Ο πόλεμος είναι ένα σύμπλεγμα δραμάτων και καταστροφών για το οποίο οι περισσότεροι αποφεύγουν να μιλήσουν πέρα από το επίπεδο των δυσάλεμο επικράτησε στις «ανεπτυγμένες» χώρες η αντίλη
Trang 4Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Trang 5Κωλίττη 25, 106 77 ΑθήναΤηλ: 3836460,3302729, FAX:3839434ISBN 960-218-090-0
Trang 8Πρόλογος 9
Εισαγωγή 11
1 Η συγκυρία «καθολικής εθνικοποίησης» του πολέμου 19
1.1 Τα δεδομένα της συγκυρίας 19
1.2 Μαρξιστικός αντίλογος; 22
2 Οι δυϊσμοί του πολέμου (τεχνική και φιλοσοφία) 25
3 Ειρήνη και ελευθερία Η νομική λογική 27
3.1 Η ειρηνιστική προσέγγιση και τα προβληματικά στοι χεία της 27
3.2 Καντ και Τόμσον Η ειρήνη ως «νομικό» και «καθολικό» αίτημα 33 3.2.1 Η «διηνεκής ειρήνη» 33
3.2.2 Ο «εξοντωτικός» πόλεμος 38
3.3 Οι «φίλοι των εθνών» και το αίτημα αυτοδιάθεσης 43
3.4 Τα αδιέξοδα της νομικής λογικής και η ιστορική ανάλυ ση 45 4 Carl von Clausewitz Η πολιτική ενότητα του πολέμου 51
4.1 Η παρέμβαση του Κλάουζεβιτς 51
4.2 Από τον απόλυτο στον «πολιτικό» πόλεμο 55
4.3 Οι κατευθύνσεις μαρξιστικής πρόσληψης και κριτικής του Κλάουζεβιτς 57 5 Ο πόλεμος ως ταξική πολιτική 59
5.1 Για την έννοια της πολιτικής 59
5.2 Η τεχνική του πολέμου 71
5.3 Ο διττός πόλεμος 76
5.4 Η ταξική πάλη στον πόλεμο 77
5.5 Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος 79
5.6 Η πολιτική οπτική του πολέμου 84
6 Παρέκβαση: Η απόλυτη εχθρότητα και οι απολογητικές απο
Trang 96.1 Η έννοια της κριτικής προς τον Σμιττ 876.3 Ο Σμιττ ως θεωρητικός του αυταρχισμού 95
7 Η μαρξιστική θεωρία για το έθνος και τα αίτια των πολεμικώνσυγκρούσεων 997.2 Τα θεωρητικά πλαίσια 1077.3 Οι προσεγγίσεις του εθνικού προβλήματος στις αρχές του 20ού αιώνα 1097.3.2 Ο «αριστερισμός» για το εθνικό ζήτημα 1127.4 Το έθνος ως διαδικασία Η παραγωγή της εθνικής ταυτότητας 1227.5 Προαστικές εθνότητες και εθνικές μειονότητες 1297.7 Υπέρβαση του εθνικού κράτους; Η ευρωπαϊκή ενοποίηση 1477.9 Η πολιτική ισχύς του έθνους 169
8 Ο μαρξισμός ως κοινωνικός ειρηνισμός 1838.1 Η κριτική στο μιλιταρισμό και η θεώρηση του αντιμιλιταρισμού 1838.2 Πολιτοφυλακή; 1918.3 Ο κοινωνικός ειρηνισμός (ουσιαστική εξειρήνευση και διεθνής αλληλεγγύη) 199
9 Παρέκβαση: Η ειρήνη δια του δικαίου; (Το σχήμα του D.Senghaas, ένα παράδειγμα έκφρασης του θεσμοκρατικού ειρηνισμού) 209
10.1 Η έννοια «δίκαιος πόλεμος» και τα προβληματικά στοιχεία τη ς 21510.2 Η χρήση της έννοιας «δίκαιος πόλεμος» ως κριτηρίου αξιολόγησης των πολεμικών συγκρούσεων 219
11 Ο αναγκαίος πόλεμος και το επαγγελλόμενο τέλος του 23311.1 Το πνεύμα των καιρών και η μαρξιστική υπόσχεση 233Επίλογος: Η ειρήνη 247
Trang 10Η παρούσα μελέτη έχει ως αφετηρία μια εισήγηση στο Γ ' πανελλήνιο συνέδριο «Προβλήματα Σοσιαλισμού» (Χανιά, Ιούνιος 1991) που οργανώθηκε με πρωτοβουλία της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαν- νίνων και θέμα «Το πρόβλημα του πολέμου και της ειρήνης στο τέλος του
δημοσιεύθηκε το 1992 στο περιοδικό θέσεις (τεύχη 38, 39,40) θα θέλαμε
να ευχαριστήσουμε τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την ευκαιρία που μας έδωσαν να παρουσιάσουμε τη βασική προβληματική καθώς και τη Συ
ντακτική Επιτροπή του περιοδικού θέσεις που φιλοξένησε την αρχική
μορφή της εργασίας μας
Σε ανεπτυγμένη μορφή η μελέτη υποβλήθηκε στο διαγωνισμό που προκήρυξε το 1992 το Ίδρυμα «Σάκη Καράγιωργα» και το σωματείο «Φίλοι του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα» για επιστημονικές μονογραφίες και διεπιστημονικές εργασίες που ερευνούν, όπως αναφερόταν στην προκήρυ
ξη, «την οικονομική, πολιτική και κοινωνική διάσταση του κράτους στους σύγχρονους κοινωνικούς σχηματισμούς» Στο διαγωνισμό αυτόν η παρούβλήθηκε στο διαγωνισμό έχουν γίνει εδώ εκτεταμένες προσθήκες και έχει διευρυνθεί η βιβλιογραφική ενημέρωση
Για την ανάγνωση διαδοχικών μορφών του χειρογράφου και τις παρατηρήσεις που επέτρεψαν τη διευκρίνιση πολλών ζητημάτων, τη διόρθωση θεωρία του έθνους—, ευχαριστούμε θερμά τον Γιάννη Μηλιό Για την επιμέλεια ευχαριστούμε τον Στέργιο Δημούλη Οι ατέλειες θα ήταν πολύ περισσότερες χωρίς την πολύτιμη βοήθειά τους
Τέλος οφείλουμε ιδιαίτερες ευχαριστίες στις Εκδόσεις Κριτική και την κυρία θέμιδα Μίνογλου που ανέλαβαν την έκδοση της μελέτης
Trang 12Ο πόλεμος είναι ένα σύμπλεγμα δραμάτων και καταστροφών για το οποίο
οι περισσότεροι αποφεύγουν να μιλήσουν πέρα από το επίπεδο των δυσάλεμο επικράτησε στις «ανεπτυγμένες» χώρες η αντίληψη ότι ζούμε σε πολεμικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών με ένα μείγμα αδιαφορίας και των Μεγάλων Δυνάμεων σε διεθνείς συγκρούσεις ως αναγκαίες για την τους με τις λιγότερες δυνατές απώλειες
Η ιδεολογική εικόνα για μια «μεταπολεμική» εποχή ειρήνης (ή έστω
«ψυχρού πολέμου») είναι ωστόσο απατηλή Από το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου ως το 1984 διεξήχθησαν στον πλανήτη 159 πολεμικές ανήλθαν συνολικά στους 180, εκ των οποίων οι 44 εξακολουθούσαν να διεξάγονται (Wasmuht 1992, σελ 11) Αντί άλλου στοιχείου, ας αναφερθούν οι καταστροφικές επιπτώσεις των πολέμων στο κατ ’ εξοχήν τμήμα του «άμαχου» πληθυσμού, στα παιδιά: «Εδώ και δέκα χρόνια έχουν σκοτωθεί σε πολέμους πάνω από 1,5 εκατομ παιδιά και έχουν τραυματισθεί άλλα δώδεκα εκατομ σε “πρόσωπα που εγκαταλείπουν τον τόπο κατοικίας” ( ) Υπολογίζεται ότι υπάρχουν σήμερα 200.000 παιδιά-στρατιώτες» (Langellier 1993, σελ 8)
Η ποσοτική πλευρά δείχνει την κρισιμότητα του ζητήματος Αν όμως
ο πόλεμος είναι σήμερα οτιδήποτε άλλο εκτός από «ξεπερασμένος» (και
«εξειρηνευμένες» ζώνες), η μελέτη των πολεμικών συρράξεων και η ανά
Trang 13ποτελεΐ επιτακτική ανάγκη Τα δυσάρεστα φαινόμενα δεν μπορούν να πόθων.
Ο τίτλος της εργασίας επισημαίνει τη διαλεκτική ειδικού-γενικού που αποτελεί βασική μεθοδολογική επιλογή της ακόλουθης ανάλυσης Αντί
εισαγωγής θα παρουσιάσουμε εδώ τέσσερα σημεία εκδήλωσης της διαλε
κτικής αυτής, τα οποία εκφράζουν τους βασικούς άξονες προβληματισμού και διευκρινίζουν το αντικείμενο μελέτης
Η σύνδεση ειδικού-γενικού εντοπίζεται εν πρώτοις στη θεματική οριο- θέτηση της έρευνας Πρόκειται για εργασία που έχει ως αντικείμενο τη
φιλοσοφική και κοινωνιολογική ανάλυση του πολεμικού φαινομένου στις σημερινές (αστικές) κοινωνίες Με τη φιλοσοφική θεώρηση του πολέμου
λιξης των πολεμικών συγκρούσεων Τα στοιχεία αυτά καθορίζουν τη μορ
φή με την οποία αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον πόλεμο ως κοινωνική λειτουργία και την τοποθέτησή μας απέναντι στις συγκεκριμένες εκδηλώσεις του (Κεφ 2) Για το λόγο αυτόν, η ιστορική και η τεχνική διάσταση θεμέλιο της κριτικής που ασκείται σε προταθείσες ερμηνείες Από μεθοδολογική άποψη, η σύνδεση των επιπέδων ανάλυσης αποτελεί ένδειξη του τις ποικίλες οπτικές γωνίες εξέτασης του φαινομένου —αντιμετωπίζοντας τις δυσχέρειες που δημιουργεί η ευρύτητα του εγχειρήματος
Η διαλεκτική ειδικού-γενικού αποτελεί κατευθυντήρια γραμμή και για την πρόσληψη του πολεμικού φαινομένου Η παρούσα προσέγγιση τοποθετείται στους αντίποδες της ουσιοκρατικής αντίληψης που κυριαρχεί φαινομένων θεμελιώνεται, όπως είναι γνωστό, στην υπόθεση ότι υπάρχει συνέχεια ή έστω ότι υπερισχύουν τα κοινά στοιχεία στις διαδοχικές ιστοσυνάγεται η θεμελιώδης ομοιότητα των διαφορετικών εκδηλώσεων ενός φαινομένου και, ακολούθως, η ερμηνεία πραγματοποιείται με όρους αυτονομίας Αποδίδεται πρωταρχική σημασία στην «ενότητα» του φαινομένου, και ανάλυση της υποτιθέμενης «ουσίας» του
Η ουσιοκρατική αντίληψη για τον πόλεμο (ενότητα του πολέμου ως ενός καθολικά παρατηρήσιμου ιστορικού φαινομένου με κοινές ρίζες και
Trang 14Προσκρούει δε σε μια πρόσθετη δυσχέρεια που δημιουργείται από την κρατία (ο πόλεμος είναι «θεία» επιταγή ή τιμωρία), η ουσιοκρατική προλιώνεται στην υπόθεση της ανθρωπολογι κής απαισιοδοξίας με τρεις παραλλαγές:
(α) Ο «άνθρωπος» είναι εν γένει κακός, άρα και πολεμοχαρής Πρόκειται για την παραδοσιακή, βασιζόμενη στην «εμπειρία» ιστορικοφιλοσο- φική εκδοχή
(β) Ο «άνθρωπος» εκδηλώνει μία βιολογικά καθορισμένη επιθετικότητα καθώς και διαθέσεις κυριαρχίας, οι οποίες δεν εξαλείφονται με τις διαφω- για αναδιατύπωση της παραδοσιακής θέσης με το υλιστικό προκάλυμμα βιολογίας, η οποία συνάγει την ανθρώπινη επιθετικότητα από την αντίστοιχη του ζωικού βασιλείου
(γ) Ο «άνθρωπος» επιδιώκει μέσω της ένοπλης συλλογικής οργάνωσης
να κατακτήσει αγαθά ξένων κοινοτήτων, προκειμένου να ικανοποιήσει τις Πρόκειται για την «οικονομική» εκδοχή
Η σύνδεση της ουσιοκρατικής προσέγγισης με τα σχήματα αυτά οδηγεί
σε ερμηνευτικό αδιέξοδο μόλις τεθεί το ζήτημα ερμηνείας της διαλεκτικής λαξιμότητας, αλλά συνιστά διαβαθμισμένη ενότητα αντιθέτων (Κεφ 5.5) Πώς μπορεί να ερμηνευθεί η διαβάθμιση της πολεμικής βίας, ο καθορισμός ευρέων ή στενών μετώπων, η χρονικότητα του πολέμου, η ποικιλία πολεμικών σκοπών, η διακοπή των συγκρούσεων και η αλλαγή μετώπων ανάλογα με τη συγκυρία, η δυνατότητα αποφυγής ή παύσης του πολέμου
ή και χωρίς να έχει επιτευχθεί νίκη;
Πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί ο πόλεμος ενιαίο φαινόμενο που καθορίζεται από μια «εγγενή» ανθρώπινη επιθετικότητα, όταν η ιστορική πακής εναλλαγή με περιόδους ειρήνης —παρ' ότι η βιολογική επιθετικότηκά— και, δεύτερον, ότι οι κοινωνικές ομάδες ελέγχουν και διαβαθμίζουν συνειδητά την πολεμική βία καθορίζοντας τα μέτωπα με λεπτούς στρατη
Trang 15τήρηση ότι υπάρχει σύνδεση του πολέμου με τις υπάρχουσες κοινωνικές συγκρούσεις και αντιφάσεις —χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεδομένος τύπος αντίφασης οδηγεί νομοτελειακά σε πόλεμο— ακυρώνει κάθε λόγο περί «έμφυτης» επιθετικότητας του ανθρώπου.
Η ιστορικά κυμαινόμενη, απρόβλεπτη διαμόρφωση του πολέμου επιβάλει, αντίθετα, τη λεπτομερή ανάλυση των κοινωνικών αιτίων του και ρημένης και γενικής αναφοράς στον «άνθρωπο» που υποτίθεται ότι φέρει υπεριστορικά ορισμένα πάγια χαρακτηριστικά που μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση ερμηνείας συγκεκριμένων εκδηλώσεων της κοινωνικής οργάνωσης και σύγκρουσης Το ότι υπάρχουν στην κοινωνική ζωή διαρκείς εντάσεις και αντιπαραθέσεις και ότι ποικίλα αίτια δημιουργούν μια διάχυτη επιθετικότητα δεν σημαίνει ότι η άσκηση βίας είναι αναπόφευκτη γκρουσης δύο στρατών Και βέβαια η ύπαρξη κοινωνικών συγκρούσεων ανάλυση των αιτίων δημιουργίας τους (και του για ποιο λόγο σε ορισμένη των αντιπαραθέσεων είναι ένα ιστορικά και συγκυριακά καθοριζόμενο συγκεκριμένες εμφανίσεις τους (βλ π.χ RausscndorfT 1993, σελ 63, 72).Απέναντι στα δεδομένα της κοινωνικής εξάρτησης και της ιστορικής ρευστότητας του πολέμου, η ουσιοκρατική αντίληψη όχι μόνον αδυνατεί
να ερμηνεύσει το πότε και γιατί του πολέμου, αλλά και —δέσμια της
ανθρωπολογι κής απαισιοδοξίας— επαναλαμβάνει γενικότητες περί πολέμου ως αναπότρεπτου κακού, εμφανίζοντας έτσι ως «νόμιμη» και θεμιτή Οδηγεί τελικά σε αγνωστικισμό για τον πόλεμο, ο οποίος εμφανίζεται ως ένα είδος μοίρας του ανθρώπου, μια μορφή φυσικής καταστροφής, που όπω ς τόσο συχνά λέγεται— «ξεσπά» ή «εκρήγνυταυ> (για την κριτική τέτοιων αντιλήψεων που δικαιολογούν φαταλιστικά τον πόλεμο βλ Krip- pendorfT 1992, σελ 30επ., Wette 1980)
Επειδή όμως «ποτέ κανένας πόλεμος δεν “ξέσπασε”» (Krippendorff
1992, σελ 32) και όλοι οι πόλεμοι μπορούν να ερμηνευθούν με βάση τις δυνάμεις που οδηγούν στην ένοπλη σύγκρουση, στην παρούσα μελέτη κοινωνικά φαινόμενα και διαδικασίες, οι οποίες είναι πρωταρχικότερες
Trang 16κειται για στοιχεία διαρκή και όχι συγκυριακά, όπως η πολεμική σύγκρουση) Ο πόλεμος εξετάζεται εδώ ως μια κοινωνική διαδικασία, η ογκρούσεις σε εθνικό και ταξικό επίπεδο και (β) συνιστά ενδεχόμενο αποστερο ότι η μη ουσιοκρατική μεθοδολογική επιλογή οδηγεί σε ανάλυση του ειδικού θέματος στη διαπλοκή του με γενικότερα και πολυπλοκότερα του).
Είναι ευνόητο ότι μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει την ανάλυση των φερουσών εννοιών (εδώ: τάξεις, έθνη, πολιτική) Για την έννοια της πολιτικής και της ταξικής πάλης θα γίνει μία συνοπτική αναφορά (Κεφ 5.1), πολεμικών συγκρούσεων ως πολιτικού φαινομένου (Κεφ 5.2-6) Η συντομενο της ανάλυσης Οφείλεται ιδίως στο ότι η σύνδεση του πολέμου με έμμεση και σχετικά «διαφανής»
Μεγάλο μέρος της μελέτης αφιερώνεται στην ερμηνεία του εθνικού φαινομένου (διαδικασία σχηματισμού των εθνών και λειτουργία τους διερεύνηση θεωρητικών ζητημάτων που συνδέονται με το έθνος, υπαγορεύεται από τρεις λόγους Πρώτον, από τη διαπίστωση μεγάλων κενών
το γεγονός ότι η σύνδεση του πολέμου με το έθνος είναι άμεση και ταυτόχρονα αδιαφανής, διότι καλύπτεται από εθνικιστικές προβολές, οι οποίες δυσχεραίνουν την ακριβή ανάλυση Η προνομιακή ενασχόληση με
τη θεωρία του έθνους στα πλαίσια μιας ανάλυσης για την πολεμική σύγκρουση επιβάλλεται, τέλος, από τη διαπίστωση ότι η σημερινή συγκυρία φαινόμενο που δεν έχει αναλυθεί ως τώρα ικανοποιητικά και κρύβεται πίσω από τη γενική διαπίστωση της «έκρηξης των εθνικισμών»
Η διαλεκτική ειδικού-γενικού χαρακτηρίζει και το θεωρητικό πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης, η οποία επικεντρώνεται στη μαρξιστική προσέγγιση Η επιλογή αυτή καθορίσθηκε από τον πλούτο (και την πολυμορφία) των σχετικών αναλύσεων στο ζήτημα του πολέμου, οι οποίες είναι, σε αναλυτική και κριτική παρουσίασή τους εισάγει στο σημερινό διάλογο
Trang 17πτεται με απλουστευτικές αντιρρήσεις αρχής και επίκληση του —προφανώς ανεπαρκούς— επιχειρήματος ότι απέτυχε ένα μοντέλο κοινωνικής οικοδόμησης που επισήμως επικαλείτο τη θεωρία αυτή (Κεφ 11.1).Επιχειρώντας να δείξουμε ότι η μαρξιστική προσέγγιση προσφέρεται για την ανάλυση των πολεμικών συγκρούσεων, επισημαίνουμε ταυτόχρο
να ότι η απόρριψη μιας θεωρίας δεν μπορεί να διεκδικεί τίτλους γνωσιο- λογικής εγκυρότητας εάν δεν θεμελιώνεται σε γνώση και πειστική κριτική της Η πολιτική χρησιμότητα του αναθέματος δεν θα έπρεπε να συγχέεται
με τη θεωρητική ανάλυση και μάλιστα να παίρνει τη θέση της Εφαρμόζοντας αυτή τη θεωρητική επιταγή, επιχειρούμε να δείξουμε και εξ αντισίου με την αναφορά σε διαφορετικές προσεγγίσεις για τα ζητήματα της πολεμικής σύγκρουσης (Κεφ 3,4,6,9) Μέσα από την έκθεση και κριτική ποικίλων προσεγγίσεων για τον πόλεμο, επιχειρείται η οριοθέτηση του τον πόλεμο— και η κατάδειξη της συγκριτικής υπεροχής του.Τέταρτο σημείο σύνδεσης γενικού-ειδικού συνιστά η ειδολογική έντα
ξη της παρούσας μελέτης Η πολυπλοκότητα των εκφάνσεων του πολέμου και των αξόνων ερμηνείας του συναιρείται (συγκρουσιακό και συγκυριακά) στη δράση του κρατικού μηχανισμού: Ο πόλεμος αποτελεί κρατική βαση του κράτους, προϋποθέτει την ύπαρξη κρατικού μηχανισμού και
«παράγεταυ> από αυτόν (αναλυτικά Krippendorff 1985) Το εθνικό φαινόμενο βρίσκεται σε σχέση γενετικής εξάρτησης από την κρατική δράση παρέμβαση, που εξομαλύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις αποτελώντας ταυτόχρονα ένα από τα κέντρα αναπαραγωγής τους
Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται έτσι σε μια συγκεκριμένη λειτουργία του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού' —την πολεμική σύγκρουση—
I Ο καθιερωμένος όρος «κατασταλτικός» μηχανισμός —που χρησιμοποιείται εδώ για λόγους συνεννόησης— είναι ανακριβώς στενός, θ α ήταν προτιμότερη η χρή
ση του όρου καταναγκαστικός μηχανισμός, δεδομένου ότι η κρατική παρέμβαση
κατόπιν αιτήματός τους (κράτος πρόνοιας) Σ ' αυτές τις μορφές κρατικής παρέμβασης είναι φανερός ο καταναγκαστικός χαρακτήρας (δράση με μονομερή κρατική απόφαση που «δια νόμου» επιβάλλεται εκπληρώνοντας γενικές λειτουργίες ρύθμισης της διαδικασίας αναπαραγωγής), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει άμεση
Trang 18και επιχειρεί να δείξει τις διαστάσεις και την πολυπλοκότητά της Η
προσέγγιση του πολέμου ως κρατικής λειτουργίας, δηλ ως αποτελέσμαπινης δραστηριότητας» εν γένει, προσφέρεται για την ανάδειξη των λόγων διεξαγωγής των πολεμικών συγκρούσεων, των μορφών διεξαγωγής πολέμου, των χαρακτηριστικών της ένοπλης σύγκρουσης, των οργανωτικών δομών που παράγουν τον πόλεμο και της ιδεολογίας που τις συνέχει (μιλιταρισμός, Κεφ 8.1) Αναδεικνύονται επίσης οι προοπτικές αποτροπής των πολεμικών συγκρούσεων σε ειρηνιστική βάση (Κεφ 8.2-3) και διαγράφεται το «μέλλον» του πολέμου, δηλ οι όροι και οι διαδικασίες που δυνητικά θα επιφέρουν την εξάλειψη των φαινομένων άσκησης συλλογικής ένοπλης βίας (Κεφ 11.2)
Κατά τούτο ο γνωστικός σκοπός της μελέτης είναι εν μέρει κανονιστικός: Επιχειρεί να εντοπίσει τα σημεία αντίστασης και εξόδου από τη λογική που διέπει την πολεμική κρατική λειτουργία Η αντικειμενικότητα της ανάλυσης —ζήτημα για το οποίο γίνεται ειδική αναφορά (Κεφ 10.2)— μπορεί να κριθεί με βάση την ορθή σύνδεση των «στρατηγικών» συμπερασμάτων με τις αντικειμενικές τάσεις που αναδεικνύει η ανάλυση.Πρόκειται συνεπώς για μια απόπειρα υλιστικής μελέτης και ερμηνείας του πολέμου ως κρατικής λειτουργίας που συνδέεται με τα γενικά χαρακτηριστικά της δράσης των κρατικών θεσμών Η παρούσα μελέτη εξετάζει
ένα τμήμα της θεωρίας τον κράτους αναφερόμενη στον κρατικό κατασταλ
τικό μηχανισμό Μεθοδολογικό άξονα αποτελεί η διαλεκτική γενικού- τιακής εξάρτησης Αυτή η μέθοδος ερμηνείας δεν διεκδικεί πρωτοτυπία μεθόδους προσέγγισης των κοινωνικών φαινομένων από την πολιτική θεωρία: Αντιπαρατίθεται στον εμπειρισμό, ο οποίος εκφράζεται με την τίθεται στον ιδεαλισμό, ο οποίος εκφράζεται σήμερα προνομιακά με την ταυτολογούσα περιγραφή «αυτοποιούμενων» συστημάτων
Trang 20ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
1.1 Τα δεδομένα της συγκυρίας
Θα λάβουμε ως επικαιρική αφετηρία το τέλος της ευρύτερης πολεμικής σύγκρουσης των τελευταίων δεκαετιών Πρόκειται για το τέλος του πολέρωσης μετέδωσαν ταυτόχρονα δύο ειδήσεις Η πρώτη ήταν η αναγγελία από τον τότε πρωθυπουργό Μ Rocard ότι την 14η Ιουλίου θα παρελάσουν
οι δέουσες τιμές στα παιδιά της πατρίδας Η είδηση πέρασε φυσικά απαρατήρητη, διότι απλώς επιβεβαίωνε τη σύνδεση του παρόντος με ένα μι- ξεπερασμένο
Τη δεύτερη είδηση αποτέλεσε η υπόθεση Boudarel, δηλ ο εντοπισμός ενός «μετανοημένου» γάλλου μαρξιστή που καταγγέλθηκε γιατί στη διάρκεια του πολέμου της Ινδοκίνας πέρασε με το μέρος των Βιετναμέζων Στον Boudarel καταλογίστηκε ότι έκανε «προπαγάνδα» στους γάλλους τους ακροδεξιούς νοσταλγούς της αποικιοκρατίας, οι οποίοι «συνέλαβαν» τον —προ εικοσιπενταετίας αμνηστευμένο— Boudarel και τέθηκαν επικεφαλής μιας εθνικής καμπάνιας που αποκλήθηκε «δια του Τύπου λυντσά-
ρισμα» (Le Monde, 23.3.91) Είναι φανερή η επιθυμία αναθεώρησης της
αποικιοκρατικής ιστορίας που κρυβόταν πίσω από την καταγγελία των
«βιετναμέζικων στρατοπέδων συγκέντρωσης» και την έναρξη της υπόθελιστική επιθετικότητα των νικητών (βλ και Chesneaux 1991)
Ο συσχετισμός των δύο φαινομενικά ανεξάρτητων ειδήσεων δείχνει ότι
Trang 21δόν καθολικής συναίνεσης, ο «ταξικός πόλεμος» και η αντίστοιχη επιλογή αδιανόητη Αυτό που ουσιαστικά καταλογίσθηκε στον Boudarel (ως έλωστε οι Γάλλοι ήταν αδίκως και αγρίως επιτιθέμενοι στην Ινδοκίνα, ενώ
η επιλογή στρατοπέδου με κριτήρια ταξικά, δηλ με οδηγό μια πολιτική θέση που τον αντιπαρέθετε στον ιμπεριαλισμό των Γάλλων και στη «φυσική» ένταξη στο δικό του «ένοπλο έθνος»
Δεν είναι τυχαίο ότι μια τέτοια ταξική επιλογή καταγγέλλεται σήμερα
Η καταγγελία εναρμονίζεται με την παρούσα συγκυρία που εκφράζει τη
«σχετική ασυμβατότητα της επαναστατικής ιδέας στα τέλη του 20ού αιώνα» (Μπαλιμπάρ 1993, σελ 103) και οδηγεί σε αποδοχή και νομιμοποίηση καπιταλισμού ως «καθαρής και αυτόματης κίνησης οικονομικών ροών και χωρίς αστική τάξη», που επικρατεί σήμερα, διότι δεν υπάρχει κίνημα
αμφισβήτησης που να καταδεικνύει και να καταγγέλλει διαρκώς την εκ
κοποίηση και τον ταξικό αποχρωματισμό των ένοπλων συγκρούσεων.Για πρώτη φορά στον 20ό αιώνα, η προοπτική της ένοπλης σύγκρουσης φαίνεται να αποσυνδέεται ολοκληρωτικά από την ταξική πάλη και από
την προσπάθεια μεταβολής του εσωτερικού συσχετισμού δυνάμεων Μό
νον το «έθνος» μπορεί πλέον να αντιταχθεί σε ένα άλλο «έθνος» και η μεταβολή του πολιτικού χάρτη νομιμοποιείται μόνον ως εθνική διεκδίκηση: Ως επανάκτηση της εθνικής ενότητας (Γερμανία, Υεμένη, Κορέα, ίσως και Κίνα) ή ως διάλυση μη εθνικών κρατικών σχηματισμών (Γιουγκοσλαβία, ΕΣΣΛ, Τσεχοσλοβακία, ενώ το ζήτημα τίθεται άμεσα και για χώρες
με συνενώσεις ή αποσχίσεις περιοχών και πληθυσμών που αυτοαναγνω- απόλυτα «φυσιολογική», ενώ η έμπρακτη (και βίαιη) αμφισβήτηση των σελ 62επ.)
Σε ένα πρόσφατο άρθρο γράφηκε: «Ο εμφύλιος πόλεμος στο Αφγανιστάν δεν έχει πλέον τίποτε το ιδεολογικό 'Οταν καταλήφθηκε η Καμπούλ
I Βλ την ανάλυση του C Prove (1990), από την οποία και το εντός εισαγωγικών
Trang 22και έπεσε το καθεστώς του Προέδρου Najibullah, τον Απρίλιο του 1992, ( ) Τα στελέχη του παλαιού καθεστώτος ( ) προσχώρησαν στους Μου- τζαχεντίν με κριτήριο την εθνική ή φυλετική τους ένταξη» (Roy 1993) ένας εμφύλιος πόλεμος που συνεχίζεται με απαράλλαχτο «προσωπικό» να μην έχει ιδεολογικό χαρακτήρα, επειδή πλέον αίτημα δεν είναι η κοινωνική αλλαγή, αλλά ο εθνικός χωρισμός ή η αλλαγή του συσχετισμού μιας «φυλής» είναι μη ιδεολογική, ενώ η προβολή ταξικού συμφέροντος είναι ιδεολογική; Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο με ιδεολογικούς όρους Η ιδεολογία —στον κόσμο των ταυτολογιών και αναπόδεικτων προ-
ως απόλυτα «φυσικό» να παίρνει κανείς τα όπλα για μια από τις εθνότητες αφύσικο, επικριτέο— να αμφισβητεί τις σχέσεις παραγωγής στη χώρα αυτή, επιδιώκοντας μια δικαιότερη κοινωνία Στην πραγματικότητα βέγική επιλογή 'Οχι μόνο γιατί το έθνος αποτελεί ιδεολογική κατασκευή ομάδα και της ένοπλης έκφρασης των συμφερόντων της απαιτεί μια ιδεολογικής υφής «συνείδηση» ένταξης Και όμως η κυριαρχία της σύνδεσης έθνους και πολέμου είναι σήμερα τόσο ισχυρή ώστε να εμφανίζεται ως απόλυτα αυτονόητη, φυσική, μη ιδεολογική 'Οπως σήμερα όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν μία (και μόνον μία) εθνική ταυτότητα και να την προβάλλουν δυναμικά, αλλιώς «δεν υπάρχουν» (όπως συμβαίνει με τα εκατομμύρια Αλεβιτών, δηλ σιιτών μουσουλμάνων της Τουρκίας, οι οποίοι τική παρέμβαση για προβολή της ιδιαιτερότητάς τους), έτσι και η υπερά
σπιση των συμφερόντων αυτής της εθνότητας με πόλεμο εμφανίζεται ως
πάντα στον κόσμο της ιδεολογίας— ευρισκόμενη «πέρα από ιδεολογίες»
Οι εναπομείνασες «ταξικές» συγκρούσεις που έχουν τη μορφή εμφυλίου πολέμου χωρίς διεκδίκηση εθνικής διαφοράς των εμπόλεμων μερών (Καμπότζη, Ελ Σαλβαδόρ, Κολομβία, Γουατεμάλα, Αφγανιστάν, Αγκόλα ) που επικαλούνταν την κοινωνική επανάσταση ή πάντως αμφισβητούσαν την εκμεταλλευτική τάξη πραγμάτων Ο τερματισμός των εμφανώς ταξι
Trang 23δείχνει ότι η ένοπλη ταξική σύγκρουση έχει κλείσει έναν κύκλο ιστορικής παρουσίας Την ίδια στιγμή, οι εθνικοί πόλεμοι βρίσκονται —ως πραγματικότητα ή απειλή— στο προσκήνιο, εντασσόμενοι είτε σε μια νέα σης της «νέας τάξης» με συμμαχίες εθνικών κρατών ενάντια στους απει- θούντες3.
1.2 Μαρξιστικός αντίλογος;
Η εθνικοποίηση του πολέμου και των πολιτικών εξελίξεων καθιστά ανησυχητικά επίκαιρο το πρόβλημα του εθνικισμού και του απαραίτητου συ-
με απειλητική καθολικότητα ακόμη και σε διαδικασίες φαινομενικής υπέρβασης του εθνικού κράτους με την εγκαθίδρυση «υπερεθνικών» πολιτικών και οικονομικών κοινοτήτων (βλ Μπαλιμπάρ 1993-α, σελ 52επ.)
2 Για τη διαδικασία αυτή ως κλειδί κατανόησης των εξελίξεων στην πρώην Σοβιετική Ένωση βλ Κυπριανίδη (1991 -α)
3 Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο αποτελεί αναμφισβήτητα το σημαντικότερο πολεμικό γεγονός των τελευταίων ετών, αν αναλογισθούμε το επίδικο αντικείμενό του, τις
σύγκρουση σε προηγούμενες δεκαετίες Χωρίς λοιπόν να αναιρεί το κυρίαρχο σχήμα
πολέμου (πόλεμος απελευθέρωσης εθνών) δεν ανταποκρίνεται στην πολιτική πραγματικότητα Τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα —που δεν ταυτίζονται πάντα με διαδικασίες
διαρκώς παρόντα, παρά το διάχυτο ρομαντισμό της «νέας τάξης» και την κυρίως ιδεο
Trang 24Εξίσου σημαντική είναι και μια άλλη πλευρά της συγκυρίας: Η εθνικοποίηση του πολέμου δείχνει ότι προς στιγμήν τουλάχιστον έχει κλείσει μαρξισμού στα πολιτικά κινήματα του 20ού αιώνα Ο «θάνατος του μαρξισμού» επιφέρει την εξάλειψη ή πάντως την αποσιώπηση της ταξικής διάστασης και προοπτικής κάθε πολέμου Δεν πρέπει να εκπλήσσει συνεπώς το γεγονός ότι στη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό Κόλπο ακού- στηκε τόσο λίγο ο όρος ιμπεριαλιστικός πόλεμος.
Οι σχετικές επεξεργασίες —που καλύπτονται από την επίσημη λήθη για
το μαρξισμό— βρίσκονται στο σημείο τομής των εννοιών του έθνους και
τους και επεξεργασίας μιας πολιτικής που να συνυπολογίζει την εθνική μορφή εμφάνισης και τον ταξικό επικαθορισμό του πολέμου Πρόκειται
εθνικό και ταξικό, αποδίδοντας καίρια σημασία στην πολιτική διάσταση, τεχνική διεξαγωγής του πολέμου) Η αναφορά στις επεξεργασίες αυτές θα άσκησης μιας ειρηνιστικής πολιτικής
Trang 26(ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ)
Η ανθρώπινη γνώση για τον πόλεμο οργανώνεται προς δύο κατευθύνσεις για ένα νικηφόρο πόλεμο»: Δεν εξαντλείται στις έννοιες της στρατηγικής/ τακτικής και στη μελέτη των πολεμικών μεθοδεύσεων (εξοπλισμοί, οργάνωση, προπαγάνδα κ.ο.κ.), αλλά εμπλέκει τη γνώση και ρύθμιση μιας πληροφορική, προετοιμασία της οικονομίας του πολέμου, διεθνές δίκαιο, εσωτερικό δίκαιο ανάγκης κ.ο.κ.)
Η δεύτερη κατεύθυνση είναι φιλοσοφική: Περιλαμβάνει την ανάλυση της ιστορικής θέσης του πολέμου και —πραξεολογικά— την υπόδειξη της στάσης απέναντι του Εκφράζει δηλαδή τον τρόπο ιδεολογικής πρόσληγανωμένη έκφραση αυτής της κατεύθυνσης αποτελεί η λεγόμενη έρευνα ειρήνης που διεξάγεται σε πολλές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες Η κατεύθυνση αυτή προφανώς εξαρτάται από την «τεχνική» πλευρά Δεδομένου ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί υπεριστορικό φαινόμενο, η τοποθέτηση απέναντι στις εκδηλώσεις του προϋποθέτει μια κοινωνιολογική θεωρία για το πλαίσιο εμφάνισής του, αλλά και μια σαφή γνώση της εκάστοτε πρακτικής διαμόρφωσης και των επιπτώσεών του Δεν είναι έτσι παράδοξο ότι
οι περισσότερες φιλοσοφίες-πραξεολσγίες για τον πόλεμο συνδέονται με αλλαγή της υφής του πολέμου και της στάσης απέναντι του στην εποχή για το «συμβολικό πόλεμο» στην εποχή της ηλεκτρονικής ενημέρωσης, δείχνουν σαφώς τον εξαρτημένο χαρακτήρα της φιλοσοφικής θεώρησης
Trang 27γνώσης, σε αντιπαλότητα με προϋπάρχουσες επεξεργασίες, τη θέση των
φαινόμενο του πολέμου ξεκίνησε από δύο αφορμές μελέτης Πρώτον, την ανάγκη κατανόησης των διεθνών πολιτικών εξελίξεων που είναι αδιαχώ
τά ψευδώνυμο) στρατηγού Ένγκελς συνιστούν ένα εντυπωσιακό corpus
σταθερό (καίτοι ελάχιστα γνωστό) σημείο αναφοράς της θεωρητικής του παρέμβασης Δεύτερη αφορμή μελέτης ήταν η ανάγκη απόκτησης γνώσεων σε δεδομένες ιστορικές συνθήκες για τη διεξαγωγή πολέμου με
του Μάο-Τσε-Τουνγκ, ο οποίος είχε για δεκαετίες το ρόλο πραγματικού
σχετική «τεχνική» και πολιτική εμπειρία του
Πέρα από τους δύο «στρατηγούς», μια σειρά θεωρητικών του μαρξισμού ασχολήθηκαν με τα ζητήματα της πολεμικής σύγκρουσης θέτοντας το
μέσα από μια συστηματική ανάγνωση τέτοιων μελετών (κυρίως των Μαρξ, Λήμπκνεχτ; Λούξεμπουργκ και Λένιή να παρουσιάσουμε τις βασικές θέ
ρης ούτε οριστική
Οι σχετικές επεξεργασίες συγκροτούν ένα σώμα γνώσης που περιλαμβάνει επίσης δύο κατευθύνσεις και αποκλήθηκε «μαρξιστική επιστήμη» του πολέμου Πρόκειται για τη γνώση της τεχνικής του πολέμου (ιδιοχειρήσεων)1 και, παράλληλα, για τη γνώση της πολιτικής σημασίας του πολέμου Αφετηρία αποτελεί η αντιπαράθεση προς τις κυρίαρχες αντιλήψεις που προτάσσουν τον ειρηνισμό ως απόλυτη αξία και (σε αντιφατική
«ακεραιότητα» των εθνικών κρατών Στα προβλήματα που θέτουν οι ειρη- νιστικές και «εθνικές» αντιλήψεις θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο
1 «Γνώσεις που αποκτήθηκαν μέσα από μια μακρά σειρά παρατηρήσεων και αναλύσεων των στρατιωτικών συγκρούσεων και που συναπαρτίζουν όχι μια επιστημονική, αλλά μια εμπειρική θεωρία, μια “πραξεολογία", ένα σύστημα πρακτικών κανόνων για την τεχνι
τη ύλη της μελλοντικής επιστημονικής θεωρίας της στρατηγικής» (Ιωακείμογλου 1992,
Trang 283.1 Η ειρηνιστική προσέγγιση και τα προβληματικά στοιχεία της
Οι ειρηνιστικές προσεγγίσεις για τον πόλεμο και τη βία έχουν ως κοινό πια πόλεμος! «Όχι αίμα για » Η ανθρωπολογική απαισιοδοξία (ο άνθρωνής διεθνούς κοινότητας να αποτρέψει τον πόλεμο και η επισήμανση του βάση της επιχειρηματολογίας των ειρηνιστών Πρόκειται για επιχειρημα
τολογία εξ ορισμού αμυντική, η οποία αναγνωρίζει ότι τα μέσα δράσης
της είναι ανεπαρκή όταν «η λογική των πραγμάτων» οδηγεί στον πόλεμο
Ο ειρηνισμός γνωρίζει διαφοροποιήσεις στην οπτική και στην ένταση: πλήρης καταδίκη της λογικής του πολέμου, απόρριψη του πολέμου διότι άρνηση της βίας για προσωπικούς λόγους, καταδίκη του πολέμου με ακής» επίθεσης εναντίον όσων απειλούν την ειρήνη κ.ο.κ.' Οι διαφοροποιήσεις στο σκεπτικό δεν αναιρούν τη βασική φιλειρηνική θέση, η οποία ματιών του πολέμου και ακροδεξιών ακτιβιστών— γίνεται σήμερα γενικά αποδεκτή
Η θέση αυτή εκφράζει τη μορφή ειρηνισμού που μπορούμε να αποκα-
λέσουμε διακηρυκτικό ειρηνισμό, δεδομένου ότι, όπως θα δούμε, οι δια
I Για τις ποικίλες ειρηνιστικές προσεγγίσεις βλ την επισκόπηση των Tugcndhat (1987,
Trang 29κηρύξεις ειρήνης συνήθως εγκαταλείπονται σε συγκυρίες κρίσης Κυρίαρ
χες μορφές του διακηρυκτικού ειρηνισμού είναι αφ ’ ενός ο θεσμοκρατι- κός ειρηνισμός (πίστη στη δυνατότητα αποφυγής του πολέμου με τη δη
μιουργία θεσμών συνεργασίας και «φιλίας» σε διακρατικό επίπεδο, ιδίως
θεωρητική έκφραση βρίσκεται στον Καντ, και αφ' ετέρου ο θεσμικός- κρατικός ειρηνισμός που εκφράζεται από τα κρατικά όργανα, ως επίσημη
ιδεολογία διακρατικών σχέσεων στις συγκυρίες ειρήνης
Ο ειρηνισμός βρίσκεται εν γένει στη θέση μιας παράδοξης παραγνώρισης/αναγνώρισης της πραγματικότητας Παραγνωρίζει την πραγματιρισσότερο επώδυνη μορφή στους πολέμους, συνεχίζοντας την καταστροσμός αναγνωρίζει (αποδέχεται) την πραγματικότητα των κοινωνιών ανελευθερίας και ανισότητας Η παραγνώριση/αναγνώριση αυτή δεν γίνεται των ειρηνιστών απέναντι στις εκφάνσεις του είναι ανεπαρκής, διότι πα- παραγωγής, δηλ τη βία, η οποία συνδέθηκε, ανεξάρτητα από υποκειμενικές εκτιμήσεις και σε διαφορετική κάθε φορά ένταση —ανάλογα με τη διαδικασίες μετάβασης Επιχειρώντας —ή απλώς ευχόμενοι2— να επιλύρισμένες δυνατότητες παρέμβασης στις συγκυρίες που ξεσπά η πολεμική οποίος —διαιωνίζοντας τις ανισότητες— αναπαράγει τη βία
Trang 30Αν είναι γνωστό ότι οι αντιλήψεις που προκύπτουν από αναγνώριση/ παραγνώριση της πραγματικότητας έχουν ιδεολογικό χαρακτήρα (Αλτου- αποτροπή ενός φαινομένου με καταστροφική ισχύ, όπως ο πόλεμος, και ρηνιστική) υπηρεσία της ανθρωπότητας Αντίθετα, οι εν λόγω αντιλήψεις εξυπηρετούν όσους έχουν συμφέρον στη διατήρηση της τάξης αυτής.Προβληματικό στοιχείο του ειρηνισμού συνιστά η επιρροή που δέχεται από τα ατομικιστικά σχήματα ερμηνείας των κοινωνικών αντιθέσεων Δεν
θα επαναλάβουμε εδώ τη συνηθισμένη (από «δεξιά» και «αριστερά») επιφανειακή καταγγελία του ειρηνιστικού κινήματος ως κοντόφθαλμου ή και εγωιστικού, επειδή προκρίνει την προσωπική άρνηση της βίας αδιαφορώντας για την κοινωνική πραγματικότητα Το προβληματ-.κό στοιχείο του
ειρηνισμού έγκειται στη γενικότερη επιλογή θεώρησης των κοινωνικών συγκρούσεων υπό ατομιστικό πρίσμα Ο χαρακτηρισμός της βίας ως πα
ράλογου φαινομένου έχει τις ρίζες του στην αντιμετώπιση ενός κοινωνιφορά στο μαζικό επίπεδο των λύσεων «φιλίας» που προσφέρονται για επεξεργασμένες μορφές ακαδημαϊκής έκφρασης της προβληματικής τους
το άτομο» (θέση του Γκάντι που αναφέρει επιδοκιμασπκά ο Galtung 1975, σελ 49επ.)
Έτσι ο ειρηνισμός συνδέεται άρρηκτα με τον ψυχολσγικισμό και αντιλαμβάνεται την κοινωνική παρέμβασή του ως «θεραπευτική»: Εάν η σύνωνικοποίησης», φαίνεται αναγκαία η μέσω κατάλληλων «θεραπειών» (α
πό σχολικά παιγνίδια, ομιλίες και «ψυχοδράματα» μέχρι διαδηλώσεις και πρώτιστα σε ατομικό επίπεδο (Galtung 1975, σελ 37επ.) Έτσι κάποια στιγμή τα «αδέρφια μας», οι στρατιώτες, θα πετάξουν τα όπλα και ετερόγήσουν ως ομάδα πίεσης υπέρ της ειρήνης (π.χ Galtung 1975, σελ 55) πευτικού χαρακτήρα παρέμβαση υπέρ της ειρήνης βρίσκεται στη βάση την προσέγγιση που είναι κυρίαρχη στο διακηρυκτικό ειρηνισμό, από τη
Trang 31κα, βασίζονται στις ίδιες αρχές εμφάνισης και αντιμετωπίζονται με τα ίδια μέσα (π.χ Galtung 1975, σελ 33, 111).
Οι μαζικές αντιθέσεις δεν επιλύονται όμως αναγωγιστικά με τη μεταφο
ρά της έλλογης-ειρηνικής λύσης στο μαζικό κοινωνικό επίπεδο Η βία (και οι αντιφάσεις που την προκαλούν) δεν επιδέχονται χειρισμούς με
«μικρο-σκοπικές» έννοιες, ενώ τα ορθολογικά σχέδια περί ειρήνης, η οποία θα προκύψει μέσα από τη γενίκευση της ατομικής φιλίας και λογιπάρκεια του μεθοδολογικού ατομισμού, ο οποίος αντικαθιστά τις συγκρούσεις με παίγνια και συμβολαιακές λύσεις διαπροσωπικού επιπέδου
Η «φιλία» και ευγένεια δύο αντιπάλων σε αγώνα τένις δεν μπορεί να απο- ποδοσφαιρικών ομάδων, οι οποίοι συγκρούονται στους δρόμους Εκείνο μηχανισμός δημιουργίας και εξάπλωσης της μαζικής βίας που δεν επιτρέεκτονωμένης επιθετικότητας ούτε η αποτροπή του μπορεί να επιτευχθεί με φιλοσόφων όσο και οι λυρικές ενατενίσεις των παιδιών που δίνουν τα χέρια και το καλό παράδειγμα
Εάν υπερβούμε το επίπεδο των διακηρύξεων και των καλών προθέσεων, δηλ εάν εξετάσουμε την ειρηνιστική τοποθέτηση στις κοινωνικές της
η ειρηνιστική επιταγή έρθει σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της χώρας σμονούνται και η πολεμική σύγκρουση «δικαιολογείται» εν όψει μιας Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο επίπεδο του θεσμικού-κρατικού ειρηνισμού Τα σημερινά κράτη τόσο στο νομικό τους λόγο (Συντάγματα, διακηρύξεις και συμβάσεις σε διεθνές επίπεδο) όσο και στην πολιτική τους δράση (συναντήσεις αρχηγών κρατών και ποικίλων διακρατικών επιτροπών, πανηγυρικοί, μηνύματα κλπ.) υιοθετούν ένα απόλυτα ειρηνιστικό αξία και κύριο σκοπό της πολιτικής δράσης Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει ενός μιλιταριστικού λόγου (ετοιμότητα των ενόπλων δυνάμεων που «αν χρειασθεί ») και βέβαια την άμεση εγκατάλειψη των ειρηνιστικών θέσεων και την αντικατάσταση από τα πολεμικά προσκλητήρια και την
Trang 32Είναι ευνόητο ότι για να κρίνουμε το περιεχόμενο αλήθειας και απο- τελεσματικότητας των μορφών διακηρυκτικού ειρηνισμού καθοριστική κυρίαρχες και, εντονότερα, στις κρατικές μορφές έκφρασής του— δεν Αποτελεί μια μορφή «λειτουργικής» ρητορίας που έχει ως πραγματικό εχθρότητα των κρατών και εθνικών ομάδων της διεθνούς κοινότητας.Αυτό το υπόβαθρο του διακηρυκτικού ειρηνισμού αναδείχθηκε για άλ
λη μια φορά στις πρόσφατες συγκρούσεις στον Περσικό Κόλπο και στη εξαιρετικά ισχνό στις συγκυρίες κρίσης, δηλ όταν είναι αναγκαία η παμεσα σε δεκάδες άλλες— η δήλωση του Κ Popper το 1992: «Πρωταρχικός
να το επιτύχουμε όταν υπάρχουν άνθρωποι (;) σαν τον Ιαντάμ Χουσείν και πολέμους με σκοπό την ειρήνη ( ) Είναι λυπηρό, αλλά πρέπει να το κάνουμε αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο μας» (αναφέρεται σε Raussen- dorflf 1993, σελ 79) Ειρηνιστικό προσωπείο, ευχολόγιο, σαφής χωρισμός του «καλού» από το «κακό» (όπου η «δική μας» πλευρά είναι πάντα η
«καλή») και τελικά εμφάνιση του πολέμου ως μέσου επίτευξης της ειρήνης Με μια λέξη, διακηρυκτικός ειρηνισμός
Εάν το «αυθόρμητο» ειρηνιστικό κίνημα —και κατά μείζονα λόγο η ωφελιμιστικού χαρακτήρα εξύμνηση των «αγαθών της ειρήνης» για τα άτακτα σε συγκυρίες όξυνσης3, οπότε ο ειρηνισμός θεωρείται «δειλία» ή και «προδοσία», η «έρευνα ειρήνης» δεν έχει καλύτερη τύχη4 Σε συγκυ
3 Στην Ελλάδα η παρατήρηση «αφορά τους πολυάριθμους “φίλους της ειρήνης” που για πολλά χρόνια μάς ζάλισαν με το “θέλουμε ειρήνη” και τα παρόμοια και μας ευθυμούσαν
με τις ανείπωτης γελοιότητας “αλυσίδες γύρω από την Ακρόπολη" Πού χάθηκαν αυτοί
οι απίθανοι θρησκευόμενοι τώρα που τα τύμπανα του πολέμου χτυπούν ξέφρενα;» (Μαργαρίτης 1992, σελ 44)
4 Για την αποδοχή ή και απαίτηση στρατιωτικών επεμβάσεων από τους λεγάμενους
«ερευνητές ειρήνης», βλ το κείμενο-καταγγελία 31 επιστημόνων μετά από πρόταση
βία («Gegcn MiHtacraktionen» die tagcszeitung, 8.7.92) Για τη με «ανθρωπιστικό» προ
κάλυμμα συστράτευση των ερευνητών ειρήνης σε ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα παρεμ
Trang 33ρίες όπως η σημερινή, η «έρευνα ειρήνης» αποσυνδέεται από την κριτική των σχέσεων εξουσίας και την ανάλυση του κοινωνικού υπόβαθρου των συγκρούσεων, με συνέπεια τον εκφυλισμό της σε περιπτωσιολογία «επιβεβλημένων», επιτρεπόμενων και μη πολεμικών συγκρούσεων (Arend 1993), δείχνοντας ότι ο ειρηνισμός δεν μπορεί να υπάρξει πολιτικά «καθ’ εαυτόν»5 Αποτελεί τμήμα μιας συνολικής στρατηγικής για ιδεολογική διώκει σκοπούς που συχνά υπερβαίνουν ή και αναιρούν σε συγκεκριμένη αναγνωρίσεις της «προτεραιότητας της ειρήνης» μπορούν να διαφοροποιηθούν και να αξιολογηθούν μόνο με βάση το «σκεπτικό» του ειρηνισμού Και ο σημερινός ειρηνισμός είναι τόσο έντονα διακηρυκτικός και εθνικιστικός ώστε στις στιγμές της διεθνούς κρίσης εξαφανίζεται.
5 Αν ο αγνωστικισμός και η νομιμοποιητική λειτουργία της «έρευνας ειρήνης» είναι σήμερα ιδιαίτερα αισθητή, το πρόβλημα είχε τεθεί ήδη από τις απαρχές της Από τη
δεκαετία του '60, η «έρευνα ειρήνης» προσπάθησε να συναρθρώσει σε μια «επιστημο
νικού» τύπου ιδεολογία ετερόκλητα στοιχεία: διάχυτες φιλειρηνικές αντιλήψεις, πρακτικές εμπειρίες κινημάτων ειρήνης, αναλύσεις ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, γεωπολι
μεων, τους εξοπλισμούς (ιδίως τα πυρηνικά) και τη λειτουργία των στρατιωτικών συνασπισμών Αυτή η «επιστημονική» ιδεολογία εμφανίζει τα θετικά στοιχεία αλλά και τις αδυναμίες όλων των «αμφισβητησιακών» πολιτικοθεωρητικών αντιλήψεων που ανέ
«καταργητισμός» του ποινικού δικαίου Η χαλαρότητα της θεωρητικής τους συγκρότησης και η επιθυμία να συμβιβάσουν ιδεολογικές αντιλήψεις με την παραγωγή μιας
τους επάρκεια όσο και για την πρακτική τους αποτελεσματικότητα Ως προς την «έρευ
να ειρήνης» ισχύει κατά βάση η παρατήρηση που διατυπώθηκε (Pavarini 1985, σελ 528επ., 541) για τον ποινικό καταργητισμό: οι ορθές διαπιστώσεις για την ταξική επι- λεκτικότητα και την αποτυχία του ποινικού συστήματος ως προς τους επίσημους σκο
σμός εμποδίζει τους καταργητιστές να διαμορφώσουν μια θεωρία για το κράτος και την κοινωνία που να δείχνει σε τι όντως «χρησιμεύει» η ποινική καταστολή Η έρευνα ειρήνης είτε παρακάμπτει την ανάλυση του κράτους, της κοινωνίας και της πολιτικής
αγνοεί τη δομή του αντικειμένου της και γι ’ αυτό οι λύσεις που προτείνει τείνουν στον
Trang 343.2 Καντ και Τόμσον Η ειρήνη ως «νομικό» και «καθολικό» αίτημα
Ορισμένα από τα προβληματικά στοιχεία των ειρηνιστικών προσεγγίσεων ανιχνεύονται σε δύο διαφορετικά και ενδεικτικά παραδείγματα Πρόκειται σχήμα του «εξοντωτισμού»
3.2 / Η «διηνεκής ειρήνη»
Το έργο του Καντ Zum ewigen Frieden (1795) είχε μια σπάνια φιλοσοφική
και πολιτική απήχηση διότι είναι προσιτό στους μη ειδικούς και προσφένική και ορθολογικά συνεπή ιδέα» (Βέικος 1993, σελ 59) Άλλωστε με που επεξεργάζονται την ίδια ιδέα και προτείνουν μέσα πραγμάτωσής της των Fichte, Schlegel και Goerres σε Batsch/Saage 1979).Για το έργο του Καντ μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις αρχής ως προς τη στόχευση και τα μέσα που χρησιμοποιεί Η παρουσίασή του με
τη μορφή διαλόγου του φιλοσόφου με τις κυβερνήσεις, που καταλήγει στην πρόταση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου ειρήνης, ανταποκρίνεται στο βασικό σχήμα των ουτοπιστών που συνομιλούν φανταστικά με τους ισχυρούς, ελπίζοντας στη δύναμη του ορθού λόγου και προσφέροντας έτοιμες λύσεις εκεί όπου υπάρχουν άλυτες συγκρούσεις και πάντως διαπιστώνεται την αρμονία ως ζήτημα βούλησης Άλλωστε η ελπίδα ότι θα επικρατήσει κανόνες, αποτελεί συστατικό στοιχείο όλων των ουτοπιών (Π Νούτσος
1979, σελ 92επ., Γιαννούλη 1991, σελ 90επ.)
Το μείζον πρόβλημα που θέτει από φιλοσοφική άποψη η καντιανή προσέγγιση είναι ότι, στη λογοκεντρική αισιοδοξία της, (υπο)θέτει ως πραγρώντας ότι υπάρχουν κοινά συμφέροντα, τα οποία μπορεί να «αποκαλυ- εκφρασθούν κατάλληλα με σκοπό το γενικό καλό Μια τέτοια θεώρηση τυπώνοντας την —κυρίαρχη στους τελευταίους αιώνες— φιλοσοφία του
Trang 35καθολικού υποκειμένου βασίζεται στην αμφίβολη υπόθεση ότι είναι δυγική» απόφαση Χωρίς να είναι δυνατή η ολοκληρωμένη αντίκρουση μιας τέτοιος θεώρησης πρέπει νρ επίσημανθεί ότι, τουλάχιστον στην περίπτω
ση του Καντ, η φιλοσοφία του καθολικού υποκειμένου (ανθρωπότητα),
από το κοινό συμφέρον του οποίου προκύπτει η ελπίδα για επικράτηση της ειρήνης, θεμελιώνεται σε μια (ρητορική) ερώτηση
Η ρητορική ερώτηση μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Αφού όλοι έχουμε συμφέρον στην ειρήνη που διατηρεί τα ύψιστα αγαθά (ανθρώπινη ζωή,
ο πυρήνας του καντιανού συλλογισμού, στον οποίο η ειρήνη εμφανίζεται (Kant 1990) Η «προφανής» απάντηση είναι ότι πρέπει να στρέψουμε τις προσπάθειές μας στο «διαφωτισμό» της κοινής γνώμης και στον πειθαναγκασμό των ισχυρών για την εξειρήνευση του κόσμου, ως πρώτη και αναγκαία προϋπόθεση για την ανθρώπινη πρόοδο και «ευτυχία»
Η ερώτηση αυτή επιδέχεται ωστόσο, εκτός από την «προφανή» απάντη
ση που της δίνει ο Καντ, και την ακριβώς αντίθετη, θέτοντας έτσι σε αμφισβήτηση το καντιανό σκεπτικό Η καθοριστική αντίρρηση είναι: Αφού παρά τα (κοινά και προφανή) συμφέροντα ειρήνης η «ανθρωπότητα» δεν έχει πάψει να εμπλέκεται σε πολέμους, αυτό σημαίνει ότι η ιστορική εξέλιξη δεν εξαρτάται από ορθολογικές βουλήσεις και ότι υπάρχουν συγκεκριμένα συμφέροντα για πολεμικές συγκρούσεις Είναι λοιπόν άτοπες
να ορισθεί σε επίπεδο λογικής, αλλά δεν είναι, για αντικειμενικούς λόγους, δυνατό να βρει το αντίστοιχό του στο κοινωνικό επίπεδο, και άρα μπορεί να υπάρξει μόνο σε έναν ου-τοπικό στοχασμό για το «Αγαθό».εδώ επιχειρεί να δείξει για ποιους λόγους ο φιλοσοφικός ανθρωπισμός του ειρήνη, αποτελεί «εύλογη» ιδέα μόνον αν αγνοηθούν οι καταναγκασμοί, οι κανονικότητες και οι συγκρούσεις συμφερόντων της πραγματικής κοινωνίας, οι οποίες ενέχουν την (και οδηγούν στην) ένοπλη βία.Πέραν αυτών, είναι σκόπιμο να διατυπωθούν ορισμένες παρατηρήσεις
για την ουσία των καντιανών προτάσεων στο κείμενο για τη Διηνεκή Ειρήνη (Kant 1984)4, οι οποίες εκφράζουν την εν γένει τοποθέτηση του
6 Για την παρουσίαση και τον κριτικό σχολιασμό του κειμένου πρβλ Βέικο (1987
Trang 36Κανί στην πολιτική φιλοσοφία7 Ο Καντ λαμβάνει ως αφετηρία μερικά δεδομένα που, όπως θα δούμε, υποσκάπτουν τελικά το σχέδιό του Πρόκειται:
(α) Για την αναγνώριση της ανάγκης ύπαρξης εθνικών κρατών που οργανώνονται όπως επιθυμούν και, ως κυρίαρχες μονάδες, συνδιαλέγονται για τον πόλεμο και την ειρήνη με αμοιβαίο σεβασμό της κυριαρχίας τους (β) Για την ανάγκη ύπαρξης δικαίου και Συντάγματος που προκύπτουν
καταναγκασμούς της αστικής κοινωνίας που οι φιλόσοφοί της εμφανίζουν ως δίκαιη,
στάση εκλαμβάνοντας τις νομικές κατηγορίες ως έκφραση ανθρώπινης ελευθερίας Το
δε τεχνικό μέσο είναι η θεώρηση της ατομικής ελευθερίας ως ύψιστης αξίας, σε αντί
θεση προς την ισότητα που αντιμετωπίζεται πάγια —από τους φιλοσόφους του φυσικού δικαίου έως τις θεωρίες για τον «ολοκληρωτισμό»— ως αντίθετο της ελευθερίας και ως κίνδυνος για την πραγμάτωσή της (για το τελευταίο βλ Μπαλιμπάρ 1993, Giannoulis
1992, σελ Ι37επ.) Αν η κατάδειξη της συντηρητικής λειτουργίας της καντιανής φιλοσοφίας απαιτεί τη ριζική κριτική κάθε φιλοσοφίας βασισμένης στις έννοιες του ισχύο-
στην ιδέα ότι η ατομική ελευθερία είναι υπέρτατη αξία όσο και στα πρακτικά αποτε
Trang 37από τον ορθό λόγο, αποτελούν «αυθεντία» και αναγκάζουν τους πολίτες να γίνουν «καλοί».
(γ) Για την αντιθετική θεώρηση «εμπορίου» και πολέμου που οδηγεί στην εκτίμηση ότι θα επικρατήσει η ειρήνη ως αναγκαία προϋπόθεση για
τη διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών
(δ) Για την αγνόηση του λαϊκού στοιχείου (ως κρατική βούληση θεωρείται η βούληση των ηγεμόνων, οι οποίοι διαπραγματεύονται και αποφασίζουν) αλλά και για την καταδίκη κάθε εξέγερσης με την αιτιολογία ότι αντίκειται στην «αρχή της δημοσιότητας» και, ως «συνωμοτική κίνηση», πρέπει να καταστέλλεται χωρίς δισταγμό (ο λαός οφείλει να δηλώνει ειρηνικά τις διαφωνίες του και όχι να εξεγείρεται)8
Το κοινό στοιχείο αυτών των δεδομένων εντοπίζεται στην ειρηνιστική αναγνώριση/παραγνώριση της πραγματικότητας Η περιγραφή των προϋποθέσεων ειρήνης δεν αποτελεί παρά περιγραφή του κόσμου των αστικών κρατών, τα οποία είναι κυρίαρχα και —προβάλλοντας το δίκαιο και την ηθική ως ύψιστες αρχές— ασκούν προς τα μέσα καταστολή (ως αναγκαίο συμπλήρωμα της εκμετάλλευσης) και προς τα έξω «κυριαρχία» Ο
Καντ αρκείται στην περιγραφή της κατάστασης αυτής, αποδεχόμενος κά
θε εξουσία (αρκεί να σέβεται το Δίκαιο) και προσθέτοντας την επιθυμία ειρήνης Καλεί τα κράτη να συνετισθούν, εξασφαλίζοντας με θεσμούς συρίου (που ανεξήγητα θεωρείται ως αντίθετο του πολέμου)
Σε έναν κόσμο βίας και ανταγωνισμού, ο Καντ επιχειρεί να επιβάλει την έλλογη ειρήνη, χωρίς κανένα αίτημα ουσιαστικής κοινωνικής αλλαγής Θεωρεί ότι το υπάρχον σύστημα διαθέτει τα μέσα για επιβολή της ειρήνης και ζητά την ενεργοποίησή τους, αποβλέποντας στην εγκαθίδρυσή μιας λότητα των «εμπορικών συναλλαγών» (θεσμοκρατικός ειρηνισμός) Στην λειφθούν οι αιτίες τους δόθηκε βέβαια η ιστορική απάντηση διακοσίων χρόνων πολέμου, παρά τα σχέδια, τις καλές προθέσεις και τους βραχύβιους πανηγυρισμούς για την ειρήνη
Τα κύρια μειονεκτήματα του καντιανού σχεδίου είναι η αντιμετώπιση του θεσμικού-νομικού επιπέδου ως αρχής και όχι ως αποτελέσματος και
η εσωτερική αντιφατικότητα των δεδομένων «ειρήνης», τα οποία ε
8 Γ ια τη λειτουργία της αρχής της δημοσιότητας (Publizitacl) στον Καντ και την (τυ- ποκρατική-νομικιστική) θέση του απέναντι στο δικαίωμα αντίστασης βλ Tosel (1988,
Trang 38γκλείουν τον πόλεμο Από το σχέδιό του μένουν οι αξιέπαινες προθέσεις και οι εύστοχες παρατηρήσεις για την υποκριτική χρήση της έννοιας τακτικού στρατού και για τους μηχανισμούς παγκόσμιας συνεργασίας Μένει όμως και η δυνατότητα απολογητικής χρήσης των καντιανών αντιλήψεων.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, οι καντιανές ιδέες χρησιμοποιήθηκαν για την έμμεση δικαιολόγηση του ιμπεριαλιστικού πολέμου από την πλευρά της Δύσης (μεταξύ άλλων Σούρλας 1991), δεδομένου ότι η καντιανή τοποθέτηση κρίνεται σήμερα περισσότερο πειστική από την προσφυγή στις, εξ ορισμού δικαιολογούσες τον πόλεμο, ιδεαλι- στικές θεωρίες περί πολεμικών συγκρούσεων ως άμεσης-φυσικής αναρελθόν*
Η επιχειρηθείσα απολογητική εφαρμογή του Καντ περιέχει στοιχεία που δεν εναρμονίζονται με το καντιανό σχέδιο, παρά τη ρητή επίκλησή του (Σούρλας 1991) Είναι έτσι αμφίβολο εάν ο Καντ θα θεωρούσε δικαιολογία της προληπτικής επίθεσης εναντίον ενός δήθεν παγκόσμιου εχθρού
ή εάν θα αποδεχόταν τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ, τον πατερναλιστικό στα εσωτερικά μιας χώρας για να εξασφαλισθούν τα δυτικά συμφέροντα μπλικανικού» καθεστώτος αλλά η μίμηση του παραδείγματος των πολυάριθμων και πειθήνιων στη Δύση τριτοκοσμικών δικτατοριών Από τα όσα γράφει ο Καντ συνάγεται, αντίθετα, ότι θα επέκρινε το ξέσπασμα ενός ποια βάση, αφού ο Καντ εντάσσει το ριζοσπαστισμό του στα πλαίσια της παλιάς-νέας τάξης, στη δικαίωση του υπάρχοντος Άλλωστε, το πιο χασόφους αλλά από τους πολιτικούς των ΗΠΑ, διότι, με βάση τα όσα περί ειρήνη μοιάζει να έχει ήδη εγκαθιδρυθεί Η κατανόηση του ότι μια τέτοια ειρήνη είναι ανύπαρκτη και αδύνατη, προϋποθέτει άλλα μέσα ανάλυσης
9 Τις απόψεις αυτές εκφράζουν τα συντηρητικά ρεύματα της φιλοσοφίας ε(τε σε απόλυτα ανορθολογική μορφή (« η γη διψά για αίμα») (βλ Wetter 1980, σελ 245επ.), ε(πε
Dietrich 1988) και έχουν ως κεντρικό σημείο φιλοσοφικής αναφοράς τον Χέγκελ (βλ
Trang 393.2.2 Ο «εξοντωτικός» πόλεμος
Σε ένα εντελώς διαφορετικό θεωρητικό και πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται
το φιλειρηνικό σχήμα που πρότεινε ο Ε P Thompson με βάση την ανάλυση περί εξοντωτισμού (1983, ιδίως σελ 44επ.) Χωρίς να μπορεί να στα πλαίσια του ειρηνιστικού κινήματος των τελευταίων δεκαετιών, είναι και τις μορφές ειρηνιστικής δράσης Ο «αντιεξοντωτισμός» του Τόμσον εμφανίζεται ως πολιτική στρατηγική, η οποία λαμβάνει υπόψη τα δεδομένα που προκύπτουν από την πυρηνική εποχή και απειλή καθώς και τις εμπειρίες του φιλειρηνικού κινήματος των τελευταίων δεκαετιών.Ασκώντας κριτική στην «ασυγχρονία» των μαρξιστικών αναλύσεων προς τις απαιτήσεις του παρόντος, ο Τόμσον διαβλέπει στα πυρηνικά πολέμου έχει υπερισχύσει της πολιτικής του διάστασης και η διαρκής τελειοποίηση των τεχνικών διεξαγωγής πολέμου (η δυνατότητα εξόντωσης της ανθρωπότητας με το περίφημο «πάτημα του κουμπιού» που δεν υπακούει σε πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά εξαφανίζει την πολιτική στιγ
μή και ορθολογικότητα, μη επιτρέποντας την ελεγχόμενη όξυνση της κρίσης και την «έλλογη» διακοπή ενός πολέμου) οδηγούν σε καταστροφή που δεν θα αποτελεί ατύχημα αλλά νομοτελειακό αποτέλεσμα μιας κοινωνικής δομής Η πυρηνική τεχνολογία θέτει έτσι το δίλημμα καταστροφικής διεξαγωγής ή οριστικής αποτροπής του πολέμου
Απέναντι στην κατάσταση αυτή, ο Τόμσον εισηγείται μια ακόμη μετατόπιση της κύριας αντίφασης Βασικός εχθρός είναι πλέον οι εξοπλισμοί για αποτροπή του πολέμου, με αντιπαράθεση στο στρατιωτικό-βιομηχα- νικό σύμπλεγμα των υπερδυνάμεων και στη στρατιωτική λογική, που καθορίζει την κοινωνική εξέλιξη με την κυριαρχία των «ισόμορφων» (και και πολιτικών κρίσεων με την προβολή ταξικών διεκδικήσεων πρέπει να που προβάλλει ως αίτημα την επιβίωση του ανθρώπινου είδους, περιορίζει
τη σημασία των αντιθέσεων και των αποκλινόντων συμφερόντων
θα ήταν ενδιαφέρουσα μια συστηματική σύγκριση του εξοντωτισμού με
την οπτική της οικολογίας, η οποία θεμελιώνεται σε μια παρόμοια μετα
τόπιση της βασικής αντίφασης, θεωρώντας βέβαια την καταστροφή ως
Trang 40λογα τα μέσα (αντίδρασης Αμφότερες οι αντιλήψεις βασίζονται σε μια ιστορικά ου-τοπική θεώρηση της τεχνικής ως ενός είδους «κακού» ή «μοίρας» της ανθρωπότητας, που επιφέρει δεινά και πρέπει να αντιμετωπισθεί τέτοια θεώρηση της τεχνικής ως «πεπρωμένου» με τις δικές του νομοτέλειες εμπνέεται από μια θεολογική θεώρηση των κοινωνικών διαδικασιών Μαρξ, ο οποίος πραγματοποιεί μια θεμελιωμένη ανάλυση του χαρακτήρα και των λόγων εξέλιξης της τεχνικής στα πλαίσια ενός τρόπου παραγωγής, δείχνοντας την κοινωνική «διεύθυνση» των τεχνικών διαδικασιών από τους νόμους κίνησης του κεφαλαίου και τον κοινωνικό συσχετισμό δύναμης10.
Θα αναφέρουμε εδώ ορισμένα στοιχεία που δείχνουν ότι η άποψη του Τόμσον είναι θεωρητικά και πολιτικά προβληματική" Από θεωρητική άποψη, το γεγονός ότι οι πυρηνικοί εξοπλισμοί απειλούν το ανθρώπινο είδος με το μόνο πραγματικό τέλος της ιστορίας, τη βιολογική εξολόθρευ- ύπαρξή τους Ο ύψιστος και πλέον άμεσος κίνδυνος δεν είναι άνευ ετέρου
ο θεμελιώδης και δεν αποτελεί το κλειδί πολιτικού χειρισμού μιας συγκυχόμενη Στο ζήτημα των πυρηνικών όπλων, η απόφαση ανάπτυξης της σχετικής τεχνολογίας, η ποικίλλουσα σε κάθε συγκυρία χρήση της απειλής και το μέλλον των εξοπλισμών, αποτελούν επίδικα αντικείμενα ενός και στον οποίο είναι αναγκαία η άμεση παρέμβαση
Απέναντι στον εντυπωσιασμό της «μεγάλης απειλής» και στην τεχνο- κρατική αυταπάτη περί κατάργησης της πολιτικής δια των πυρηνικών όπλων12, η μεταπολεμική ιστορία δείχνει ότι τα πυρηνικά όπλα ελέγχθη
10 Για τα προαναφερθέντα βλ Giannoulis (1991) και Couvelakis ( 1993-a) με περαιτέρω βιβλιογραφικές αναφορές
11 Πρβλ την ανάλυση του Sucss (1981), ο οποίος ασκεί κριτική σε παρόμοιες απόψεις
με αναφορά στα διαφοροποιημένα συμφέροντα κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης που δεί
λιτικών συμμαχιών και απειλών, οι οποίες στηρίζουν την κυριαρχία και την εκμετάλλευση Για την κριτική της έννοιας του «κοινού συμφέροντος» στον Τόμσον και της
(1983, σελ Ι99επ.)
12 ’Οπως παρατηρεί ο Balibar (1983, σελ 226επ.), τα πυρηνικά όπλα δεν καταργούν την