuα:, τρυ:ρεριΧ λόγια:, ιiXIXt:iotIX­τες χερονομίες, λΙΧϊκες r:Jικειότητες, του φ:iντα:ζα:ν ιiσκΎιμιες ιiνXξιες του α:νθρώποu Ποτέ, εμείς π')ύ τόσο άΥα:πι')ύμα:στε, δεν ε!χιχμε στιχuρώσει εν" τρuφερο λόγο' πα:ίζα:με κα:ί τσχγ­ΚΡr:Juνιούμιχστε σα: eEpt:i Αυτο; φίνος, εΙρωνικός, πολι τισμέ­νο\;" εΥω 6:iρ6ΙΧΡος Αυτος σuγκρα:ΤΎjμένr:Jς, εξα:ντλώ'/τχς ~νετ::ι δλα: τα: φιχνερώμο:το: tij; ψuχijς t')u γύρα: άπο το χο:μόΥελr;;' εΥω άπ6τομος, ξεσπώντο:ς σε άνιΧρμοστ') άπολίτιστο γέλιο 'Έκο:μο: να: κα:μοuφΗΡω κι εΥω μ' εν:χ σκλΎjΡO λ6γο tijv

τα:ρ:χχή μr:JU, μ& ντριXΠΎjΚx 'Όχι, δεν ντρχπηκα:' δεν μπόρεσχ 'Έ':Jφιξ:Χ το χέρι tou' το xpxtr:Jua:x χ:χΙ δεν το ιiφψo: Με κ')(­τα:ξε με άπορί:Χ

- ΣuγκίνησYj ; μου Εκα:με ΠΡr:JσΠΧθώ'/τχς να: χxμoγελ:iσει

- Ν ο:ί, του άΠOκpίθΎjΚX ijouxiX

- Για:τί ; Δεν ε!πιχμε, χρόνια: τώρ:χ δεν ε!χχμε μείνει φωνοι ; πως το λεν οΙ Για:πωνέζοι πού cXγrxΠιiς; Φουντόσιν!

σύμ-, Α πΧθεια:, άτιχρα:ξίο:, το πρόσωπο χχμογελούσχ άκίνΎjΤΎj μ:Χ­σκα: Τί Υίνετ:χι πίσω άπο τή μιΧσκ:χ, οικός μα:ς λογα:ρια:σμός

- ΝΙΧί, α:ποκρίθΥΙΚΟ: πιΧλι, πρ')σπ:χθώντα:ς να: μήν ξα:νοιχτω σε χχμι& μεγ:iλΎj φpXσΎj - δεν ijμr:Juν 6έ6Χιο;; πω;; θ& μΠr:Jρουσα: ν& κu6εΡνήσω τή φωνή μοu, να: μήν τρέμει

Το γχ.Ονγχ άχOίισΤΎjχε στο 6α:π6ρι να: οιώΧ'/ει α:πο' κα:μ·

πίν:χ σε χα:μπίνιχ τούς επισχέφτες Σιγ66ρεχε Ό άγέρ:χς γιό­μισε λόγιιχ πΙΧθΥΙτιχ& του χωρισμ')υ, ορχοuι;;, μrxχΡ6σερτα: φι­λι:Χ, γοργες λο:χιχνια:στε; π:χρα:γγελίες WΕπεφτε ~ μιΧν:χ ':JtG

Trang 19

';':~, '(1 γυν(Χίκιχ στον άντρ:ι:,6 :ρίλ'); στο φίλο Σi vi χώριζ(Χ'; '(~i r.:Xyt(X· σά: νά: του; θύμι;ε, δ μικρο; ετοστος χωρισμός, τ~ ΜεγιΧλο Κι δ γλυκότιχτος &χος τοΟ γκoVΓx ξ(Χφνικά: άντιλιΧ· λφε, πρύμνιχ πλώριχ, μέσ(Χ στον c.ypov &γέριχ, σ,χ νεκριχιά: κιχμπιΧνιχ

άγιiΠ1) »

Δυο τρεΙς φορές; &νιχπετ:iρ~σιχν τά 6λέφιχρ:i τΟυ Με χοί­τ~εε n:iAt Κατ:%λιχ6ε πως ~μoυν πολυ θλιμμένος χιχΙ δίστιχσε νά: μετιχχειριστεί τ' άγΙΧΠ1)μένιχ μ:ι:; δπλιχ - το γέλιο, το περ· γέλιο

- ΚιχλιΧ, είί'.:ε Δωσ' μου το χέρι σου' Giv lνιχς; άπα τοΙΙς; δυ6 μ~ς 6ρεθεί σε κίντυνο θιχνάτου

ΣτιχμιiΤ1)σε, σά: νά: ντριiΠ1)κε 'Εμείς που χρόνιιχ περγελού­σιχμε τΙς μετιχψυχικες α;ύτες &εροδρομίες κ~! ρίχνιχμε στο., Ειο λιiχχο χορτοφάγους, πνεμ~τιστέ;, θεοσ6φους; χι εχτοπλά­

~ίσxετιxι Σύμφωνοι;

19

Trang 20

"Έχcxμε να: γελιΧσει, μα: τα: χείλια: του λες x~ 'Ijtcxv πα.γω­μένcx, δεν χουν~θYjχcxν

- Σύμφωνοι, είπcx

Ό φίλ-:;ς μου φο6~θYjχε μΥιν πcxρcx:ριΧνYjχε 1ι τα.ρα:χfι του, xcσι

πρόστεσε fSLcxottX&:

-Δεν πιστεύω 6έ6α:ιcx σε τέτοιες ένcσέρ~ες ψυχικες συγκοι­νωνίες

- Δεν πειρfζε~, μουρμούρ~σcx' ιiς είνx~

- Κα:λα: λοιπόν, ιiς ElYCXL' ιiς πcxίςουμε Σύμφωνοι;

- Σ:Jί.1ψωνοι, cXποχρΙθYjΚCX παλι

Αότ:i 'Ijtcxv t:i τελευι:;ι.ία: μα.ς λόγια: Σ:ριςcxμε cXμίλYjΤΟΙ τΟ:

χέριcx, lσμιςcxν τα: 8ixtUAcx A_xtcxp~ot:X, xiliptocxv cXπότομcx, κι ΕψυΥα: -rpYιropcx, χωρΙς να: atpcxrpGJ πίσω, σα: να: με XUYYjyoo- vcxy "Έκα.μα: να: "(υρΙσω το κεφιΧλι νιΧ δω το φίλο μου otEpvij

ΨΟΡf, μ:i κρcxτ-ήθYjΧCX «M1j γυρίσεις! πρι,Sστcxςcx άπο μέσcx μου' ftιXVEL

'Όλο λιXooτYj 1ι ψυχΥι του ιΧνθρώπου, cXδούλευτYj, cXπελέκYj­

τη, με χοντροκομμένες άκόμα: χωριιΧτισσες cx!σΤYjσες, xcxt τΙ- oτotcx κΧθαρό, σίγουρο, δεν μπορε! να: μcxντέψει' ιiν μιΧντευε, π6σο otcxrpopEttxo; θιΧ "τ «ν δ χωρισμος έτοστος!

η φως πλήθcxινε, τα: ουο πρωινα: lσμιγcxν, το cXγαΠYjμένο ΠΡl­σωπο του φίλου μου, τό "6λεπα: κcxθcxρότερcx τώρα, βρέχουν­τ:χν cXaiAauto, θλιμμένο, μέσα στόν ιΧγέρα τοΟ λιμcxνιου Ή τ;αμόπορτα: του καφενέ άνοιξε, μΟ:Jγκρισε 1ι θιXAaoacx, μπΥίκε μέσα iva; θα.λcxσσινΟς ιΧνοιχτοσΧέλης, κοντοπόδαρος, με κρε­μ:χστα: μοuστcXκιcx Φωνες χα.ρούμενες ςέσπcxσcxν:

Στριγμώθτικ.α στΥι γωνιιΧ μου, πρόσπάθτισα να: συγκενψώ­

σω πάλι τΥιν ψυχή μου' μα: το πρόσωπο του φCΛoυ μου είχε κιόλα λιώσει μέσα στΥι 6ροχή, χάθ'Yjχε

Ό κcxπεΤcXν ΛεμονΥι, είχε 6"(ιΧλει το κομπολόι του κι lπcxι­

ζε ~συχoς, 6CXΡύς, λΙΥομ!λYjτος Mιiχoυμoυν να: μΥι 6λέπω, να:

Trang 21

μην cXΧr.JUω xιxt νιΧ xρ:χτfισω ιΧΧόμιχ τ' δριχμιχ που χιiνoυντιxν ΝιΧ ςιxν:χζ~σω πιiλι το θυμο τ;ου με εΙχε xυριέψε~ τότε, δχι

το θυμ""6, την ντρoπ~, δτιχν μ'lχριχςε δ φιλο.; μου «χιχρτοτ;όν­τιχιχ» ΕΙχε δίχιο! ~γω που τόσο ιΧγιχποΟσιχ τη ζω~, π/ί)~ ε!­ΧΙΧ μπλεχτεΤ, χρόνιιχ τώρα:, στιΧ χιχρτιιΧ xιxt στιΧ μελcXνιιχ! Ό φίλo~ μου, τη μέριχ ~κείνrι τοΟ χωρισμοο, με 6όrιθrισε νιΧ ο/ί) xιxθιxριi Xιiρrιxιx· ςέρoντιx~ πιιΧ τ' δνομιχ t'ij~ xιxXOμOtριιX~ μου, μποροοσιχ !σω~ ευκολώτεριχ νιΧ τη νικ~σω ΣιΧ νιΧ μην j]tιxv πιιΧ σκoρπισμένrι, ιXσώμιxτrι κι !πιιxστrι· σιΧ 'JcX 'χε πcXρει σ/ί)­μιχ, κιχι μοο ήτιχν τώριχ εύκολο νιΧ τ;ιχλέψω μιχζί τrι~

Ό σκλrιρo~ λόγo~ ιχυτος του φίλου μου κουφο8ρομοσσε μέ­σιχ μου, κι ιΧπο τότε γΙΙρευιχ νιΧ 6ρ/ί) άφορμη νιΧ πιχριχτΥισω τιΧ χιχρτιιΧ κιχι νιΧ ριχτ/ί) στήν πρ:iςrι ΣιχιχΙνουμουν xιxt ντρέτ;ου­μουν νιi 'χω πνεμιχτικό μου oZκόσrιμo το ιiθλιo ιχυτο τρωχτι­

κο ζ/ί)ο Kιxt πρΙν ά;πο lvιx μ~νιx 6p'ijxιx την εύκιχιρΙιχ· 'Ι'.Ι(κιιχ­σιχ σ' Ινιχ κprιτικo cXxPOyttXAt, προς το Λι6υκο πέλιχγο, lvιx πιχ­pιxτrιμένo όρυχε!ο λιγνίτrι κιχΙ κιχτέ6ιχινιχ τώριχ στ~ν Kρήτrι, νιΧ ζήσω με &πλου; ά;νθρώπου;, εργιiτες, χωρt:iτες, ILΙXxptιX cX-

πο τή συν'.lμ'.lτιχςΙ:χ τ/ί)ν χιχρτοπόν.ιχων

Έτoιμιiστrικιx νιΧ φΙΙγω κι ημουν πολύ συγκινrιμένoι;;, σιΧ ν2 'χε κtXΠΟΙΟ τ;ι:ιλυ χ?υφο ν6rιμ:χ το τιχςί5ι μου ετουτο· μέσιχ μω εΙχιχ ΠtXρει :xπόφιxσrι ν' ά;λλιΧςω atp:itιx «"Ως τώριχ, Ψυχ~ μου, lλεγιχ, 16λεπες τον (σκι? κιχι χόρτιχινε;· τώριχ σε π:iω στο κρέΙΧι;; »

'Ήμουν ~τoιμoς· τrιν πlXριxμoν~ τοΟ μισεμοΟ, ψιiχνoντιxς τιΧ χιχρτιιΧ μου, 6pjjxιx Ινιχ μισοτελείωμένό χερόγριχφο Το ιXνιxσrι­κωσιχ στιΧ χέριιχ ILou, το ςεφΙΙλλισιχ oιστιiζoyτιxς Δυο χρόνιιχ τώριχ στδ σπλιiXνo μου μιιΧ τιxpιxx~, μιιΧ λιxXΤιipιx μεγιiλrι,

νιχς σπόρος: δ ΒοΙΙΟιχς Τον lνιωθιχ ι%κιxτιiπιxυτιx μέσιχ μου νιΧ τρώει, ν' ά;φομοιώνει, νιΧ δένει ΜεγcXλωνε, λιiXτιζε, !ρχιζε 'ι/ιΧ κλοτσιχει .0 στjjθος μου νιΧ φΙΙγει Kιxt τώριχ δε μοο 'κιχνε κιχρ­διΙΧ νΙΧ τον πετιiςω' οεν μποροΟσιχ ΥΗτιχν κιόλιχ πολύ ιΧρ"(ιΧ "(ιιΧ μιιΧν τέτοιιχ πνεμιχτικην ά;π060λή

Μι:Χ στι '(μ~, Ιτσι που κριχτοΟσιχ το χερόγριχφο

ιΧνιχποφcXσι-21

Trang 22

:Jταζ, το χαμόγελα το::ί 'fίλ~υ μ~:.ι δι:iνεψε στον ιiγέρα, δλα ε:· ρωνεία καΙ τρυφερότητα «θα το πιΧρω ! εΙπα πεισματωμένας' δεν το φα6ασμαι, θιi τCι ΠcXρω, μη χαμαγελάς!» Το τίιλιεα με προσαχή, σιi νιi 't:JAtyιx στΥι 'fιxaXLcX του 6ρέφΟζ, και το πήρα

Ή φωνη ταυ καπετάν Λεμονη cXΚ":Jστηκε 6α.ριΧ, 6ρα.χνια.σμέ­

νη 'Έστησα τCι αυτί· μιλοσσε γιιi τά τελώνια α~ είχα.ν πιι:.ί·

:JEt κι άγλειψαν, μέ:Jα στη 'fOtJPtαίIνιx, τα κατΧρτια το::ί 6ιαυ ταυ

κα.ρχ ΜαλακιΧ, γ~oιτσεpιX, τα ιιΧ·/εις κα.ι τά χέρια σο:.ι γιομώ­ναυν ψωτιές' πασιΧλειψα τά μα:.ιστιΧκια μαυ, κι ελη τΎI νύχτα γυιΧλιζα σα διιΧαλας Μπήκε λοιπον παu λέτε fι θ:Χλα:σσα: στο καριΧ6ι, μαυσκείιτηκαν τα κΧρ6α:.ινα ποu ήμουν ψαρ τωμένος, 6OCρυναν Το καρOC6ι άρχισε νσ γανα.τίζει, μιi f6ΙXΛE δ θεΟζ το χέρι του, fριξε το ιiστραπελέκι το:.ι, fσπασαν τά παρτέλα, γέ­μισε fι θάλασσα ίtιXρ6oυyo Το κα:ριΧ6ι ξαλιΧφρωσε, πήρε ιiπά­

νω, γλιτωσα ΠιΧει κι αυτό!

'Έ6γαλΙΧ ιΧπο τΎlν τσέπη μο:.ι το μικρό μαυ Ντχντε το

~υνταξιδιώτη· άναψα την πίπα μα:.ι, ιiχoίιμπησα στον ΤΟίχο, 60λείιτηκα ΚιχμπιΧνισε μιιi στιγμη 'ή πεθυμιιΧ μου· ιiπo ποσ

./ ιiνιxσίιρω τοuς ιiθιXνα.τoυ; στίχου,"; , Απο την XΙX'JtTj πίσσα τής Κόλασης, ιiπo τη δροσιΧτη φλόγα του Κα:θα:ρτήριου ~ νιi χιμή­

ξω δλο'ισια: στ6 r.tO άΨ·ηJ.~ ϊ.ιΧτωμα τής Έλr.ίδα.; του ιiνΘpώ­που; ''Ο' τι θέλω δια:ι.έγω Κρατα::ίσα το μικρoσκ~πικ6 μου Ντc.(ντε, xα.:ρ~υμoυν τη λευτεριιΧ μου Ο[ στίx~ι r.ou θi διOCλε­

γα πρωι πρωι θιi ρύΘιιιζαν τΥι μέρlχ μου δλη

'Έ'3κυψα στο πυκν6τα:το Cρα.μα να πιΧρω άr.ό'frι.ση, μιi δεν r.p6Aιx6ιx· δλoμεμιιi;, ιΧ.".llσ:.ιχος, σήκωσα το κεφάλι 'Ένιωσrι., (;εν ξέρω πως, σα ν' ιiναί γο:.ιντιχν δυο τρίιπε; στΎι ν κορψη το::ί κεφα.λΙΟ::ί μαυ· στριXφrικα cXπόταμιχ, κοίτΙΧζα π:σω μου, κιχτά τΎιν τζιχμόπαρτιχ ' Α'3τραϊ.η πέρlχσε το νοίί μου 11 έλ πίδιχ : «θχ

εω πάλι το φίλο μαυ.» 'Ήμαυν ετοιμΟζ να δεχτω το θάμιχ Μά

"{ελocστηκιχ' ενα.ς γέρος, έξψτxπενΤιXρrις, πα:νίιψηλο,.,

Trang 23

ξεριχκια:-',6;, με γοuρλωμένcx τ± μάτιιχ, είχε κολλήσει το μοστρο to'J στ~ τ;άμι κιχ! με κοίτΙΧζε Kρ~τoOσε: εν~ μικρο πιτιχκωτο μπ6γο κάτω άπο τη μιχσκάλη

'Ό, τι άπ' δλιχ μοσ 'κιχνε εντύπωση ήτιχν tcX μfτιcx του, περγε­λιχστικά, θλιμμένιχ, ciyYιO'JXcx, l5λο φλόγιχ 'Έτσι μοσ φfνηκcxν Ευτυς 6ις εσμιξιχν οΙ μιχτιές μιχς, θιχρρείς κιχ! 6ε6ιχιώθηκε

;τως εγω -ημοuν ιχυτος που ζητοσσε, κι απλωσε το χέρι :Χπc­:ριχσιστικ± κι άνοιξε την πόρτιχ Πέριχσε άνάμεσιχ ιΧπο tcX τριχ­πέζιιχ με γοργο υ.ιχστικC περπάτημιχ κι ήρθε Κ7.Ι στά&ηκε :Χπο πάνω μου

- Ί'ΙΧξίδι ; με ρώτησε Γι± ποσ, με το κΙΧλό ;

- fLcX την Κρήτη Γιcxτί ρωτάς;

- Με πΙΧίρνεις μιχζί OO'J ;

Τον χοίτΙΧξΙΧ με προσοχή Βουλιιχγμένιχ μάγουλΙΧ, XO'~τpή μιχσέλΙΧ, εξογχωμένιχ ζυγωμιχτικά, ψιχρά κιχτσιχρωμένιχ μcxλλ ιά, μάτιιχ που σπίθιζιχν

- Γιιχτί ; τί 'ιIcX σε χάμω;

Σήκωσε τους ώμους

- Γιιχτί ! Γιιχτί ! εκιχμε με περιφρόνηση Δεν μπορεί τέλος πάντων δ άνθρωπος νά χάμει κάτι κιχι χωρις γιιχτί ; 'Έτσ:, γιιΧ το κέφι του Νά, πάρε με, ας ποσμε, μάγερcx' ξέρω χιχι φτιάνω κάτι σοσπες !

'Έ6ιχλιχ tcX γέλιιχ Mo:J άρεσιχν οΙ tOExoupιitot τρόποι χιχι τιΧ λόγιιχ του' μοσ άρεσιχν κι οΙ σοΟπες Δε θιi 'τιχν άσχημο, σuλλογίστηκcx, 'ιIcX τον πάρω μΙΧζί μοu το γέρο ετοστον κρεμιχν­

tcxH στο μιχκρινο Ιρημο ακρογιάλι Σοσπες, γέλιιχ, κου6έν­τες Φιχί νουντιχν πολυτιχξιδεμένος, πολυζωισμένος Σε6cXΧ θιχ­λιχσσινός- μοσ άρεσε

- Τί συλλογιέσιχι ; μοσ χάνει κουνώντιχς τη χοντρή του κε­φάλΙΧ ΚριχτιΧς κιχι τοσ λόγου oou ζυγιxpιιi, ε ; Ζυγιάζεις με το δράμι, ε ; Μωρέ, πάρε απ6φιχση, κιχτά: διΙΧόλου οΙ ζυγιχριές! Στέκουντιχν απο πάνω μου μcxντράχcxλος, χοκΙΧλιάρηζ, χιχι xoυpCΊζoυμoυν νά σηκώνω το κεφάλι νά: τοσ μιλω 'Έκλεισιχ τον Ντάντε

23

Trang 24

- Τε δουλειιΧ χιχνεις; j τδν ρώΤΥΙσιχ

_ΟΌλες τΙς; δουλειές;' τοσ ποδιχριοσ, τοσ χεριοσ, τοσ χεφΙΧλιοσ, δλες; Αυτό μιiς lλειπε τώριχ XΙXL vi διΙΧλέγουμε

- Ποσ δούλευες τώρσc τελευτιχ!ιχ ;

- Σ' lνιχ μετΙΧλλε!ο ΕΙμιχι, νιΧ ξέρεις;, ΧΙΧλός; μινιχΜρος;' λΙΧ6ΙΧίνω ~πδ μέτΙΧλλιχ,6ρίσχω φιλόνιιχ, ~νoίγω γΙΧλιχρίες;, χιχ­τε6ιχενω στιΧ ΠΥΙγάδιιχ, δε φο60σμιχι Δούλευιχ ΧΙΧλά, lxιxvιx τον ιiρχιεργιχτYI, πιχριχπονο δεν εΙχιχ' μιΧ νά που δ διάολος; l6ιχλε την oυριi του Τό περσισμένο Σσι66ιχτό6ριχδο ~ρθιx στό Χέφι, xιxt μιιΧ xιxt δυό χινώ, 6ρΙσχω τδν 1διοχτήΤΥ) πού 'χε lρθει Ιχεί­νΥ) τΥι μέρσι νιΧ μιi;; Ιπιθεωρήσει χσιΙ τδν σπάζω στό ξύλο

ΕΙχιχ οιΙΧ6άσει πολλους; δρισμους τοίί νου του ιΧνθρώπου' τουτος; μοίί φιiνYIxε δ πιό xιxτσcπλYIχτιxό;, xιxt μου c!paaa Κο!­τιχςιχ τόν χιχινούριο σόντροφο- τό πρόσωπό του ~τιxν γεμιiτ:)

ζάρες;, σχιχλισμένο, σιχριχχοτρυΠΥΙμένο, σιΧ νιΧ τό 'χιχν φάει ti

λιo6όρισc χι οΕ 6ροχές; <Ένιχ ιiλλo πρόσωπο; f}στεριχ ιΧπό λίγσc χρόνισc, μου 'χιχμε τΥιν Ιδιιχ ΙντύπωσΥΙ, δουλεμένου, δυστυχισμέ­νου ςόλου: τδ πρόσωπο του llιxvιxtt ΊστράτΥΙ

Trang 25

- Kιxt 'tL lXEL; o't~y μίoόγ~ ; Τρόψιμιχ ; ροσχιχ ; έργΙΧλείΙΧ ;

Ό σόνψοψός μοι) σ-ήχωσε 'tou; ωμοuς, γέλιχσε

- Πολλα ψρόνιμος μοσ ψΙΧίνεσιχι, είπε, xιxt να με σuμπιχθιiς ΧcXιδεψε με 'tιx μιχχριi σχληρχ 'tou OcXX'tuAιx 't~y μίο6γο -'Όχι, πρόσ'tεσε· εΙνιχι σιχντοόρι

- Σιχντοόρι ! Πιχίζεις σιχντοόρ: ;

- <Ότιχν με σψίξοuν οΙ ψτώχειες, γuρίζιι) 'tou; χιχψενέδες xιxt πΙΧίζω σιχντοόρι 'fpιxyouoIi> χι6λΙΧ xcX'tL πιχλιοuςχλέψτιχοuς σχοποός, μιχχεΟονί'tιχοuς Κι ίiστεριx 6γcXζω δίσχο· νχ, 't0

σχοσψο 'tou'tov, χιχΙ μιχζεόω ΟεχcXρες

- ' Αλέξη Zopμπιi Με λένε κιχΙ Τελέγριχφο, για vi με ξοuν ποό 'μιχι μιχχρΙΙς μ:χχρΙΙς χ:Χλόγερος x:xt πί'tιχ Υι χεψ:Χλ-ή μοu Μα οεν πιiνε να λένε! Με ψωνcXζοuν χιχί Taιxxιx'taouxιx, γιιχτΙ μια ψορα ποuλοuσιχ χολοχuθόσποροuς χ:Χ60UΡν'tισμένοuς;

πειρχ-Με λένε xιxt Περονόσπορο, ytιx'tt I5ΠΟι) πι:tω, λέει, 'ti χχνω μποόλ6ερη xιxt xoupVLιxx'tc5 'Έχω χι ~λλ:x ίοιχρ:χτσοόχλι:χ, μα άλλη ωρ:χ

- Kιxt πως lμιχθες aιxv'torJp: ;

-Έγω ήμουν etxoat ΧΡΟ'ιων Σ' Ινιχ ίο:χνηγόρι τοσ χωρ:οσ μοu, πέρ,χ, o'tyj ρίζα: 'tou 'Όλυμποu, ιΧχουσιχ για πρώτη ψορi σιχντοόρι llLcXo'tYjxe Υι ιXvιxr;voYι μοu ΤρεΤς μέρες lχ:χμιχ να 6cXλω μποuχια O'tG στόμα: μου «1'( lχεις, μωρέ;» μοσ χχνε:

δ π:χτέριχς μου, δ eEG," vi συχωρέσει 'tyjv ψυχ-ή του «Έγω θέλω να μcXθω aιxvtoupt ! - Μωρέ, δεν νψέπεσ:χ: ; Κα:τσί6ελο; εΙσ:χι; οργιχνιχ θα ίοιχίζεις; -Έγω θέλω να μχ&ω a:xvtou·

ρι ! » ΕΙχα: χομπόδεμιχ μεριχi πα:ρΙΧδχχια:, για vi π:χντρευ·

τω, σαν lΡθει Υι ωρα: Πα:ιδί πρχμιχ, 6λέπεις, π:Χλα:6ός, 't~ (Χι· μα: l6Ρα:ζε, ijθελΙΧ π:χντρί για δ έρ!φης! 'Έδωχα: 15, τι εΙχ:χ χιχ: δεν εΙχιχ, χι ιΧγόριχσιχ εν:χ σιχντοόρι Νχ, Ετοστο έδω τ.οΙΙ 6λέ­πεις "Εφυγιχ μ:Χζί 'tou, πΥιγ:χ στη ΣΙΧλονίχη, 6ρήΧΙΧ Ινιχ μερ:χ·

lΙέψ'tω στα πόδια: 'tou «ΤΙ θέ,., μωρε ρωμιόπουλο ;» μοσ χΧνει

«' Εγω ~έλω να μΧθω a:xvto:JPL ! -"Ε, χ:ιιΙ γιιχτί μΙΧθέ; τ.έφτει;

25

Trang 26

στιΧ πόδιιχ μου j - Γιιχτί δ~ν εχω πιχριΧδει; νιΧ σ~ πλερώσω! -'Έχειι; μεριΧχι "(LcX aιxvtoupt j -'Έχω -'Έ, κιΧτσε, μωρέ,

κι Ιγω δ~ θέλω πλερωμή!» 'Έχιχτσιχ μιχζί του Ινιχ χρόνο χι εμΙΧθΙΧ Ό θεοι; ν' ά:γιιΧσει τιΧ χόχΙΧλιΧ του - θιΧ 'χει πιιi πε­θιiνει "Αν δ θεοι; Μζει στ~ν Πιxριiδεισo xιxl σκίιλουι;, ιiς 6ιi­ι.ει xιxl τον Pετσ~π'~φέντ"Y) Άπο τον χιχιρο που εμΙΧθα: σιχ',­τοόρι, γίν"Υ)ΧΙΧ ι!λλοι; ι!νθρωποι; 'Ότα:ν εχω σεκλέτιιχ -η Bta:v

μ~ ζορίσει fι φτώχειa:, πΙΧίζω σιχντοόρι χι &λιχφρώνω 'Ότ:χ', πΙΧίζω, μοσ μιλοσν xa:l δεν &χοόω' χι ιiν &χοίισω, δεν μΠι:J~ω νιΧ μιλήσω θέλω, θέλω, μιΧ δεν μΠι:Jρω

- ΜιΧ για:τί, ΖορμπιΧ j

-'Έ, σε6ντιΧι;!

Ή πόρτα ι!νοιξε' fι 60υ~ τήι; θ:iλα;σσα;ι; μπήχε πιΧλι στον χαφενέ, τιΧ πόδια; χαί τιΧ χέρια: τουρτοόρισα;ν ΒολεόΤ"Υ)κα: πιο 6α;θιιΧ στΥι γωνιιΧ μου, τυλίΧΤ"Υ)χα: στο πιχλτό μου, ενιωσα: ιΧ­νιχπιΧντεΧ"Υ) είιδαιμονίΙΧ «Ποσ νιi πιΧω j συλλογίσΤ"Υ)ΚΙΧ' κιχλιΧ εΙμιχι Ιδω Χρόνιιχ νιi 6αστιΧξει ~τoότ"Y) fι στιγμή.»

ΚοίτΙΧξΙΧ τον πιχριΧξενο μουσιχφίρ"Υ) μπροστιΧ μου' το μιiτι του 'ήτιχν κιχρφωμένο ιΧπιΧνω μου' μιχρό, στρογγυλό, χιχτιΧμιχυ' ρο' με Χόχχινει; φλε6ίτσει; στο &σπριΧδι' ενιωθα, με τρυποσσε ΧΙΧί μ' εΨαχνε &χόρtα;γο

- Λοιπόν j εχαμα' χι (jστεριχ j

Ό ΖορμπιΧς σήχωσε πιΧλι του, χοχαλιιΧριχους ώμους

- Δ~ 6ιχριέσιχι! εΙπε' μοσ δίνεις Ινιχ τσιγιiρo ;

ΤοσΌωχιχ ~E6γιxλε &πο το γιλέΧο του τσιχχμΙΧΧόπετριχ χιχί φιτίλι, ι!να;ψε τσ: μιΧτιιχ σο:.ι μισόχλεισιχν εδχιχρισΤ"Υ)μένιχ

- ΠιχντρεόΤΥ)Χες j

-'Άνθρωπος δεν είμαι j 'Άνθρωπος, πιΧει νιi πεί στρΙΧ66ς' επεσα χι ~γω μέ τιΧ μοίίτριχ στο λιΧκχο l5που επεσιχν χι of

μπροστινοί μου ΠιχντρείιΤ"Υ)χα Πήριχ τΥιν ΧΙΧΤΡΙΧΧίιλΙΧ 'Έγινιχ νοιχοΧίιρ"Υ)ς;, εχτισα σπ:-τι' εκ:χμιχ πα:ιδιιΧ ΒιΧσιχνιχ Mιi ιiς; εΙ· ναι xιxλιi -το σιχν-τοίιρι

-'Έπa:ιζες; σπί-τι νιΧ πιΧ'/ ο! πίκρες κιΧ-τω j

-'Έ, μωρέ, πω; :γΙΧ:'fε-τιχι πως δέ', παίζεις; χιχνένα δΡΎιχνο Τί

Trang 27

'/:Χι χυτα: πού τσαμπουνΙΧς; Στο σπίτι εΙναι σχοτουρει;, γυ· ,xίxc.ι, πχιδιά, τί θα :ρΙΧμε, πω;; να: ντυθοωμε, τί θ' &πογίνου· με; Κόλαση! Kc.ιΙ το σχνΤΟ:JΡΙ θέλει κc.ιλη xc.ιρδιιX 'Άμc.ι μου πεΙ εμένc.ι ή γυνc.ιίxα μου περίσσιο Μγο, τί καρδια: θες νά 'χω

να πc.ιι ω σc.ιντoυρι ; μχ τα Jtc.ιt<Jtc.ι πεινοΟν χαι νιc.ιoυρι ουν,

xόπιc.ισε του λόγου σου να: πc.ιίζεις ΤΟ σχντούρι θέλει να: συλ­λι:ιγ:έσc.ιι μoνάχc.ι σc.ιντoύρι - κxτάλc.ι6ες :

Kc.ιτάλα6α πω;; δ ΖορμπΙΧ; Ετουτος εΙνχι δ άνθρωπος πού τ6σον καιρο τον ζητοCiσχ κχ: δεν τον ε6ρισκα' μια: ζωντc.ιν-Yι χαρδιά, gvct ζεστο λc.ιρύγγι, μια α:κατέργχστη μεγάλη ψυχή, πού &Χόμα δεν &:ραλοχόπηκε ιXJtQ τη μάνα τη;, τη l'jjς 'fί θα: τ:εί τέχνη, ερωτας τής δμορ:ρ:άς, ιΧγνότητχ, πάθος

- ~ εργάτης ετοΟτος μο:] το ζεδιάλυνε με τα πιο ιΧπλα &:ν­fιpώπινx λόγια

Κο[ ταζc.ι τα χέρια c.ιύτα πού κάτεχα'~ να: δουλεύουν τον κc.ι­

σμα χαΙ το σχντούρι - γιομάτχ ρόζους καί χαρc.ιμάδες, πc.ι­ρxμopφωμένc.ι και νευρικά ''Aνoιζc.ιν με προσοχη κc.ιί τρυφε­ράδc.ι, σα: νά 'γδυνc.ιν γυνΧίκα, το σακούλι κι ε6γαλα'~ ενα πc.ι; λιο μc.ιγληνo σc.ιντο:Jρι, με JtA'i'j!:Jo; κ6ρδες, με προύντζινα κc.ι Ι ψιλντισένιc.ι στoλίδιc.ι κχί με μιαν κ6χκινη μετc.ιζωτY; φoύντc.ι στΥ;ν ιXκρc.ι τα: χοντρα δάχτυλΧ το χάδεψc.ιν δλο, &ργά, πc.ι­θητιχιΧ, σα: να: χάδευαν γυνc.ιίκx Κι υστερχ πάλι το τύλιζc.ιν, δπως τυλίγουμε α:γc.ιπημέ'~o σωμα μ-η μΙΧς κρυώσει

- Αυτο είναι! μουρμΟ:Jρισε με στοργ-Υι και το ιΧπίθωσε πάλι

7tPOaExtLXcX στ-ην xc.ιρέκλc.ι

οε θχλασσινοί σχουντρο:]σχ'ι τώρχ τα πoτήριc.ι τους, εμπη­χνχν τα γέλιc.ι 'Ένχς xt:JotYjaE χx~ευτικα τ-ην πλάτη του κc.ι­πεταν Λεμονjj

-''Ε, σε πψ πέντε κι g,lx, XX7tEtιXy Λεμονή, πες την ιΧλή­fιειx! Ό θεος ζέρει τί λ~xμπάδες ετΧζες στον Άι-Nικ6λc.ι!

Trang 28

να:Ιχιχ μου ΧΙΧί φώνΙΧξΙΧ: «''Ε μωρΥι ΚιχτερΙνιχ, χΙΧί vi 'μουνιχ

'Έσχιχσιχν π~λι οΕ θιχλΙΧσδινοί στα: γέλιιχ' γέλιχσε χι δ χιχ πετα:ν ΛεμOν~tϊ

- Μωρέ, τΙ θεριό Ύιχι δ &νθpωπotϊ! εΙπε Στέχετιχι δ ιXρχ~γ' γελος d:πο π~νω του με το σπιχθΙ, μα: δ νους του ΙχεΤ, oι~νιx !

Κοόνησε ΤΥΙ χεροόΧλΙΧ του στον d:yipιx

- ''Ας εΙνιχι, εΙ πε' &λλου πιxπιi τρoπ~pι ιχυτό Atϊ Ιρθουμε στ:Χ Oι'l(~ μιχς : Να: ΧΙΧθΙσω; να: φόγω ; Π~pε d:πόφιχση

- Zopμπιi, εΙπιχ χΙΧί με 6ια:tϊ xpα:τ~θηxιx να: μΥιν τον ιXρπ~ξω d:πο το χέρι, Zopμπιi, σόμφωνοι' θ~ , ρθεις μιχζΙ μου 'Έχω λι­γνΙτη στΥιν Kp~τη, θα: Ιπιστα:τεΤς τoυtϊ Ιpγ~τεtϊ Το 6p~oυ θα: ξιχπλώνουμε οΕ ουό μιxtϊ στΥιν d:μμουοια: - γυνιχ(χιχ, πιxιoι~, σχυλια: οεν Ιχω - θα: τρ/ί)με χΙΧί θιi πΙνουμε μα:ζΙ Κι σστεριχ θα: ΠIXΙζειtϊ σιχντοόρι

-"Αν lχω Χέφι, d:xoOtϊ; C2v Ιχω κέφι Να: σου οουλεόω δσ~ θέtϊ' σxλ~60ς σου! Μα: το σιχντοόρι εΙνιχι &λλο πρ~μιx ΕΙνιχι θεριό, θέλει λευτεpι~ "Αν lχω κέφι, θα: πιχΙζω' θα: τΡιχ'(ουο/ί) χιόλα: Κα:ί θα: χορεόω το ζεϊμπέΧικο, το χα:σ~πιxo τον πεν­τoζ~λη - μα: πρέπει, ξεχομμένιχ πιxζ~ριιx! ν~ 'χω κέφι Πα:­στριχοί λογα:ρια:σμοΙ' ιiν με ζop(σειtϊ, μ' lχιxσιtϊ Σ' α:υτα: τα: π~μιxτιx, πρέπει να: ξέpιιtϊ, εΙμιχι &νθρωΠOtϊ

-'Άνθpωπ~tϊ; Τι θες να: πεΤtϊ;

- N~, λεότερotϊ

Trang 29

- Πάμε, εΙπα;' στ'lSνομα; τοσ θεοσ!

- Κα;Ι τοσ οια;6όλου! συμπλf]ρωσε Υ}συχα; δ Ζορμπάι;; ΥΕσχυψε, π'ijρε πα;ριχμιΧσχα;λα; το σιχντούρι, ΙΙνοιςε τΥιν πόρο

τχ χα;Ι 6γήχε πρωτo~

29

Trang 30

Θ ΑΛΑΣΣΑ, ΧΙΝΟΠΩΡΙΑΤΙΚΗ fArKA, ΦΩΤΟΛοr­σμέν" νrισιά, δι:xψcι:νo r:έπλο ά:πο ψιλΎ) 6?OΧOόλcι: που εντuνε τ~ν ά:θάνCΙ:ΤT) γόμνι(% τής ΈλΗΟ(%ς Χ(%ρα: στον άνθρω­

ο, σuλλογΙζουμcι:ι, που άζιώθTjκε, ΠΡΟΤΟίί πεθάνει, ν' άρμενΙ­σει το Alγcι:Τo

Πολλες χcι:pες εχει δ κόσμος Ετοίίτος; - γυνcι:Iκες, φροίίτα., Ιδέες' μα; νά 'νcι:ι χινόπωρο τρυψερο κlχΙ να; σκίζεις το πέλα;ο ΕΤΟίίΤΟ, μουρμουρΙζοντ"ς τ' O'loμcι: τοίί κάθε νψnοίί, θcι:ppώ δεν όπάρχει XCΙ:Pα: που να: 6υθΙζει πεp~σσότεpo τ~ν 'Κιχρδιά; τοίί ά:νθρώπου στ~ν Πcι:pάδεισo llO'Jeevi ά:λλοσ δε μετ(XτoπΙζεσ.:x~ τόσο γcι:λTJVα; κcι:Ι πιο άνετ" άπο τΥιν &λήθει(Χ στ ο'ιεφο' τα: σόνορ" ιΧρα;ιώνουν κ"Ι τα; κlΧτ:Χ?τ~1Χ κα;Ι του πιο σ,,?:Χ61χ;'.ου κcι:pcι:6ΙOίί πετοίίν 6λcι:στoυς κlχΙ στα;φόλια;' :Χλήθεια;, Ζοώ, 'jΤ~,I Έλλάδ", το θάμcι: εΙνα;ι ι5 σίγoυpo~ άνθος 'tij.; ιΧνάγκη; Κ"Τα: το μεσημέρι iι 6ροχη εΙχε στιχμα;τήσε~, εσκισε ~ η­λιo~ τα: σόννεφα; κcι:Ι ρό6ΙΧλε δροσερός, τρυφερό,;, ν~ολοuσμ.έ­νος κα;! κιχνάκιζε με τΙς άχτΙδες του τ' ά:γlχπημένα; νερά; χlX~ χώμ"τιχ

Στέκουμουν στην πλώριχ κlΧ! περ~χα;ίpoυμoυν, ως 'tijν ~XP:l τοίί ουριχνοθάλ"σσου, το θάμα;' κ~: μέσα; στο 6(%π6ρι ΟΙ τε ,ρα;­πέριχτοι Ρωμιοί, τα: μάτι" τ' ~ρr.IΧΧτικά, τα Ψιλικα;τζ:δικα μuιχλά, οΙ μικροπολιτικοΙ κΙΧ6Υάδες, ενcι: ξεκοuροισμένι:ι r::,i-

'10, τΙμιες φιχρμα;κερες κυράτσες, μ-:;,χθηρή, μονότονη έ r;:ΧΡχ~ώ­ΤΙΚΥΙ μιζέρια; ΣοΟ ερχότιχν να πι:xσει~ το 6:xr:6pt ir:Q tl;

δυο άκρες, να: το 60υτ'ήξεις στΥι θ:Xλcι:σσcι:, να: τ·~ τινάξει; κlχΗ κιxλιi, να: φύγουν δλα; τα: ζων'IΧ',ά r.?u το μολεur:ιuν - &vIjr-G/·

Trang 31

ΠQ:, ποντίκια:, κορέοι - κα:ί vci το aVEotiaEtιo πιΧλι cXπtXνω atci

κuμα:τα:, άδεια:νο κα:! φρεσκοπλυμένο

ΚιΧποτε π ιΧλ ι συμπόνια: με κυρίέυε' μι:i συμπόνια: βoυoικ~, xpuιx, aci συμ πέρα:σμα: άπο πολuπλοχοuς μετα:φυσικους συλ­λογισμοUς Συμπόνιιχ δχι ytci τους aνθρώποuς μονtXΧιχ πιχρci κα:! ytci τον κόσμο άλιΧκερο που πα,λεuει, ψωνιΧζει, χλΙΧίει, Ιλ­πΙζε: κα:! δέ βλέπει πως l5λα: εΙνα,ι ψιχντα,σμιχγορίΙΧ του Τί­ποτα, Συμπόνια: ytci τους Ρωμ:ους χιχ! ytci το βα:πόρι κιχ! ytci

τ~ θιΧλιχσσιχ κα:! y:ci μένιχ κιχ! y:ci τ~ν Ιπιχείρηση του λιγνίΤΥ) χα:ί γιli το χερόγριχφο του «Bouoιx», γιli l5λιχ ιτουτιχ τιΧ μιi' τα:ια: συμπλέγμιχτιχ άπο !σχιο χιχί φως, που μιιΧ στιγμ~ άνιχ­στιχτώνουν κιχί μολεuοuν τον akpιx

Κοίτιχζα: το Ζορμπά άνιχκερωμένο ά;πο τη θιiλιχσσα:,νά χουρ' νιχζει κα:τσουφιιχσμένος άπχνω σε μι:iν xouAouριx σχοινιιΧ στ~~ Τολώρη Μυρίζουντιχν ~νιχ λεμόνι, τέντωνε τ~ν ιxiJtouXAΙX του, άκουγε τους ΙπιβιΧτες νιΧ πιχνουντιχι δ ~νιχς γιιΧ το βιχσιλιιΧ,

Στο νου του Ζορμπά τιΧ auyxρovιx εΙχιχν κιχτιχντ~σει πιχμ'

π iλα,ι α: , τόσο τιχ 'χε κιόλα: μέσα: του ξεπερΧσει Σίγουρα: μέ­σα: του δ τηλέγριχφος κιχ! το 6α:πόρι χ: δ σιδερόδρομος κι ij

τρεχοuμενη ήθικ~ κι fι πιχψίδ:ι: κι fι θρφκεία: θci φιΧντιχζιχν π:ι:λα:ιιΧ πολιτέμιχτιχ Πολυ πιο Ύp~γoρα, άπο τον χάσμο προ' χωρουσε fι Ψυx~ του

Σοuρα:uλιζα:ν τli σκοινιli at:i κα:τχρτια" τ' άκρογιιΧλιιχ χό· ρευα:ν, οΕ γυνα:ίκες εΙχιχν γίνει κίτρινες σιiν το φλουρΙ ΕΙχιχν πα:ριχδώσει τ' άρμιχτα: - φκια:σίδια" φουρκέτες, χτενιΧχιιχ - τιΧ χείλιιχ τους εΙχιχν άσπρίσει, t:i vux:x τους μπλιi6ισιxν MxoYj'

σα:ν οΕ κα,ριχκΧξες, lπεσιχν t:i ξένα, φτερli -κορδελίτσες, ψεU· τ:κιχ ιpρuotιx, ψεuτtκες tλιές, στηθοπχ'/ιχ - κι ltat που τΙς

31

Trang 32

6λεπες στιi πρόθυρ(.ΙC τοσ -Ιμετοσ,Ενιωθες 2'Y)Ol(.IC X(.ICi μεγάλη συμπόνι(.ΙC

Κιτρίνισε κι δ Zoρμπ~ς, πριχσίνισε, το α:στριχφτερό του μά­

τι θόλωσε Μονάχα, κιχτιΧ το δειλινό, το μάτι του Επαιξε·,ί­.πλωσε το χέρι χαΙ μοσ 'δειξε δυο μεγάλΙΧ δελφίνια που Π'ΥΙ· δ:;σσαν χαί παρά6γιχινιχν με το 6ιχπόρι

~ λάσπ'Υ) στρουφο"(υρίζει σιΧ δαιμονισμέν'Υ), χιχΙ συ απο πιΧνω

t7JC;; ΧΙΧί λές: θα: χιΧμω χανάτι, θιi κάμω πιάτο, θα: Χάμω λυ­χνάρι, θιΧ χάμω διάολο! AδΤ~ θιi πεΤ νά "σιχι άνθρωπος, σο(ί λέω: "ΕλευτερίΙΧ !

Είχε ξεχάσει τη θάλ(.ΙC(Jσιχ, GE ο:Χ"(χιχνε πια: το λεμόνι,";.) μάτι του ξεθόλωσε

- Λοιπόν; ρώτ7JOΙΧ· χιχΙ το δάχτυλο;

- Νά, μ" έμπόδιζε στον τροχό· έμπιχινε στ-η μέσ'Υ) χΙΧί μου λοσσε τα: σχέδιιχ <ΆΡΠΙΧξ(.ΙC λΟΙΠGν χι έγω μιιi μέριχ το σκε­πάρνι

χιχ ΚΙΧί δεν πόνεσες ;

- Πως δεν πόνεσιχ; Κουτσούρι εlμ(.ΙCι ; "Άνθρωπος είμιχι, σιχ Mιi μ" έμπ6διζε, σοσ λέω, στ-η Ι;;ουλειά μο:.ι· Χόψ" το λοιπόν!

πόνε-Ό ήλιος έπεσε, fι θάλιχσσιχ κάλμ:χρε λίγο, σκόρπισαν τα:

Trang 33

σόννεψιχ ' Ο 'Α ποσπερί Τ'Υ/ς xouooiJYtaE στόν ουριχνό Κοί τlXξ~ ΤΥΙ ΙΗλlχσσlχ, κοίτιχξιχ τόν Cιυρ~νό, επεσιχ σε λογισμοός "Ετσι ν' a:Ί~Πιiι;, νιi πιχ:ρνειι; τό σκεπ:Χρνι, νιi πoνιiς κlΧί νιi κ66εις

Mιi εκρuψιχ τΥι συγκίνφή μοu

- Κιχκο σόσΤ'Υ/μlχ lΧδτό, Zoρμπιi ! ε ί πιχ γελώντιχι; "Ομοιιχ χι Ινιχς άσκ'Υ/ΤΥιι; μιιi ψορ3., λεν τιi συνlXξιίρι~, είοε μιιi γυνlΧίκlχ,

σκ~ντlXλίσΤ'Y/κε, πηρε ενιχ μπlΧλ τιi

- Tc,y ΚlΧκό του τδν κ~ιρ6 ! μοσ 'κοψε τΥιν κoυ6έντ~ δ Ζορ­μπιiι;, που μιίντεψε τί θι:i 'λεγιχ Αυτό νιi κόψει! νιi χιχθει δ κουτεντέι; ! Mιi ιχυτό το 6λΟΎ'Υ)μένο ποτε οεν εμποΟΙζει

- Σlχκlχτεμένοι δεν μπlΧίνοuν στΥιν ΠlχριΧοεισο ! είπε κιχί σώ­

πιχσε

ΞιΧπλωσlχ στήν κιχμπίνιχ μου, πήριχ EYIX 6ί6λίο, δ Boόδ~ς

xu-6ερνοσσε a:χόμιχ τΙς Ιγνοιες μου· διιΧ6ιχσιχ το «Διάλογο Βούδα; κιχ! Βοσκοσ», που τιi τελευτ~Τιx ετοστιχ χρόνιιχ γέμιζε το στη· θος μου εΙρήνη κι a:aqJiXAEtlX

«'Ο Βοσκός: - Το ψιχ"ι μοu ψήθηκε, άρμεξlΧ τα: πρό6ιχτά μου· μlχντlΧλωμένο το κΙΧλύ6ι μου, a:νιχμμέν'Υ/ ~ ψωτιά μοu· κιχ! σύ,6ρέχε δσο θές,οδρlχνέ μου!

»'0 Βοόδιχς: - Δεν lχω a:viXyx'Y/ πια: a:rto ψlXγιιi κιχΙ γιΧ­λιχτιχ· οΙ άνεμοι είνιχι το κιχλΜι μου, lσ6ησε ~ ψωτιιΧ μου· κlΧ!

σό, ορέχε δσο θέι;, οδρlχνέ μου!

Trang 34

»'0 ΒοσΧ6ι;: -'Έχω 668ι~, έχω γελιΧδει;, lχω λι6Η:χ ί:Χ' τρογονιχχ χι lν~ τοιορο ποΙΙ ΠYjοiει τίι; yeAi8E' μι;;υ' χα: σ~, 6ρέχε δσο θέι;, oύp~νέ μου!

»'0 Βοόοοιι; : - Δεν Ιχω ~δι~ μ-ήτε γελ:Χοει;' δεν lχω λ:6χο

διοι Δεν Ιχω τΙποτιχ Δε φο600μιχι τΙποτιχ' χιχ! σό,6ρέχε δσo:J θέι;, ούριχνέ μου!

»'0 Βo:Jσχ6ι;: -'Έχω μιιΧ 60aXo:Jr.:otJAoι ύπιΧχουΥ) x~ί πιστ-ή' χρ6νιιχ τώροι γυνοιΙχιχ μου, x~ί χ~ίpoυμ~ι νιi ποιΙζω μ~ζί ΤΥϊ;

"'ή νόχτ~' χοι! σό, 6ρέχε δσο θέι;, ι;;ύροινέ μου!

»'0 Βι;;όδοιι;: -'Έχω μιiν ψυχ'ή ύπιΧχουΥ) χοι! λεότεΡΥ( χρό· νιοι τώροι "'ή γυμνίζω χοι! τ'ή μΙΧθοιίνω νιi πιχΙζει μ~ζΙ μι;;υ' X~! σό, 6ρέχε δσο θέι;, oύp~νέ μου!»

Μιλουσοιν liχ6μσι οΙ δυο έτι;;υτει; φωνέι;, κι δ (ίπνος με r.:ij'

ρε ' Αγέρσιι; πάλι ε~χε σΥικωΙΙετ, κ::χ! σπουσ::χν στο XPo:JuaΤXA' λένιο φενεστρίνι τιΧ xόμoιτ~ Δι%νευ:ι:, μισο στέρεο" μι σο iv%· ριοι; κοιπν6ι;, ά:νίμεσιχ ϋπνου κ~! ξόπνου Τ! κόμ~τ~ ε~χ~ν γΙ· νει φι;;ypτoόν~ δυνοιτ-ή, τιΧ λι6%διοι 60όλ:oιξ~ν, πνΙγYικ~ν τχ 66·

διιχ, οι γεΗδει;, δ τοιΟροι; Π Τιρε δ άνεμο; τΥι στέγΥ) του x~o

Au6Lo:JU, la6YjQE ~ φωτιά, laupe φων'ή ~ γυν~ίx~ χοι! σωριιΧο σΤΥΙχε νεκρ-Γι μέσσι στ'ή λ:ΧσπΥΙ Κι δ Βοσχοι; χ(νΥΙσε το Op'i'jVIj, φώνΧζε, δε" άκουγοι τί ηεγε, φώνοιζε, κι έγω γλιστροοσ:ι δλο κ~! πιο 6~θιx στον ϋπνο, ΧΥΤιΧ, σχν ψ%ρι στ'ή θ:Χλοισσ:ι

'Όταν ξόπνΥΙσσι, ξΥϊμερώματσι, το μέΥ:Χ ιΧρχοντον-ήσι άπλώνι;;υν' τ:ιν δεζ% μσι.; X~Xo:JtP%xaAO, περ-ή'fJσινο, κσι! τιχ 6o:Juvιi iXYo:Jye·

Ζύγωσα, άγΥιξιχ τον ώμι;; 'to:JU Ζι;;ρμπ:Χ

Trang 35

- Δυσχολεόουμιχι ν' ά:νοίξω το πρωΙ το στόμχ νιi μιλfισω, εΙπε' δυσχολεόουμιχι, xιxt νιi με συμπΙΧθliς

Σώπιχσε χιχΙ xιipφωσε πiλι το σΤΡ?γΥυλδ μ.χτι at1JV Κρήτ-η

Το χουδοίινι χτίιr.Yjσε γιιΧ τον ί.ρωινΟ χιχφέ "Αρχισιχν νιi ξε­τρυπώνουν ά:πο τΙς χιχμπίνες τσΙΧλιχχωμένε; χλωΡοr.ΡCΊσινε; φχ­τσες' Υυνιχίχες με χρεμιίμεν?υ; έτοιμόρροπους Χότσουι;; στρχτ.χ­ριζιχν τ ρε χλίζσντιχι;; ιXπ~ ΤΡιΖπέζι σε τριχπέζι,μίιριζιχν Ιμετο χχΙ χολ6νιιχ χιχΙ το μχτ: τ?υ; εΙχε θ.jλώσει τρομιΖΥμένο χι ~λί&ι?

Ό Ζορμπάς, χ:χθο~μενιjς ά:ντιχρό μ?υ, ρου:ροϋσε με ζωιχΥι ιΧνιχγ.χλλι:χσΥ) τ~ν χχ:ρέ τ?υ 'Άλειψε το ψωμί του 6?ίιτυρο xιxl μέλι, lτρωε "Α'ιοιξε, μέρωσε το τ:ρ6σωπό του, το στόμιχ του yλt)xιxνε Ί'δν χρυ:ροχχμχρωνχ νχ ξεΙΙηχιχρώνει ά:γιiλιιx &Υ:Χλι:χ ιΧπο τον i)r.yo xιzl tYj σιωπΥ; χχ( vi μτ:ιρμπιλεζουν ti μχτιχ του

'Άνιχψε lνιχ τσιγχρο, ροόψΥιξε με λαχτχρ:χ, ξετουλοόπωσχν τιΧ μΙΧλλιιχριί του ρουθοόνιιΖ γιχλάζΙΟ'Jς χ:χπνοίι; Λόγισε το δε­

ει του πδδι x:xl xιiθισε ιΧπ:Χνω' 60λείιτ-ηχε ιΧνχτολίτιχ:χ, μπο­ροσσε τώριχ νιΧ μιλήσει Μίλφε

- ''Αν εΙνιχι ~ "ρώτ-η tf?pi που lΡχουμ:χ: στΤιν Κρήτ-η;

ιip-35

Trang 36

χισε, μισόχλεισε τα μάτιιχ χι ιiγνxντεψε πέριχ, ιΧπο το π~ρx­

&υρο, τον ΨτιλορεΙττι πc;ΙΙ σΤfΙCΧfτάλιζε 'Όχι, δεν είνιχι 11 πρώ­ττι φορά Τό '96 έγω ήμουν ΙΙνΤΡΙΧζ ξετελεμένος; T~ "'(ένιιχ μου χιχ! τιΧ μΙΧλλιιΧ είχιχν το aλYίθιγό tc;ur; χριϊψιχ, μ:χορο χιχριχμπο­γιά Είχιχ τριάντιχ δυο δ6ντιιχ, χι οτιχν μεθοοσιχ Ιτρωγιχ 'tl)ur;

μεζέδες; χι σστεριχ Ιτρωγιχ χιχ! το πιάτο ποu είχε 'tI)U!; μεζέ­δες; Κι Ισιιχ Τσιιχ δ διάολοι; τό 'φερε χι έχείντι τΥιν έποχΥι στι­χώθηχε πάλι Υι Κρήτ:η

»'Έχιχνιχ τότε τον πριχμιχτευτή Γόριζιχ ΙX:tO χωριο σε χωριο στΥι ΜιχχεδονΙιχ, πουλοΟ":Χ ψιλιχιΧ χι Ιπιχιρνιχ, ιiντίς; γιιΧ πλε­ρωμή, τυρί, μΙΧλλί, 60ότυρο, χουνέλιιχ, xιxλιxμπόxι,τ~ μετιχπου­λοΟσιχ χΙΧί xέρ~ιζιx διπλά τη νόχτιχ, σε 15ποιο χωριο 6ριχδιά­ζουμουν, ήξεριχ σε ποιο σπίτι νιΧ χl)νέψω - IttXyta μια χήριχ πονόψυχη, ιΧς; είνιχι χαλά! 6ρίσχετιχι στό xtX&e χωριό 'Έδινιχ

το λοιπόν μιαν χου6ιχρΙστριχ 'Jj μιιΧν τσατσάριχ 'Jj lvιx φιχχιό­

λι, μιχυρο έξιχιτίΙΧι; του μιχχιχρίτη, χιχ! χοιμόμουνιχ μιχζΙ τηι; Φτήνιιχ !

» Φτήνιιχ, ιΧφεντιχό, ζωΥι χιχρισάμενη M~ ytX σου δ δι~oλoι;, χΙΧί πιάνει πάλι το τουφέΧι Υι KrTιtYI «Φτοό, ιΧνtXθεμιχ τ"ή μοίρα; μου, εΙπιχ' ιχυτΥ) Υι Κρήτη δε θα μιiς; ιiφήσει τέλοι; πάν­των ήσυχους;;» Πιχράτφιχ τίς; χου6α;ρίστρες; χΙΧί τίς; χήρες;, πi'jριχ lvιx τουφέχι, Ισμιξιχ με τοΙΙς; ΙΙλλουζ ρέμπελους; χα! τριχ-

6ήξιχμε γιατΥιν Κρήττι

Ό Zoρμπιiς; σώπιχσε Περνοόσ::ψε τώρα; ενιχ yupl)yttiAt ιΧμ­μουδερό, ήσυχο, τιΧ χόμιχτιχ Ιμπιx~νιxν χι ιΧπλώνουντα;ν στον Χόρ­

φο του χωρίς; νιΧ σπάσουν χι ιΧπίθωνιχν μονάχιχ λίγους ιiφρoιις; δλόγυρα; στον ciμμο τα σόννεφα είχαν σχορπίσει, lλιxμπε δ ήλιος; χι "rι ciyptιx Κρήτη χιχμογελουσε εΙρηνεμένη

Ό Zoρμπιiς; στράφτιχε χιχ! με χόχεψε χοροί"δευτιχά

- Έλόγου σου θοφρε!ι;, ιiφεντιxό, πως; θα χιχθίσω τώριχ να σοΟ ιiρσιδΙcXσω πόσιχ τοόρχιχιχ χεφάλιιχ Ιχοψιχ ΧΙΧί πόσα τοόρχιχιχ ιχυτιιΧ ΙΟαλιχ στο σπΙρτο - χιχθως; το συντιθοονε στήν Κρήττι

Βγάλ' το ιΧπ' το νου σου' 6ιχριέμιχr, ντρέπουμιχι Τι ytX Ύιχι αΙΙ­τΥ) rι λόσσιχ, στοχάζουμαι τώρα ποΙΙ Ι6σιλα γνώση, τΙ νιi Ύαι

Trang 37

α.ίιΤ~ fι λLιcrσα να χιμιi~ vi οιχγχ%νεις Ινα.ν άλλον !lνθρωτ:ο, π?u δε σου 'χιχμε τί ΠΟΤΙΧ, να του xό~ειι; τ~ μότΥΙ, νι.Χ τοσ πΙΧίρ­νειι; το ιχυτί, νιi του ι.Χνι:;ίγεις; τΥιν χοιλιι.Χ χΙΧί να ψωνάζεις το θεο νι.Χ χιχτέβει -,α σε 60YIHfισει - πάει νι.Χ ΠΕΙ, νι.Χ χ66ει χι ΙXύΤO~ μότες; κι α.υτιι.Χ χα.ί ν' :iνοίγει χοιλιές;; Mι:i τότε ε6ρα.­

ζε, 6λέπεις, το ιχ[μα μου, που μυα.λΟ νι.Χ ςεψιχχνίζω! οε σω­στοί, οε τίμιο! λογισμοί θέλουν fισυχίιx, γεράμιχτιχ, ψιχψουτιχ­ρίΙΧ_ 'Ότιχν είσιχι "t'ιχφΟUΤYjς;, εϋχολο ε[νιχι νι.Χ λές;: «Ν ψoπfι, πιχιδιά, μ~ διχγΧάνετε!» Μι.Χ δτα.ν εχειι; χα.ί τι.Χ τριάντιχ δυό

aot) τα δ6ντιlχ θεριό εΙνιχι δ άνθρωποι; στ~ νιάτιχ του, θε­ριό :xνfιμερo, κα.ί τρώει ά:νθρώπους!

Κοόνησε τ~ κεφάλι

- Τρώει ΚΙ :xρνιιi κΙΧί Χ6τες χα.ί γουρουν%χια., μιi ocv δε ψάει άνθρωπο, l5χι, δε χορτΙΧίνει, πρόστεσε xιxt ζοόΠΥΙεε το τσιγά­

ρο στο πιιχτάκι του χιχψέ "Οχι, δε χορτΙΧίνει ! Τί λες κα.ί τοσ λόγου σου, OOfoAoyt6tιxtE ;

, Μά, χωρίς ν:Χ περιμένει ά:πάντYj'1Yj:

- ΤΙ μπoρεί~ να πεΙς: εχα.με ζuγιάζο'tτάς με με τη μιχτιά Κιχθω; χα.ΤΙΧ).ΙΧΟιχ[νω, fι ευγενεΙιχ crou δεν τ:εΙνιχσες;, δε σχότω­σε" δεν εχλεψες, δε μοΙχεψει; - τΙ μπορε!; λoιπCιν να: ξέρεις; ά:πό χόσμο; 'Άπηχτο μυΙΧΑ?, ά:νfιλιιxγo χρέιχς μοuρμοuριtJε

- Γιά Ηγε, Zoρμπιi, τΙ :

-Έ?ω γίνετα.ι, ιiψεντιχό, Ινιχ θάμχ "Ενιχ ιiλλόxoτo θάμιχ,

χι δ νοσ; μ'.)υ σιχστΙζει 'Όλες α.ύτε:; οε ά:τιμίει;, οΙ χλεψιές, οΙ σl1α.γει; itou χάμιχμε έμε!ς οε :iντάρτες;, εψερα.ν τον πρΙγχιπlχ Γεώργι '.) "τ~ν KρfιτYI' τη λευτεριά!

37

Trang 38

Με χοίΤιΖξε με γουρλωμΙνGΙC μ:Χτι:χ, χ:χτ:Χπλ1jΧΤΟ~

- ΜυστΤιριο! μουρμούρισε' μυστΤιριο μεγ:Χλο! rtd: νιί ·ρθει λοιπον Τι λευτεριιΧ στον χ6σμο χρει:Χζουντ:χι τ6σ:χ φονιχιΧ ΧιΖΙ τ6σε~ άτιμίε~; rLΙZtt, να: χ%θίσω να: σοσ &p%διcίσω τί άτι μΙ­ε~ xιiμιzμε χιΖΙ τΙ φονιχ:Χ, θιΧ σTjχωθε! fι τρίχιχ σου Κι ~μω~ ποιο ~τιzν το άποτέλεσμιΖ ; Ή λευτεριιi ! 'ΑντΙ δ θεo~ v:i ρΙ­ξει το άστρoπελixι του νιi μιX~ χ:Χψει, μιi, δΙνει τ~ λευτεριιΧ Ι Δεν χιχτιχλιΖβιχΙνω τίποτιχ !

Με χόίτιχξε σιΧ νιi ζ1jτοuσε 60fιθειιx Τό '6λεΠE~, πoΛU τον

εΙχε τυριxννfισει το μυστfιριo έτοστο χΙΧί δεν μπορουσε νΙΧ βρε!

ΙΧχρ:χ

- Kιxτιzλιxβιxίνει~ του λόγου σου, &:ι;εντιΧό ; ρώτησε με &γω­νίιχ

Τί νιΧ χιχτΙΧλιί6ω ; Τι νιΧ τοσ πω; "Η δεν δπιΧρχει ιxutO που λέμε θε6~, ~ l θεo~ ιΧΥιΖπιΧει τα: :ι;ονιχιΧ ΧΙΧΙ τΙ~ ιXτιμίE~, ~ %U-

τιi nou λέμε φονιχιΧ χι ιXτιμίε~ εΙν%ι άπιχΡΙΧ(Τ1jΤIΧ στον &γώ­ν:χ χΙΧί στην ιΧγωνίΙΧ τοσ Χόσμου

Mιi ΠΡOσπι'θrισlX νιi βρω γιιi το Zoρμπιi μιιi ΙΧλλΥ) άπόχρισ1j:

- lIω~ ιΧπο την xoπpιιi χι ιΧπα τη βΡώμlχ φυτρώνει χιχι θρέ­φετιχι lνιχ λουλούδι ; ΠΙ~, Zoρμπιi, πω~ xoπριιi εΙν%ι δ ΙΧνθρω­πo~ χιχί λουλούδι εΙν%ι Τι έλευτερίΙΧ

- Mιi δ σπ6ρo~; Ιχιχμε l Zoρμπιi, χlΧί χτύΠYjσε τ~ γρ~θιCΊ

tou στο τρlχπέζι Για: νιΧ 't'υτρώσει lνιχ λουλούδι χρει:Χζετ:χι

l σπόρος Ποιος Ιο%λε lνσιν τέτοιο σπόρο στιi 6ρωμεpιi σπλcί­χνσι μ%~ ; χ%ί γ:%τΙ 6 σπ6FΙ;~ ΙΧ\.ιτc.ς \ld: Ilij\l πετcίει λι;υλ~:Jδι

με την χιχλοσύνη χιχ! τYι'~ τιμ:6τYjΤ:Χ; μα: \ια: θέλει σιΙμσι χ%Ι ερώμ:χ ;

Trang 39

1'JO τρείς σΤΡ~T,;~τσ~ρισμένoι :iTιO τη θά.λ(Χσσ(Χ, που χά­

~ι;,~)',Iτ:χν στο διπλιχνο τρ(Χπέζι χι επιναν τον χlχφέ τους, ζων­τ:Χ',εφc.t·/, μυρίσΤ'Υ)καν κα6γ:i χ:χί "(όργωσαν το ιχυτί

'Ο Ζορμπocς σιχάθηκε ΥΧ τ~ν π:χρακ!Χτσεύουν, χιχμήλωσε

ΤΤΙ 'fωΛJ

-"Ας τ' χ:γήσουμε !Xlιτx νχ Tι(iy στό διάολο, εΖπε 'Ότιχν τιi συλλο:-γίζουμ!Χι, μocί 'pχετ~ι νχ σπάσω δ,τι 6ρω μπροστά μου,

μι i" κcxρέκλ~ 1) μιχ Ημπ:χ fι 'tC κε:ρ:Χλι μου στον τοίχο Κ ι ()στερ:χ, τί κ:χτ:χλ:Χ6α[νω ; Τον κ:χκ6 μου τον κ:χιρό! Πλερώνω τα: σπ:χσμέν:χ η πάω στό ψαρμ:χκείο κ:χι μocί τυλίγουν με γά­ζες τ" κεψΧλι Κ ι ilv υπάρχει θεός, ε, τότε πιά, μούντζωτα!

tH με otptIXv:iEt χπό ΤΟΥ ουρα'ιό κ:χι θχ σκάει στχ γέλι~

K':i:J'tYjOE ττιν :χr.:αλάμ'Υ) tQU χπ6ΤQμ:χ, σα: νά 'διωχνε κάποια μύγ:χ Tι':iU τ~ν 6~σάνιζε

- TέA':i; πάντων! εΖ πε 6:ΧΡιεστισμέ'Ic.ς Alιτ~ που ήθελlΧ νιi

oc.O ώ ε['/:χι ετr;,οτr;, : σταν Ε'fτ:χσε τό 6:χσιλικο 6απόρι σημαι­ι;,στόλισΤQ κι αρχισ:χ'ι/ οΙ x!Xvc.YlE; κ!χι πάτησε l r.:ρίγκιπας το ,,6~ι τι:ιυ στΥlν ΚρΤιτη Eί~ε; πc.τέ σου λαο νιi ζουρλlΧίνετlχι ελι;,ς μ:χζί, γι:χτι ε[~ε τγι Atuttpt:i tc.u; 'Όχι; ''Ε, τότε, καχο­μc.ίρη μο:.ι χ:μντικό, στρα:6ό; γεννήθηκες, στρ:Χ6ός θά: πεΙΗ­νεις 'Εγώ, κ:χι χίλt:Χ χρόνι:χ νχ ζήσω χ:χι μιιiν fLr.:ouxtx μο­ν:iχ:χ κρέ:χς νχ μοϋ μένει ζωντ:χνό, αυτο το πράμιχ που είδlΧ κείνη ττι μέρ:χ δε Ιιi τό ςεχ:i.,ω Κ ι αν ήτ:χν κάθε άνθρωπος 'ι/Χ διαλέει τΥι'l lI:χρά~εισ6 τι:ιυ στόν ουριχνό, OU'fW\lCI: με τά: γοΟστα τι;,υ - ετσι πρέπει! :Χ'Jτό ΙΗ πει ΙΙιχράδεισι;,! - εγω

U:i 'λεγcι τοΟ θεοϋ: «θεέ μου, v:i Ύ:χι "ι ΙΙαράδεισ6 μου μιιΧ ΚρΎίτη γεμάτη μερτιες κ:χι σημ:Χίες' και νχ 6:χστoc αιώνιιχ 'ή στιγμτ) r.:ou π:χτάει δ :ψίγκιπα; Γεώργιος tC πόδι του στην KpijtYι TίnJtIX άλλο δε θέλω!»

~ώr.:αοε πάλι δ Ζc.ρμπάς "":.,τριψε τό μι;,υστάκι του, ξε­χείλισε gvCI: r.:c.ti,pt παγωμέ'ι/Ο νερό, τό 'πιε fLOYOPOU'fl

- Τ: έγινε, ZopfLTιoc, στΥιν Κρήτη; λέγε!

- \6γι:.ι ΙΗ λέμε; εκψε ~ Zc.pfLni; κι :iγρίεψε πάλι Μωρέ, Ε·{ι',) οι;Ο ),έω πως 6 κ6σμ':iς EtoQtc.; ε lYIXt fLuotrJptc κι δ αν-

Trang 40

ΙΙρωπο, εΙνιχι xti)vo; μεγiλo Χ τΎjνo; μεγ:Χλο χΙΧί μεγ~λo,

ΙΙε-6, 'Ένιχς χιχχοσργο, χομιτα-τζής, ποΙΙ εΙχε χα.τέ5ει χι α-ΙΙτ(ι; μιχζί μου σ:πό τη Μα:χεδονία-, δ l'ιώργα-ρος με τ' ονομα-, ΧΙ Er-

χε xιiμει τέρα:τα: χα:ί σημεία., ~να-ι;; δρωμερόι;; χοτρος, fχλα.ι­

γε «Τί χλα-Τι;;, μωρέ Γιώργα-ρε;» τοσ x~νω, ΧΙ fΤPEXIXV xcιί μέ­να: 6ρύσες τσ: μιiτια: μου «'Ι'ί Χλα-Τς, βρέ γουρούνι;» M:i c.ιύ­τός fπεσε σ:πιiνω μου xc.ιΙ δώστου να με φιλιiει χα:ί v:i χλα-ίει σιi μωρό πιχιδί Κι υστερα- f6γα-λε, α-ύτός δ τσιγχούνα-ροι;;, το χεμέρι του, φχα:ίρεσε στην rcooti του τΙς χρυσές λίρες, ποΙΙ εΙχε χουρσέψει σ:πό τοΙΙς ΊΌύρχουι;; ποΙΙ σχότωσε χι ιΧπό τ:Χ σπίτια: ποΙΙ πιiΤYjσε, χα:Ι τίς πετοσσε :ροσχτει;; φοίίΧΤΕΙ;; atGV &;-

γέρα:, Kιxτιiλα:6ες, σ:ψεντιχό ; Αύτο θ:i ΠΕ"ί έλευΤΕρία:!

ΣηΧώθηχα-, σ:νέ6ηχα- σΤ1) γέφυρα- να μέ χτυπήσΕΙ δ χα-θα-­ρος σ:γέρc.ις,

Αύτο θά πεί έλΕυτερία-,συλλογίζουμουν, ~i 'ΧΕις ~να- π~θoς, νιi μιχζΕύΕις χρυσές λίΡΕς, χα-ί ξc.ιψνιX:X να νιχ~ς το πά.θος χιχΙ νιi σxoρπ~ς l5λο τό εχει σου atGV ιΧγέρα-!

Nιi λευτερωΟΕίς ιΧπο ~να: πάθΟζ, ΙΙπιχχούοντα-ς σ' ενc.ι iHo

ιιψYjλόΤEpO Μά μήπως χι α-ύτο ~έν εΙνα-ι σχλιχ5ιά.; Να θυ­σιιiζEσα-ι γιά μιάν 1δέιχ, yt:i τη ράοτσιχ σου, για το θεό; 'Ή μήπως l5σο πιο σ:ΨYjλα στέχετιχι δ &ψένΤYjς τόσο ΧΙΧί πιο μιχ­χρα:ίνΕΙ το σχοινΙ τής σΧλα.Οιiς μα-ς, ϊ.YjδοϋμΕ τόΤΕ χ:);( r:XE-

ζουμε σέ πολΙΙ πλιχτύχωρο ~λώ'/ι, πεθα-ίνουμε χωρΙς ν& 6ρo~­

μΕ την ixpιx του, χι α.ύτ(ι tt λέμε έλεuτερία.;

Ά ί.ομεσΥιμερο φτάσαμε στο :χμμοu~ερ6 ά;χρογιiλι μα.; 'Ά­σπρη, ψιλοχοσχινισμένη &μμούδΙΧ, :iν!Jισμένες ά;χ6μα πιχροδi­ψνες, συχιές, χα:ρουπιές, χα.ί πιο πέριχ, δεξιi, χιχμηλ(ι στα-χτε­

ρό βουνα-λάχι άδεντρο, ποΙΙ εμοιιχζε μέ &να-γερτο πρόσωπο γU­νc.ιίχας' χα-Ι χιΧτω ά;πο το ΠYjΥούνι της, στο λα.ψό, περνοσσα-ν χα:στα-'16μαυρες οΕ φλέ5ες τοσ λι γνί tYj

v Ανεμος ιΧπ06ροχά ΡΥΙς 'f'JIJOUaιo, &να.ψoύφoυoc.ι σύννεφα- περ­νοσσαν με 6ιιΧση χαΙ γλύχα-ινιχ'ι, θχμπών'jντiς ΤΥΙ, τη γi)ς' Η-

Ngày đăng: 14/05/2014, 09:59

TỪ KHÓA LIÊN QUAN

🧩 Sản phẩm bạn có thể quan tâm